Η ανακοίνωση του γνωστού ηθοποιού Sam Neill ότι είναι πλέον απαλλαγμένος από τον καρκίνο μετά τη συμμετοχή του σε κλινική δοκιμή θεραπείας CAR T-cell προκάλεσε νέο κύμα αισιοδοξίας στην παγκόσμια επιστημονική κοινότητα. Η συγκεκριμένη μορφή ανοσοθεραπείας θεωρείται ήδη μία από τις πιο ελπιδοφόρες εξελίξεις στη μάχη κατά του καρκίνου, με τους ερευνητές να εκτιμούν ότι στο μέλλον θα μπορούσε να μετατραπεί σε βασικό όπλο αντιμετώπισης της νόσου.

Η θεραπεία CAR T-λεμφοκυττάρων αποτελεί προϊόν δεκαετιών επιστημονικής έρευνας και σταδιακών ανακαλύψεων που οδήγησαν στη σημερινή κλινική εφαρμογή της. Αν και η αρχική ιδέα γεννήθηκε ήδη από τη δεκαετία του 1990, η τεχνολογία εξελίχθηκε ραγδαία τα τελευταία χρόνια. Από το 2018 έχουν εγκριθεί στην Australia τέσσερις θεραπείες CAR T για αιματολογικές κακοήθειες, γεγονός που ενίσχυσε σημαντικά τις προσδοκίες των επιστημόνων.

Advertisement
Advertisement

Η λειτουργία της θεραπείας βασίζεται στην αξιοποίηση του ίδιου του ανοσοποιητικού συστήματος. Το σώμα διαθέτει έναν εξαιρετικά σύνθετο μηχανισμό άμυνας απέναντι σε ιούς, βακτήρια, μύκητες αλλά και καρκινικά κύτταρα. Σημαντικό ρόλο παίζουν τα Τ-κύτταρα, τα οποία θεωρούνται οι «εκτελεστές» της ανοσολογικής απόκρισης, επειδή μπορούν να αναγνωρίζουν και να καταστρέφουν απειλές.

Ωστόσο, τα καρκινικά κύτταρα έχουν την ικανότητα να κρύβονται από το ανοσοποιητικό σύστημα. Η θεραπεία CAR T-cell επιχειρεί να ξεπεράσει αυτή την αδυναμία προσθέτοντας ένα είδος «GPS» στα Τ-κύτταρα ώστε να εντοπίζουν με ακρίβεια τον στόχο τους. Οι γιατροί απομονώνουν Τ-κύτταρα από το αίμα του ασθενούς και τα τροποποιούν γενετικά στο εργαστήριο ώστε να αποκτήσουν τον χιμαιρικό αντιγονικό υποδοχέα, γνωστό ως CAR. Στη συνέχεια τα κύτταρα επανεισάγονται στον οργανισμό, όπου πολλαπλασιάζονται και επιτίθενται στα καρκινικά κύτταρα.

Σε σύγκριση με τη χημειοθεραπεία, η μέθοδος θεωρείται πιο στοχευμένη και σε αρκετές περιπτώσεις προσφέρει μεγαλύτερη διάρκεια προστασίας, ενώ δρα ταχύτερα απέναντι στη νόσο.

Παρά τα εντυπωσιακά αποτελέσματα στους καρκίνους του αίματος, οι επιστήμονες παραδέχονται ότι η εφαρμογή της θεραπείας σε συμπαγείς όγκους παραμένει δύσκολη. Καρκίνοι όπως του μαστού, του εγκεφάλου ή του προστάτη λειτουργούν σαν «οχυρά», δυσκολεύοντας τα Τ-κύτταρα να φτάσουν στον στόχο τους.

Όπως εξηγούν οι ερευνητές, στους καρκίνους του αίματος τα τροποποιημένα κύτταρα μπορούν να κινηθούν εύκολα μέσω της κυκλοφορίας του αίματος και να εντοπίσουν τα καρκινικά κύτταρα. Αντίθετα, στους συμπαγείς όγκους το ανοσοποιητικό σύστημα δυσκολεύεται να διεισδύσει στον όγκο, ενώ τα ίδια τα καρκινικά κύτταρα συχνά καταστέλλουν τη δράση των Τ-κυττάρων.

Advertisement

Παρόλα αυτά, τα πρώτα αποτελέσματα θεωρούνται ενθαρρυντικά. Ερευνητικές ομάδες έχουν ήδη καταγράψει επιμήκυνση ζωής σε ενήλικες με καρκίνους του γαστρεντερικού συστήματος αλλά και σε παιδιά με εγκεφαλικούς όγκους. Παράλληλα, αναπτύσσονται νέες in vivo θεραπείες, στις οποίες ο οργανισμός θα παράγει μόνος του τα CAR T-κύτταρα μετά από ειδική ένεση, σε μια διαδικασία που θυμίζει εμβολιασμό.

Το μεγαλύτερο εμπόδιο παραμένει το κόστος. Ορισμένες θεραπείες ξεπερνούν τις 500.000 δολάρια Αυστραλίας ανά ασθενή, ενώ η πρόσβαση εξακολουθεί να είναι περιορισμένη. Οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι χώρες χωρίς ισχυρή επένδυση στην έρευνα και στις ιατρικές υποδομές κινδυνεύουν να μείνουν πίσω σε αυτή τη νέα εποχή της αντικαρκινικής θεραπείας.

Advertisement

Η επιστημονική κοινότητα εμφανίζεται αισιόδοξη, αλλά επισημαίνει ότι η πρόοδος της Ιατρικής πρέπει να συνοδεύεται και από ανάλογες πολιτικές αποφάσεις. Όπως υπογραμμίζουν οι ειδικοί, η επιστήμη προχωρά με ταχύτητα, όμως τα συστήματα υγείας πρέπει να μπορέσουν να ακολουθήσουν.

Με πληροφορίες από τον Guardian

Advertisement