Η τραγωδία με τις δύο 17χρονες στην Ηλιούπολη επανέφερε με τον πιο οδυνηρό τρόπο ένα ερώτημα που η ελληνική κοινωνία αποφεύγει εδώ και δεκαετίες: πόσα παιδιά ζουν σιωπηλά με ψυχικό πόνο, πίεση, απόγνωση ή αυτοκαταστροφικές σκέψεις πριν κάποιος ενήλικας το καταλάβει; Τα στοιχεία, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, δείχνουν ότι η εφηβική αυτοκτονικότητα δεν είναι σπάνια ως σκέψη ή απόπειρα, ακόμη κι αν οι ολοκληρωμένες αυτοκτονίες παραμένουν αριθμητικά λίγες. Και αυτό ακριβώς είναι το πιο ανησυχητικό.
Η αυτοκτονία ενός νέου ανθρώπου μοιάζει πάντα αδιανόητη. Οχι μόνο επειδή συγκρούεται με την εικόνα που έχουμε για την εφηβεία, την ηλικία της αρχής, της ορμής, των πρώτων επιλογών, αλλά επειδή μας αναγκάζει να κοιτάξουμε κάτι που συνήθως προτιμάμε να εξηγούμε εκ των υστέρων: τη μοναξιά των παιδιών μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο ενήλικες.
Κάθε τέτοια υπόθεση γεννά αυθόρμητα την ανάγκη για μία αιτία. Οι εξετάσεις. Το σχολείο. Το σπίτι. Τα social media. Ο έρωτας. Το bullying. Η κατάθλιψη. Η πίεση. Η αλήθεια, όμως, είναι σχεδόν πάντα πιο σύνθετη. Η αυτοκτονικότητα στους εφήβους σπάνια μπορεί να εξηγηθεί από έναν μόνο παράγοντα. Συνήθως είναι το τελικό σημείο μιας διαδρομής όπου συσσωρεύονται ψυχική οδύνη, αίσθημα αδιεξόδου, οικογενειακές ή κοινωνικές πιέσεις, τραύματα, απομόνωση, σχολικό άγχος, ντροπή και η αίσθηση ότι «δεν υπάρχει έξοδος».
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε παιδί που πιέζεται κινδυνεύει. Σημαίνει όμως ότι κανένα παιδί που δείχνει σημάδια βαθιάς απόσυρσης, απελπισίας ή αυτοκαταστροφικής σκέψης δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν να «περνάει απλώς μια φάση».
Οι αυτοκτονίες στην Έλλαδα
Στην Ελλάδα, οι πρώτες συστηματικές επιστημονικές καταγραφές για τις αυτοκτονίες εφήβων πηγαίνουν πίσω στη δεκαετία του 1980. Η μελέτη του ψυχιάτρου Σταύρου Μπεράτη, που κάλυψε την περίοδο 1980-1987, είχε δείξει ότι η χώρα είχε έναν από τους χαμηλότερους δείκτες αυτοκτονιών εφήβων στον ανεπτυγμένο κόσμο. Για τις ηλικίες 10 έως 19 ετών, ο μέσος δείκτης ήταν κάτω από 1 θάνατος ανά 100.000 ετησίως. Αυτό, όμως, δεν σήμαινε ότι δεν υπήρχε πρόβλημα.
Η ίδια έρευνα είχε εντοπίσει μια σημαντική γεωγραφική ανισότητα: στις αγροτικές περιοχές ο δείκτης ήταν αισθητά υψηλότερος από ό,τι στην Αθήνα. Η εφηβική αυτοκτονία, δηλαδή, δεν ήταν μόνο ψυχιατρικό ή οικογενειακό ζήτημα. Είχε και κοινωνικό αποτύπωμα: τόπος, πρόσβαση σε υπηρεσίες, κοινωνικός έλεγχος, μοναξιά, στίγμα.
Αργότερα, η πανελλήνια μελέτη των Ζαχαράκη, Μαδιανού, Παπαδημητρίου και Στεφανή για την περίοδο 1980-1995 επιβεβαίωσε ότι η Ελλάδα παρέμενε χώρα χαμηλών δεικτών σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ομως οι αριθμοί των θανάτων δεν έλεγαν όλη την ιστορία.
