Στερεύουν τα όπλα στη Δύση: Θα ξεμείνει η Ουκρανία από σφαίρες πριν η Ρωσία από στρατιώτες;

Το "μάθημα της Ουκρανίας" για την αξία του πυροβολικού και η επιστροφή στον βιομηχανικό πόλεμο.Τι δείχνουν οι ελλείψεις πολεμικού υλικού ΗΠΑ,ΕΕ και η αδυναμία ταχείας αναπλήρωσης.
Ουκρανικές δυνάμεις στην αντεπίθεση
Ουκρανικές δυνάμεις στην αντεπίθεση
via Associated Press

Πριν λίγες ημέρες, o Γκούσταβ Γκρέσσε, ειδικός σε θέματα ασφάλειας παραχώρησε συνέντευξη στην Deutsche Welle με αφορμή την απόφαση του ρώσου προέδρου, Βλάντιμιρ Πούτιν να προχωρήσει σε μερική επιστράτευση.

Σε αυτή, ξεχωρίζει μια ενδιαφέρουσα εκτίμηση για το που μπορεί να ποντάρει με αυτή την κίνηση: «…απώτερος στόχος είναι η Ουκρανία να ξεμείνει από σφαίρες πριν η Ρωσία ξεμείνει από στρατιώτες».

Κυνική δήλωση αλλά όχι περισσότερο από την ίδια την πραγματικότητα του πολέμου.

Αφενός, ο Πούτιν δεν δείχνει να ενδιαφέρεται τόσο για την κατώτερη «ποιότητα» των στρατεύσιμων. Η στρατολογία αποστέλλει φύλλα πορείας στα τυφλά αλλά πάντα σε περιοχές της περιφέρειας προσπαθώντας να γλιτώσει τα παιδιά της ελίτ της Μόσχας, της Αγ.Πετρούπολης και άλλων μεγάλων αστικών κέντρων.

Οι υπόλοιποι, απλά «θα χρησιμοποιηθούν ως τροφή για τα κανόνια».

Η λογική αυτή δεν είναι κάτι καινούριο για τους κυβερνώντες στη Ρωσία και την στρατιωτική διοίκηση αφού ανέκαθεν ποντάριζαν στην αριθμητική υπεροχή του ανθρώπινου δυναμικού που μπορούσαν να ρίξουν στη μάχη.

Αφετέρου η αναφορά του Γκράσσε για την Ουκρανία αφορά μια άλλη πραγματικότητα του εν εξελίξει πολέμου. Συγκεκριμένα παραπέμπει σε τρία στοιχεία-κλειδιά αυτής της σύγκρουσης: τις πεπερασμένες δυνατότητες των οπλοστασίων της Δύσης, τις δυσκολίες που υπάρχουν για την αδιάκοπη αποστολή στρατιωτικού υλικού λόγω και αντικειμενικών ζητημάτων στην ταχεία παραγωγή νέου και τον ρυθμό με τον οποίο οι δυνάμεις του Κιέβου «καταναλώνουν» το υλικό που τους αποστέλλεται και από το οποίο είναι πλήρως εξαρτημένες.

Τα δεδομένα αυτά είχαν επισημανθεί από αναλυτές επί στρατιωτικών θεμάτων ήδη από τον δεύτερο-τρίτο μήνα της εισβολής βλέποντας την τροπή που έπαιρνε ο πόλεμος: βαρύτητα στο πυροβολικό και χαρακτηριστικά «πολέμου φθοράς».

Η στιγμή λοιπόν που η Δύση «ξεμένει» από συγκεκριμένες κατηγορίες πολεμικού υλικού που μπορεί να αποστείλει άμεσα στην Ουκρανία πλησιάζει αν δεν είναι ήδη εδώ.

Ουκρανός στρατιώτης στο Χάρκοβο
Ουκρανός στρατιώτης στο Χάρκοβο
via Associated Press

Τα αποθέματα εξαντλούνται αλλά δεν το λέμε δυνατά

Το θέμα δεν συζητείται και τόσο ανοιχτά αλλά το πρόβλημα είναι υπαρκτό. Ο Ύπατος Εκπρόσωπος της ΕΕ, Ζοζέπ Μπορέλ, στις 6 Σεπτεμβρίου, σύμφωνα με το Politico σε μία συζήτηση με ευρωβουλευτές, είπε πως τα αποθέματα όπλων των χωρών της ΕΕ τείνουν να εξαντληθούν λόγω αποστολών στην Ουκρανία και προέτρεψε σε άμεση αναπλήρωση των οπλοστασίων «από κοινού», διότι αυτό θα ήταν «φθηνότερο».

