Μετά την προγραμματισμένη γεώτρηση στο Block 2, το ενδιαφέρον για την έρευνα και πιθανή αξιοποίηση κοιτασμάτων φυσικού αερίου στην Ελλάδα μεταφέρεται σταδιακά σε νέες περιοχές, με τον ενεργειακό χάρτη της χώρας να αποκτά ολοένα μεγαλύτερο βάθος και εύρος.
Το πρόγραμμα των ερευνών δεν περιορίζεται σε μία μόνο περιοχή, αλλά εκτείνεται σε βάθος χρόνου, καθώς οι επόμενες γεωτρητικές κινήσεις αφορούν το Block 10, καθώς και τις θαλάσσιες περιοχές νοτιοδυτικά της Κρήτης. Παράλληλα, για τις νέες παραχωρήσεις που βρίσκονται νοτίως της Πελοποννήσου και της Κρήτης, ο σχεδιασμός προβλέπει ότι οι πιο προχωρημένες φάσεις των ερευνών θα μεταφερθούν σταδιακά στην περίοδο 2031-2033.
Πρόκειται για έναν μαραθώνιο ερευνών, στον οποίο κάθε στάδιο αποτελεί προϋπόθεση για το επόμενο. Οι σεισμικές έρευνες πρέπει να δώσουν επαρκή γεωλογικά στοιχεία, στη συνέχεια να εντοπιστούν στόχοι με χαρακτηριστικά που δικαιολογούν επένδυση σε γεώτρηση και, τελικά, η γεώτρηση να επιβεβαιώσει εάν υπάρχει πράγματι κοίτασμα και, κυρίως, εάν αυτό είναι εμπορικά αξιοποιήσιμο.
Με βάση αυτό το χρονοδιάγραμμα, το διάστημα από το 2032 έως το 2035 αποτελεί το πρώτο ρεαλιστικό παράθυρο για να υπάρξει εγχώρια παραγωγή φυσικού αερίου, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι οι έρευνες θα επιβεβαιώσουν την ύπαρξη κοιτασμάτων που μπορούν να αξιοποιηθούν οικονομικά.
Η διαδρομή, ωστόσο, δεν είναι γραμμική ούτε χωρίς κινδύνους. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της ExxonMobil, η οποία αποφάσισε να επιστρέψει στο Δημόσιο το οικόπεδο «Δυτικά της Κρήτης», αφού ολοκλήρωσε τις 2D σεισμικές έρευνες χωρίς να περάσει στην επόμενη φάση. Η εξέλιξη αυτή καταδεικνύει ότι η παρουσία ενός μεγάλου διεθνούς ενεργειακού ομίλου δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση ότι μια περιοχή θα φτάσει μέχρι τη γεώτρηση.
Το ιδιαίτερα μεγάλο βάθος των θαλάσσιων περιοχών, το υψηλό κόστος των ερευνών και η ανάγκη για περισσότερα και ακριβέστερα δεδομένα, μέσω και 3D σεισμικών ερευνών, αυξάνουν σημαντικά το επενδυτικό ρίσκο. Κάθε απόφαση για γεώτρηση συνεπάγεται σημαντική δαπάνη, χωρίς να υπάρχει βεβαιότητα ότι θα ακολουθήσει εμπορική ανακάλυψη.
Για την ελληνική κυβέρνηση, επομένως, η επόμενη περίοδος είναι κρίσιμη. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο να προχωρήσουν οι αδειοδοτήσεις και οι περιβαλλοντικοί έλεγχοι με ταχύτητα και διαφάνεια, αλλά και να δημιουργηθούν οι συνθήκες ώστε το διεθνές ενδιαφέρον να μετατραπεί σε πραγματικές επενδύσεις.
Εφόσον οι γεωτρήσεις επιβεβαιώσουν αξιοποιήσιμα κοιτάσματα, η Ελλάδα θα μπορούσε μέσα στην επόμενη δεκαετία να περάσει από τη φάση των σεισμικών ερευνών και των εκτιμήσεων στη φάση της παραγωγής, αποκτώντας ένα νέο ενεργειακό κεφάλαιο και μια δυνητικά σημαντική πηγή δημόσιων εσόδων. Το μεγάλο στοίχημα, όμως, είναι να αποδειχθεί στην πράξη ότι ο υπόγειος πλούτος που αναζητείται στον ελληνικό θαλάσσιο χώρο μπορεί να μετατραπεί σε οικονομικά βιώσιμη παραγωγή.