Το κρίσιμο εύρημα ήρθε από τις σχολικές έρευνες σε εφήβους 14 έως 18 ετών, στις οποίες συμμετείχαν χιλιάδες μαθητές. Η ομάδα της Αννας Κοκκέβη κατέγραψε ότι οι αυτοαναφερόμενες απόπειρες αυτοκτονίας στους εφήβους σχεδόν διπλασιάστηκαν από το 1984 έως το 2007: από 7% σε 13,4%. Στα κορίτσια, το ποσοστό ανέβηκε από 11,5% σε 17,9%. Στα αγόρια, από 2,4% σε 8,4%.
Με απλά λόγια: ενώ οι θάνατοι παρέμεναν σχετικά λίγοι, οι απόπειρες και οι αυτοκαταστροφικές σκέψεις έδειχναν ότι πολύ περισσότερα παιδιά βρίσκονταν σε ψυχικό κίνδυνο από ό,τι αποτύπωναν οι επίσημες στατιστικές θνησιμότητας.
Αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη παγίδα στη δημόσια συζήτηση για την εφηβική αυτοκτονία. Οι ολοκληρωμένες αυτοκτονίες είναι το πιο τραγικό και ορατό σημείο. Πίσω τους, όμως, υπάρχει ένας πολύ μεγαλύτερος αριθμός παιδιών που σκέφτονται να βλάψουν τον εαυτό τους, αυτοτραυματίζονται, κάνουν απόπειρες, ή ζουν για μήνες —μερικές φορές για χρόνια— με μια εσωτερική κατάρρευση που δεν ονομάζεται ποτέ.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΚΛΙΜΑΚΑ, στην Ελλάδα καταγράφονται συνολικά περίπου 400 έως 500 αυτοκτονίες ετησίως, με πιθανή υποκαταγραφή. Για το 2024 αναφέρθηκαν 469 καταγεγραμμένες αυτοκτονίες. Η οργάνωση έχει επισημάνει ότι οι πραγματικοί αριθμοί μπορεί να είναι υψηλότεροι, καθώς ορισμένες περιπτώσεις καταγράφονται με άλλες αιτίες θανάτου.
Για τους εφήβους, οι αριθμοί είναι μικρότεροι, αλλά αυτό δεν τους κάνει λιγότερο σοβαρούς. Αντιθέτως, η εφηβική αυτοκτονία έχει δυσανάλογο κοινωνικό βάρος, ακριβώς επειδή αφορά ανθρώπους στην αρχή της ζωής τους και επειδή συχνά προηγούνται προειδοποιητικά σημάδια που χάνονται μέσα στη βιασύνη της καθημερινότητας.
Αυτοκτονίες: Τα στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας
Η διεθνής εικόνα είναι εξίσου ανησυχητική. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αναφέρει ότι περισσότεροι από 720.000 άνθρωποι πεθαίνουν κάθε χρόνο από αυτοκτονία παγκοσμίως και ότι η αυτοκτονία είναι η τρίτη αιτία θανάτου για τις ηλικίες 15 έως 29 ετών. Στην Ευρωπαϊκή Ενωση, σύμφωνα με τη Eurostat, το 2022 καταγράφηκαν 5.017 θάνατοι νέων 15 έως 29 ετών από εκούσιο αυτοτραυματισμό. Αυτό αντιστοιχούσε σε περισσότερους από έναν στους έξι θανάτους σε αυτή την ηλικιακή ομάδα, καθιστώντας την αυτοκτονία τη δεύτερη σημαντικότερη αιτία θανάτου μετά τα ατυχήματα.
Στις ΗΠΑ, η έρευνα Youth Risk Behavior Survey του CDC για το 2023 έδειξε ότι περίπου 20,4% των μαθητών λυκείου είχαν σκεφτεί σοβαρά να επιχειρήσουν αυτοκτονία μέσα στον προηγούμενο χρόνο, ενώ 9,5% ανέφεραν ότι είχαν κάνει απόπειρα. Τα ποσοστά ήταν υψηλότερα στα κορίτσια: 27,1% είχαν σκεφτεί σοβαρά την αυτοκτονία και 12,1% είχαν κάνει απόπειρα. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν κάτι που επαναλαμβάνεται διεθνώς: τα αγόρια πεθαίνουν συχνότερα από αυτοκτονία, αλλά τα κορίτσια αναφέρουν συχνότερα αυτοκτονικές σκέψεις και απόπειρες.