Την Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου) όμως, και ο ΓΓ του ΝΑΤΟ, Γενς Στόλτενμπεργκ συγκάλεσε μια ειδική σύσκεψη για να συζητηθούν οι τρόποι αναπλήρωσης των αποθεμάτων όπλων των κρατών μελών της Συμμαχίας. Νωρίτερα, μιλώντας στους Νew York Times δήλωνε πως τα μέλη της θα πρέπει επανεπενδύσουν στην στρατιωτική βιομηχανία. «Συνεργαζόμαστε με τη βιομηχανία για να αυξήσουμε την παραγωγή όπλων και πυρομαχικών» είπε, προσθέτοντας ότι οι χώρες πρέπει να ενθαρρύνουν τους κατασκευαστές όπλων να επεκτείνουν την ικανότητά τους και σε βάθος χρόνου και να γίνουν περισσότερες παραγγελίες όπλων.

«Ανησυχώ πολύ. Αν δεν έχουμε νέα παραγωγή, η οποία χρειάζεται μήνες για να αυξηθεί, δεν θα έχουμε τη δυνατότητα να προμηθεύσουμε τους Ουκρανούς», δήλωσε στο CNBC ο Ντέιβ Ντε Ρόχες, καθηγητής και ανώτερος συνεργάτης στο αμερικανικό National Defense University, αναφερόμενος στις δυνατότητες των ΗΠΑ που είναι μέχρι σήμερα μακράν ο μεγαλύτερος προμηθευτής στρατιωτικής βοήθειας στην Ουκρανία ύψους 15,2 δισ. δολαρίων.

Ανάλογη όμως είναι και η εικόνα στην Ευρώπη.

Χρήση M777 howitzer από τις ουκρανικές δυνάμεις
Χρήση M777 howitzer από τις ουκρανικές δυνάμεις
via Associated Press

Ασύλληπτη κατανάλωση όπλων στην Ουκρανία, αργοί ρυθμοί παραγωγής στη Δύση

Στρατιωτικοί αναλυτές επισημαίνουν ένα βασικό ζήτημα: τα δυτικά κράτη παρήγαγαν όπλα σε πολύ μικρότερο αριθμό εν καιρώ ειρήνης, με τις κυβερνήσεις να επιλέγουν να περιορίζουν την πολύ ακριβή κατασκευή και να παράγουν όπλα μόνο ανάλογα με τις τρέχουσες ανάγκες. Μερικά από τα όπλα που εξαντλούνται δεν παράγονται πλέον και απαιτείται εργατικό δυναμικό και εμπειρία υψηλής ειδίκευσης για την κατασκευή τους – πράγμα που σπανίζει πχ στις ΗΠΑ εδώ και χρόνια.

Οπλοβιομηχανίες αυτή την περίοδο προσπαθούν με σημαντική δυσκολία να εξασφαλίσουν προμήθειες σπάνιων εξαρτημάτων και υλικών για την κατασκευή όπλων και πυρομαχικών που, μέχρι πρόσφατα, είχαν ελάχιστη σε ζήτηση. Ορισμένα πχ από τα ηλεκτρονικά εξαρτήματα των πυραύλων Stinger, που κατασκευάστηκαν για τελευταία φορά σε μεγάλη κλίμακα πριν από 20 χρόνια, δεν είναι καν διαθέσιμα στο εμπόριο, σύμφωνα με τη Raytheon.

Η δε κατανάλωση πολεμικού υλικού από τις ουκρανικές δυνάμεις στον εν εξελίξει πόλεμο, είναι εντυπωσιακή: Για την αμερικανική βιομηχανία όπλων η κατά μέσο όρο ετήσια παραγωγή βλημάτων πυροβολικού για τα όπλα βαρέος πυροβολικού 155 χιλιοστών — μεγάλης εμβέλειας που χρησιμοποιείται επί του παρόντος στα πεδία μάχης της Ουκρανίας — είναι περίπου 30.000.

