Σε ηλικία 10 ετών, ο Τάσος Χατζηαναστασίου είδε με τα ίδια του τα μάτια τη μαζική εκτέλεση πατριωτών από τους ναζί στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του 1944 — μια εικόνα που δεν θα ξεχάσει ποτέ.

Ο ίδιος, 91 ετών σήμερα, μιλώντας στον τηλεοπτικό σταθμό OPEN, δίνει τη δική του μαρτυρία:

Advertisement
Advertisement

«Θυμάμαι ότι η Καισαριανή ήταν ανάστατη από τα καμιόνια των Γερμανών που ανεβαίνανε στους δρόμους της Καισαριανής και πηγαίνανε μαζί με Έλληνες πατριώτες στο σκοπευτήριο για εκτέλεση. Εμείς σαν νεαρά παιδάκια που ήμασταν, αρχίζαμε και τρέχαμε και κυνηγάγαμε τα καμιόνια από πίσω. Τρέχαμε μαζί μ’αυτά και βλέπαμε και ορισμένα χέρια να βγαίνουν από τα αυτοκίνητα και να πετάνε χαρτάκια. Εμείς όμως δεν ξέραμε σαν παιδάκια που ήμασταν τότε.

Καμια δεκαριά παιδιά ήμασταν και τρέχαμε. Τα μεγαλύτερα παιδιά, αυτά που ήταν 15-16, 20 χρονών, φεύγανε από την Καισαριανή και πηγαίνανε στους πρόποδες του Υμηττού. Εκεί ήταν ο «αράπης», ήταν μια ονομασία, και κρυβόντουσαν εκεί για να μην τους σκοτώσουν οι Γερμανοί. Κι όταν φεύγανε οι Γερμανοί, γυρίζανε πίσω.»

Σε ερώτηση του δημοσιογράφου του OPEN για το πώς βλέπει την υπόθεση με τις φωτογραφίες που βρέθηκαν στον διαδικτυακό τόπο δημοπρασιών e-bay.de και απεικονίζουν μερικούς από τους 200 πατριώτες στις τελευταίες στιγμές τους πριν από την εκτέλεσή τους, στην Καισαριανή, την Πρωτομαγιά του 1944, απάντησε «Συγκινήθηκα κι εγώ πάρα πολύ. Τα είδα κι εγώ στην τηλεόραση. Βέβαια δεν θυμόμουν πρόσωπα και πράγματα γιατι ήμουν παιδί τότε αλλά θυμάμαι όλα τα άλλα. Αργότερα, ερχόντουσαν στιγμές που τα θυμόμουνα. Τα είχα μέσα στο μυαλό μου.»

«Εμείς, αφού φτάνανε τα καμιόνια στις πόρτες του σκοπευτηρίου, φεύγαμε και πηγαίναμε στον τοίχο γιατι ξέραμε ότι θα τους εκτελέσουνε. Ήμασταν παιδιά βέβαια αλλά αυτό το γνωρίζαμε γιατι είχαν εκτελέσει κι άλλους. Πήγαμε όλα τα πιτσιρίκια, άλλος ήταν 10 άλλος ήταν 9, κι ανεβήκαμε πάνω στη μάντρα και βλέπαμε μέσα. Δεν είχαμε αίσθηση του φόβου.» πρόσθεσε ο ίδιος.

«Ήταν 5-6 Γερμανοί κάτω ξαπλωμένοι κι ήταν ένας αξιωματικός από πάνω τους και τους έδινε εντολές. Βάζανε 20-10-15 δικούς μας, Έλληνες, και τους σκοτώνανε. Έδινε εντολή αυτός ο αξιωματικός στα γερμανικά κι αυτοί είχαν πολυβόλα, τα είχανε κάτω στο χώμα κι ήταν ξαπλωμένοι κι αυτοί κάτω με τα πολυβόλα και «καθαρίζανε», είπε ακόμη ο 91χρονος.

«Είχε πάρα πολλά μολύβια γιατι ερχόντουσαν κάθε μέρα αυτοί και σκοτώνανε τον κόσμο. Σαν πιτσιρίκια που ήμασταν τα μαζεύαμε και τα πουλάγαμε για φαγητό».