Στην Ευρώπη, η UNICEF έχει επισημάνει ότι η αυτοκτονία είναι από τις συχνότερες αιτίες θανάτου στους εφήβους 15 έως 19 ετών, ενώ περίπου το 70% των εφήβων που πεθαίνουν από αυτοκτονία στην ΕΕ είναι αγόρια. Η διαφορά φύλου, όμως, δεν πρέπει να οδηγήσει σε εφησυχασμό για τα κορίτσια. Τα τελευταία χρόνια, πολλές χώρες καταγράφουν αύξηση στην ψυχική επιβάρυνση, στις νοσηλείες, στον αυτοτραυματισμό και στις απόπειρες κοριτσιών στην εφηβεία.
Ο ρόλος των σχολείων και των social media
Το σχολείο παίζει κεντρικό ρόλο όχι επειδή «προκαλεί» αυτοκτονίες, αλλά επειδή είναι το βασικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ο έφηβος αξιολογείται, συγκρίνεται, πιέζεται, κοινωνικοποιείται ή αποκλείεται. Στην Ελλάδα, οι Πανελλήνιες έχουν αποκτήσει για πολλές οικογένειες χαρακτήρα υπαρξιακής δοκιμασίας. Δεν είναι απλώς εξετάσεις. Είναι, για χιλιάδες παιδιά, το σημείο στο οποίο συμπυκνώνεται το άγχος των γονιών, η κοινωνική προσδοκία, η οικονομική αγωνία, η ανάγκη επιτυχίας και ο φόβος της αποτυχίας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι εξετάσεις οδηγούν από μόνες τους ένα παιδί στην αυτοκτονία. Μια τέτοια σύνδεση θα ήταν απλουστευτική και επικίνδυνη. Σημαίνει όμως ότι για έναν έφηβο που ήδη νιώθει ψυχικά εξαντλημένος, μόνος ή ανεπαρκής, η εξεταστική πίεση μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης. Οχι ως αιτία, αλλά ως το τελευταίο βάρος πάνω σε μια ήδη εύθραυστη ισορροπία.
Στο ίδιο περιβάλλον προστέθηκαν τα τελευταία χρόνια τα social media. Η συνεχής σύγκριση, η έκθεση, η αναζήτηση αποδοχής, ο διαδικτυακός εκφοβισμός, η αίσθηση ότι όλοι οι άλλοι ζουν καλύτερα, πιο όμορφα, πιο επιτυχημένα, πιο «κανονικά», δημιουργούν ένα ψυχικό τοπίο που οι προηγούμενες γενιές ενηλίκων δυσκολεύονται συχνά να κατανοήσουν. Ο έφηβος δεν βιώνει πια την απόρριψη μόνο στην αυλή του σχολείου. Τη μεταφέρει στην τσέπη του, στην οθόνη του, στο δωμάτιό του.
Η πανδημία επιδείνωσε αυτή τη συνθήκη. Απομόνωση, τηλεκπαίδευση, απώλεια ρουτίνας, οικογενειακή ένταση, αβεβαιότητα, φόβος, καθυστέρηση στην κοινωνική ωρίμανση. Για πολλούς εφήβους, τα χρόνια της πανδημίας δεν ήταν απλώς μια περίοδος περιορισμών. Ηταν μια ρωγμή στην πιο κρίσιμη ηλικία της συναισθηματικής τους ανάπτυξης.
Τι δεν βλέπουν οι ενήλικες
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο τι συμβαίνει στα παιδιά. Είναι και τι δεν βλέπουν οι ενήλικες.
Προειδοποιητικά σημάδια μπορεί να είναι η απότομη κοινωνική απόσυρση, η απώλεια ενδιαφέροντος για πράγματα που πριν έδιναν χαρά, οι έντονες αλλαγές στον ύπνο ή στην όρεξη, η παραίτηση από το σχολείο ή τις φιλίες, οι εκφράσεις απελπισίας, η αίσθηση ότι «δεν έχει νόημα», η αυτοϋποτίμηση, ο αυτοτραυματισμός, η χρήση ουσιών, η τακτοποίηση προσωπικών αντικειμένων με τρόπο που μοιάζει αποχαιρετιστήριος. Κανένα από αυτά μόνο του δεν σημαίνει αναγκαστικά αυτοκτονικό κίνδυνο. Ομως όλα μαζί, ή όταν επιμένουν, χρειάζονται άμεση προσοχή.
Το πιο επικίνδυνο που μπορεί να κάνει ένας ενήλικας είναι να φοβηθεί να ρωτήσει. Η ερώτηση «σκέφτεσαι να κάνεις κακό στον εαυτό σου;» δεν βάζει την ιδέα στο μυαλό ενός παιδιού. Αντίθετα, μπορεί να του δώσει την πρώτη αίσθηση ότι κάποιος αντέχει να ακούσει την αλήθεια του. Η σιωπή, η ντροπή και το «μην το λες αυτό» συχνά κλείνουν περισσότερο τον έφηβο μέσα στο αδιέξοδό του.