Οι ουκρανικές δυνάμεις χρειάζονται όμως 30.000 για να «βγάλουν» μόλις μια εβδομάδα.

Τον περασμένο Μάιο, όταν η Ουάσιγκτον παρήγγειλε 1.300 αντιαεροπορικούς πυραύλους Stinger για να αντικαταστήσουν αυτούς που στάλθηκαν στην Ουκρανία, ο διευθύνων σύμβουλος της Raytheon, της αμυντικής εταιρείας που τους κατασκευάζει, απάντησε: «Θα μας πάρει λίγο χρόνο».

Το Παρίσι τον Ιούλιο έστειλε 18 αυτοκινούμενα πυροβόλα Caesar στο Κίεβο - το ένα τέταρτο του συνολικού αποθέματος υψηλής τεχνολογίας - αλλά θα χρειαστούν περίπου 18 μήνες στη γαλλική εταιρεία Nexter για να φτιάξει νέους.

Ουκρανός στα χαρακώματα με Javelin
Ουκρανός στα χαρακώματα με Javelin
GLEB GARANICH via REUTERS

Περί προθέσεων και δυνατοτήτων

Πιο πρόσφατα, την Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου, το αμερικανικό Πεντάγωνο ανακοίνωσε νέο πακέτο στρατιωτικής βοήθειας ύψους 1,1 δισ. δολαρίων για την Ουκρανία. Μεταξύ αυτών 18 συστήματα πολλαπλής εκτόξευσης πυραύλων HIMARS, 150 θωρακισμένα οχήματα «Humvee», ανταλλακτικά και συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας για την αντιμετώπιση μη επανδρωμένων αεροσκαφών κ.α. Υπάρχει όμως μια σημαντική επισήμανση: τα οπλικά συστήματα δεν προορίζονται για τις ουκρανικές δυνάμεις που πολεμούν αυτήν την περίοδο τον ρωσικό στρατό καθώς θα παραδοθούν στο Κίεβο έπειτα από πολλούς μήνες.

Όπως επεσήμαναν ήδη από τον Ιούλιο οι Financial Times σε σχετικό ρεπορτάζ, o πόλεμος στην Ουκρανία έχει αποκαλύψει πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία για την σύνθεση των οπλοστασίων της Δύσης ειδικά σε ό,τι αφορά τις λιγότερο «εντυπωσιακές» προμήθειες αλλά κρίσιμες και απαραίτητες για έναν πόλεμο, όπως οι οβίδες πυροβολικού.

Από την άλλη, αποκαλύπτεται όμως και η παρούσα έλλειψη παραγωγικής ικανότητας, οι ελλείψεις εργατικού δυναμικού και τα προβλήματα στην αλυσίδα εφοδιασμού - ειδικά σε τσιπ υπολογιστών - που όλα μαζί επιμηκύνουν τον εκτιμώμενο χρόνο παράδοσης νέου στρατιωτικού υλικού.

HIMARS στην Ανατολική Ουκρανία
HIMARS στην Ανατολική Ουκρανία
The Washington Post via Getty Images

Ο πόλεμος θέλει πυροβολικό…αλλά η Δύση το ξέχασε

Επίσης όμως, οι ελλείψεις που παρατηρούνται, εκτιμάται πως αποκαλύπτουν και την αλλαγή λογικής των χωρών της Δύσης στην αξιολόγηση πιθανών απειλών από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.

Έτσι, το φετίχ για όπλα υψηλής τεχνολογίας και την λιτή κατασκευή παραμέρισαν, εσφαλμένα όπως φαίνεται, την ανάγκη διατήρησης κρίσιμου, βασικού στρατιωτικού υλικού σε έναν πόλεμο.

Πολύ απλά, η Δύση είχε πειστεί πως δεν θα εμπλακεί ξανά σε έναν «βιομηχανικό πόλεμο» και έτσι ουδείς φρόντισε ιδιαίτερα να αυξήσει την εθνική παραγωγή βασικού εξοπλισμού.

