ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
24/01/2018 07:24 EET

Τι θα γίνει με το ΔΝΤ: Οι παράγοντες που θα καθορίσουν το μέλλον του στο ελληνικό πρόγραμμα

Francois Lenoir / Reuters

«Η απόφαση του ταμείου για το μέλλον του στο ελληνικό πρόγραμμα είναι θέμα που θα απασχολήσει το Διοικητικό Συμβούλιο του ΔΝΤ όταν διευθετηθεί το θέμα του χρέους», έλεγαν κυβερνητικοί παράγοντες στην Huffpost Greece με αφορμή τη συζήτηση που άνοιξε ξανά σχετικά με την επιστροφή ή όχι του Ταμείου στο Ελληνικό πρόγραμμα. 

Αντίστοιχη όμως είναι και η θέση στελεχών του Ταμείου τα οποία διαμηνύουν ότι η στάση του ΔΝΤ θα εξαρτηθεί από τις αποφάσεις που θα λάβουν η Ελληνική κυβέρνηση και οι Ευρωπαϊκή Θεσμοί. Άλλωστε το Ταμείο δεν έχει επιλέξει τυχαία εδώ και πολύ καιρό να προχωρήσει με την Ελλάδα σε μια «stand by agreement». 

Η «συμφωνία σε αναμονή» έχει να κάνει με το γεγονός ότι ο προβληματισμός στο εσωτερικό του Ταμείου σχετικά με την επόμενη ημέρα στην Ελλάδα είναι ιδιαίτερα έντονος. Οι απάντηση όμως στο ερώτημα θα έρθει από το συνδυασμό πολλών παραγόντων που έχουν να κάνουν με την εξέλιξη των τεχνικών στοιχείων του Ελληνικού προγράμματος, αλλά και με τις πολιτικές ισορροπίες στο εσωτερικό του ΔΝΤ αλλά και στις σχέσεις του με την Ευρώπη.

Τα τεχνικά στοιχεία

Η θέση του ΔΝΤ για την ελάφρυνση του χρέους είναι πάγια και θα κρίνει πολλά αναφορικά με τις αποφάσεις του. Το ίδιο σημαντικό θεωρείται και οι δράσεις οι οποίες θα ληφθούν από την πλευρά των Ευρωπαίων προκειμένου να επιτύχει η αποκατάσταση της μεσοπρόθεσμης μακροοικονομικής σταθερότητας και της ανάπτυξης και ταυτόχρονα να στηριχθούν οι προσπάθειες της κυβέρνησης να επιστρέψει το Ελληνικό Δημόσιο στη χρηματοδότηση από τις αγορές σε βιώσιμη βάση.

Εξίσου σημαντική προκειμένου να αποφασίσει το Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου αναφορικά με το μέλλον του στο Ελληνικό πρόγραμμα είναι η πορεία εκκαθάρισης των «κόκκινων δανείων» από τα χαρτοφυλάκια των τραπεζών. Ευθύς εξαρχής, οι τεχνοκράτες του ΔΝΤ έχουν ξεκαθαρίσει ότι η κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών θα παίξει σημαντικό ρόλο για τη βιωσιμότητα της Ελληνικής Οικονομίας, μετά την ολοκλήρωση του τρίτου Μνημονίου. 

Τα αποτελέσματα των Stress Test τα οποία αναμένεται να ανακοινωθούν μέσα στην άνοιξη, θα παίξουν καταλυτικό ρόλο για τη στάση των Θεσμών (και ειδικά του ΔΝΤ) σχετικά με την επόμενη ημέρα από την ολοκλήρωση του τρίτου Μνημονίου. Η υποχώρηση της ΕΚΤ στην απαίτηση του ΔΝΤ προκειμένου να γίνουν νωρίτερα από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές τράπεζες τα «τεστ αντοχής» στις Ελληνικές, δείχνει τη σημασία που έχει σχετικά στις αποφάσεις που θα λάβει το Ταμείο, η σταθεροποίηση των τραπεζών στην Ελλάδα. 

Λεπτές ισορροπίες

Όπως και στην αρχή των Ελληνικών μνημονίων έτσι και στο τέλος τους, την σχέση του ΔΝΤ με τους Ευρωπαϊκούς Θεσμούς και εν τέλει με την Ελλάδα θα την ορίσουν οι πολιτικές ισορροπίες. Και αυτό γιατί η βασική τεχνική προϋπόθεση που θέτει το Ταμείο και έχει να κάνει με τη ρύθμιση του Ελληνικού χρέους, ξεπερνά κατά πολύ τις προθέσεις αλλά και τις πολιτικές αντοχές των Ευρωπαίων.

Οι Ευρωπαϊκοί Θεσμοί και το ΔΝΤ θα πρέπει να μετρήσουν κατά πόσο θα τους ωφελήσει η συνέχιση αυτής της σχέσης που δημιουργήθηκε από ανάγκη και κατέληξε να είναι σχέση αλληλεξάρτησης με όχι ιδιαίτερα θετικά στοιχεία και για τις δύο πλευρές.

Ειδικά οι Ευρωπαίοι βλέπουν το ΔΝΤ να έχει λάβει θέση βασικού κριτή της πορείας της Ευρωζώνης, έχοντας το πάνω χέρι σε σχέση με τους ελεγκτικούς μηχανισμούς όπως είνα η ΕΚΤ, ο ESM και η Κομισιόν. Η αναγκαία (ή αναγκαστική) παρουσία του Ταμείου στην αρχή του Μνημονίου προκειμένου να διατηρηθούν οι πολιτικές ισορροπίες, πλέον δεν χρειάζεται.

Τον ελεγκτικό ρόλο του ΔΝΤ θα αναλάβει το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο, αναλαμβάνοντας παράλληλα και την ευθύνη του δανεισμού των χωρών που θα βρεθούν σε ανάγκη. Η λειτουργία του ΕΝΤ θα αποτελέσει τη λύση ώστε στο μέλλον να μην χρειάζεται η παρουσία του ΔΝΤ. 

Υπό αυτές τις συνθήκες το τέλος του Ελληνικού προγράμματος, το οποίο για το ΔΝΤ θα είναι 10 ημέρες μετά το τέλος του Ευρωπαϊκού Μνημονίου, δηλαδή στις 31 Αυγούστου 2018, μοιάζει να είναι το τέλος της στενής σχέσης που δημιουργήθηκε την τελευταία δεκαετία μεταξύ Ταμείου και Ευρωπαίων και μαζί το τέλος της στενής εποπτείας που είχε η Ουάσιγκτον στις Ευρωπαϊκές αποφάσεις.