Η αυτοκτονία είναι προλήψιμη, όχι επειδή όλα μπορούν πάντα να προβλεφθούν, αλλά επειδή υπάρχουν παρεμβάσεις που μειώνουν τον κίνδυνο: προσβάσιμες υπηρεσίες ψυχικής υγείας, σχολικοί ψυχολόγοι, εκπαιδευμένοι καθηγητές, οικογένειες που ακούν χωρίς να τιμωρούν, άμεση βοήθεια σε κρίση, μείωση του στίγματος, υπεύθυνη δημοσιογραφική κάλυψη, περιορισμός της δραματοποίησης και αποφυγή λεπτομερειών που μπορεί να λειτουργήσουν μιμητικά.
Η σύσταση στα μέσα μαζικής ενημέρωσης
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει τονίσει ότι ο τρόπος με τον οποίο τα μέσα ενημέρωσης καλύπτουν μια αυτοκτονία μπορεί είτε να αυξήσει είτε να μειώσει τον κίνδυνο. Οι ιστορίες δεν πρέπει να παρουσιάζονται σαν μοιραίο, ρομαντικό ή ανεξήγητο τέλος. Δεν πρέπει να μετατρέπονται σε θέαμα. Πρέπει να στρέφουν τη συζήτηση στην πρόληψη, στην αναζήτηση βοήθειας, στην αναγνώριση των σημείων και στις ιστορίες ανθρώπων που πέρασαν κρίση και επέζησαν.
Γιατί αυτό είναι το σημείο που συχνά λείπει: η αυτοκτονική κρίση μπορεί να περάσει. Η επιθυμία να τελειώσει ο πόνος δεν είναι πάντα επιθυμία να τελειώσει η ζωή. Πολλές φορές είναι μια απελπισμένη ανάγκη να σταματήσει κάτι που μοιάζει αβάσταχτο. Και εκεί ακριβώς χρειάζεται να βρεθεί κάποιος: πριν το παιδί πιστέψει ότι η απόγνωση είναι μόνιμη.
Η Ελλάδα έχει ανάγκη από μια διαφορετική συζήτηση για την ψυχική υγεία των εφήβων. Οχι μόνο μετά τις τραγωδίες. Οχι μόνο όταν μια υπόθεση συγκλονίζει τα δελτία ειδήσεων. Αλλά μέσα στα σχολεία, στις οικογένειες, στα φροντιστήρια, στα παιδιατρικά ιατρεία, στις παρέες, στις πλατφόρμες όπου ζουν οι νέοι.
Χρειάζεται να πούμε καθαρά ότι η επιτυχία στις εξετάσεις δεν αξίζει περισσότερο από τη ζωή ενός παιδιού. Οτι η αποτυχία δεν είναι ταυτότητα. Οτι η ψυχική ασθένεια δεν είναι ντροπή. Οτι ο αυτοτραυματισμός δεν είναι «θέατρο». Οτι ο έφηβος που λέει «δεν αντέχω» δεν υπερβάλλει απαραίτητα. Μπορεί να μας δίνει την τελευταία ευκαιρία να τον ακούσουμε.
Και χρειάζεται, πάνω απ’ όλα, να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε την αυτοκτονία των νέων σαν ακατανόητη εξαίρεση. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η αυτοκτονικότητα υπάρχει εδώ και δεκαετίες, στην Ελλάδα και διεθνώς. Αυτό που αλλάζει είναι αν θα συνεχίσουμε να τη βλέπουμε μόνο όταν γίνεται είδηση — ή αν θα τη διαβάσουμε εγκαίρως ως αυτό που είναι: ένα σήμα κινδύνου από μια γενιά που ζητά λιγότερη πίεση, περισσότερη παρουσία και ενήλικες που δεν φοβούνται να ακούσουν.
Σημείωση
Αν εσείς ή κάποιος δικός σας άνθρωπος βρίσκεται σε κρίση ή σκέφτεται να κάνει κακό στον εαυτό του, καλέστε άμεσα το 1018, την 24ωρη Γραμμή Παρέμβασης για την Αυτοκτονία της ΚΛΙΜΑΚΑ, ή το 112/166 σε περίπτωση άμεσου κινδύνου. Η αναζήτηση βοήθειας δεν είναι αδυναμία. Είναι πράξη επιβίωσης.