«Η Ουκρανία ήταν ένα μάθημα για το πώς ο πόλεμος εξακολουθεί να κερδίζεται συχνά μέσω των κλασικών στοιχείων του πυροβολικού, των χερσαίων στρατευμάτων και της κατοχής», σχολίαζε τότε ο Τζέιμι Σι, πρώην διευθυντής σχεδιασμού πολιτικής του ΝΑΤΟ και τώρα συνεργάτης στο Chatham House. «Η στρατιωτική ισορροπία που έχει μετατραπεί από το παλιό στο νέο πρέπει να αλλάξει».

«Είναι σαν τη μεγάλη κρίση με τις οβίδες κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο», λέει υπενθυμίζοντας ένα σκάνδαλο του 1915 όταν η μαζική χρήση πυροβολικού σε πόλεμο χαρακωμάτων εξάντλησε τα βρετανικά αποθέματα, μια έλλειψη που οδήγησε σε μεγάλες απώλειες στρατευμάτων και την παραίτηση του πρωθυπουργού Χέρμπερτ Χένρι Άσκουιθ.

Η δέσμευση λοιπόν της Δύσης και πρωτίστως των ΗΠΑ πως η βοήθεια προς την Ουκρανία θα συνεχιστεί «για όσο χρειαστεί» όπως δηλώνει ο Τζό Μπάιντεν, είναι πέρα για πέρα ειλικρινής αλλά οι ρυθμοί αποστολής αυτής επιβραδύνονται.

Στα πεδία των μαχών της Ουκρανίας η συμβολή των οβιδοβόλων 155 χιλιοστών και των HIMARS είναι κρίσιμης σημασίας για την αντεπίθεση που τώρα εξαπολύουν, με αρκετά σημαντικές επιτυχίες αλλά και για την ίδια την άμυνα.

Ουκρανός με Sringer έξω από το Μικολάιβ
Ουκρανός με Sringer έξω από το Μικολάιβ
STRINGER via REUTERS

Το αμερικανικό Πεντάγωνο τραβά «κόκκινη γραμμή»

Όπως αναφέρει όμως το CNBC, στις ΗΠΑ. ουσιαστικά τα διαθέσιμα προς αποστολή οβιδοβόλα των 155 χιλιοστών έχουν τελειώσει και η συνεχής ροή βοήθειας θα σήμαινε άντληση από τα αποθέματα που προορίζονται για τις αμερικανικές Ένοπλες Δυνάμεις (για εκπαίδευση και ετοιμότητα).

Στο ρεπορτάζ όμως τονίζεται πως κάτι τέτοιο είναι απαγορευτικό.

«Υπάρχουν πολλά συστήματα για τα οποία πιστεύω ότι το Υπουργείο Άμυνας έχει φτάσει στο σημείο που δεν είναι διατεθειμένο να αποστείλει περισσότερα στην Ουκρανία», λέει ο Μάρκ Κάνσιαν, Συνταγματάρχης ε.α. του αμερικανικού σώματος πεζοναυτών και σύμβουλος στο Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών.

Αυτό συμβαίνει επειδή «οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να διατηρήσουν αποθέματα για να υποστηρίξουν τα πολεμικά σχέδια τους», λέει και εξηγεί πως για παράδειγμα συγκεκριμένες κατηγορίες πολεμικού υλικού θα χρειάζονταν για μια σύγκρουση με την Κίνα λόγω Ταϊβάν και κάποια επίγεια συστήματα πχ για την περίπτωση της Βόρειας Κορέας.

Αυτό σημαίνει για τις ουκρανικές δυνάμεις ότι ορισμένοι από τους πιο κρίσιμους εξοπλισμούς τους στο πεδίο της μάχης, όπως το οβιδοβόλο των 155 χιλιοστών πρέπει να αντικατασταθούν με παλαιότερα όπως αυτό των 105 χιλιοστών το οποίο έχει μικρότερο ωφέλιμο φορτίο και μικρότερη εμβέλεια.

«Και αυτό είναι ένα πρόβλημα για τους Ουκρανούς», λέει ο Ρόχες επειδή «η εμβέλεια είναι κρίσιμη σε αυτόν τον πόλεμο. Αυτός είναι ένας πόλεμος πυροβολικού».

Άλλα όπλα στα οποία βασίζεται η Ουκρανία, τα οποία πλέον ταξινομούνται ως «περιορισμένα» στις Η.Π.Α. είναι οι εκτοξευτές HIMARS, οι πύραυλοι Javelin, Stinger, το M777 Howitzer και τα πυρομαχικά 155 χιλιοστών.

Το Javelin, που παράγεται από τη Raytheon και τη Lockheed Martin, έχει αποκτήσει έναν εμβληματικό ρόλο στην Ουκρανία - ο αντιαρματικός πύραυλος που εκτοξεύεται από τον ώμο, καθοδηγούμενος με ακρίβεια ήταν απαραίτητος για την καταπολέμηση των ρωσικών αρμάτων μάχης.

Όμως η παραγωγή στις Η.Π.Α. κινείται σε χαμηλούς ρυθμούς - περίπου 800 ετησίως- και η Ουάσιγκτον έχει στείλει ήδη περίπου 8.500 στην Ουκρανία, σύμφωνα με το CSIS (Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Μελετών), αριθμός που αντιστοιχεί σε παραγωγή δεκαετίας.

Το Πεντάγωνο έχει παραγγείλει επίσης νέα Javelins αξίας εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων, αλλά απαιτείται χρόνος. Οι πολυάριθμοι προμηθευτές που παρέχουν τα χημικά και τα τσιπ υπολογιστών για κάθε πύραυλο δυσκολεύονται να «ανεβάσουν ρυθμούς», ενώ η παραλαβή, ο έλεγχος και η εκπαίδευση απαιτεί επίσης χρόνο. Έτσι εκτιμάται πως θα μπορούσε να πάρει από ένα έως τέσσερα χρόνια για τις Η.Π.Α. να ενισχύσουν σημαντικά τη συνολική παραγωγή όπλων.

Στα χαρακώματα το Ντονέτσκ
Στα χαρακώματα το Ντονέτσκ
GLEB GARANICH via REUTERS

Τι επιλογές έχει η Ουκρανία

«Πρέπει να βάλουμε την αμυντική μας βιομηχανική βάση σε ρυθμούς πολέμου…Και δεν βλέπω καμία ένδειξη ότι το έχουμε κάνει», σχολιάζει ο Ρόχες.

Έτσι η Ουκρανία, όπως φαίνεται, θα πρέπει να αναζητήσει αλλού προμηθευτές όπως πχ στην Νότια Κορέα που διακρίνεται για τις δυνατότητες της στον τομέα αυτό και τον Αύγουστο υπέγραψε συμφωνία με την Πολωνία για την πώληση τανκς και πυροβόλων αξίας 5,7 δισ. δολαρίων.

Επίσης, το Κίεβο θα πρέπει αρκεστεί σε όπλα λιγότερο εξελιγμένα.

Ο Τζακ Γουότλινγκ, ειδικός στον πόλεμο ξηράς στο Royal United Services Institute στο Λονδίνο, πιστεύει πάντως ότι υπάρχουν ακόμη περιθώρια για την Ουκρανία να εφοδιαστεί με πολλά από τα όπλα που χρειάζεται.

«Υπάρχει αρκετός χρόνος για να επιλυθεί αυτό το πρόβλημα προτού καταστεί κρίσιμο όσον αφορά την ενίσχυση της παραγωγής», επισημαίνοντας ότι το Κίεβο μπορεί να προμηθευτεί στρατιωτικό υλικό από χώρες που δεν χρειάζονται άμεσα δικά τους ή των οποίων τα αποθέματα πρόκειται να λήξουν.

«Έτσι μπορούμε να συνεχίσουμε να προμηθεύουμε την Ουκρανία…αλλά υπάρχει ένα σημείο όπου, ειδικά με ορισμένες κρίσιμες καταστάσεις, οι Ουκρανοί θα πρέπει να είναι προσεκτικοί σχετικά με την χρήση των όπλων και το πού δίνουν προτεραιότητα όποια, επειδή δεν υπάρχει άπειρη προσφορά».

Με πληροφορίες από: Νew York Times, Financial Times, Deutche Welle, CNBC, Politico, CSIS