Η υπόθεση της 16χρονης που μαχαίρωσε συμμαθήτριά της σε σχολείο της Κυψέλης έχει συγκλονίσει την κοινή γνώμη και φέρνει στο φως τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οικογένειες όταν έφηβοι βγαίνουν εκτός ελέγχου. Η ανήλικη κατηγορείται για απόπειρα ανθρωποκτονίας, οπλοφορία μέσα σε σχολικό συγκρότημα και οπλοχρησία, κακουργήματα που αποτυπώνουν τη σοβαρότητα του περιστατικού. Η ίδια είχε απασχολήσει τις αρχές άλλες τρεις φορές μέσα στο 2025, όταν είχε επιτεθεί με κουζινομάχαιρο και είχε εντοπιστεί στον Άγιο Παντελεήμονα να φέρει μαχαίρι μήκους 18 εκατοστών.
Η μητέρα της, μιλώντας στο MEGA, εξέφρασε την επιθυμία της να βοηθήσει την κόρη της και να μην την «βγάλουν εγκληματία», καθώς όπως τονίζει η ίδια πρόκειται για ένα μικρό κορίτσι που χρειάζεται στήριξη. Η γυναίκα ανέφερε ότι έχει κλείσει ραντεβού με ψυχολόγο για την κόρη της και επιδιώκει να τη στηρίξει, όμως τονίζει ότι δεν έχει βρει τη βοήθεια που χρειάζεται. Η μητέρα δήλωσε πως είχε απευθυνθεί στο σχολείο για να κλείσει ραντεβού με ψυχολόγο, αλλά της απάντησαν ότι «δεν έχει τίποτα το παιδί, είναι μια χαρά».
Η μητέρα περιγράφει την κόρη της ως κλειστό χαρακτήρα, που δεν ανοίγεται εύκολα, και εκφράζει την αδυναμία της να παρακολουθήσει συνεχώς τις κινήσεις της. «Δεν ξέρω, δεν γνωρίζω το μαχαίρι και όλα αυτά. Δεν γνωρίζω τίποτα. Ήρθε ξαφνικό. Δεν γνωρίζω πού βρήκε το μαχαίρι. Εγώ δούλευα», είπε. Για τον τραυματισμό άλλου κοριτσιού το καλοκαίρι, δήλωσε πως πρόκειται για τσακωμό που σχετίζεται με την εφηβεία και τις συνήθεις εναλλαγές συμπεριφορών των παιδιών. Η μητέρα τονίζει πως στο σπίτι δεν υπήρχε βία και ότι φροντίζει την κόρη της, παρέχοντάς της φαγητό, χαρτζιλίκι και αγάπη. Παρ’ όλα αυτά, η ίδια αισθάνεται αβοήθητη και παγιδευμένη, καθώς οι απαιτήσεις της ζωής την αφήνουν χωρίς χρόνο να ασχοληθεί όσο χρειάζεται.
Η μητέρα εξηγεί ότι προσπαθεί να συμβουλεύει την κόρη της, να της υπενθυμίζει να προσέχει και να παραμείνει στο σχολείο, ενώ παράλληλα αναγνωρίζει ότι κάποιοι την έχουν παρασύρει σε λάθος δρόμο. Η ίδια δηλώνει ότι έχει επικοινωνήσει με φορείς όπως το Χαμόγελο του Παιδιού, χωρίς όμως αποτέλεσμα, καθώς συχνά της απαντούν ότι δεν μπορούν να παρέμβουν. Η αδυναμία αυτή σε συνδυασμό με τις επαγγελματικές της υποχρεώσεις την κάνει να νιώθει ότι «τρέχει και δεν φτάνει». Η μητέρα έχει τρία παιδιά και παρά τις προσπάθειές της να διατηρήσει καλή σχέση με όλα, η κόρη της φαίνεται να είναι πιο ευάλωτη στις επιρροές των εξωτερικών παραγόντων και της παρέας της.
Η οικονομική κατάσταση της οικογένειας φαίνεται να επηρεάζει επίσης την ικανότητα της μητέρας να παρέχει την απαιτούμενη στήριξη. Ο πατέρας των παιδιών, συνταξιούχος αστυνομικός, όπως η μητέρα ανέφερε, δεν συμμετέχει ενεργά στην καθημερινότητα των παιδιών και δεν προσφέρει οικονομικά πέρα από λόγια. Η μητέρα αναλαμβάνει σχεδόν όλα τα έξοδα και τις ευθύνες για τη φροντίδα των παιδιών, ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να βρει λύσεις για την ψυχολογική υποστήριξη της κόρης της.
Παρά τις δυσκολίες, η μητέρα δηλώνει αποφασισμένη να μην εγκαταλείψει την προσπάθεια για βοήθεια. Έχει ήδη κλείσει ραντεβού με ψυχολόγο και προσπαθεί να εξασφαλίσει το απαραίτητο χαρτί από το σχολείο ώστε η κόρη της να παρακολουθήσει μαθήματα από το σπίτι, σε περίπτωση που δεν μπορεί να παραμείνει κανονικά στο σχολείο. Αναγνωρίζει όμως ότι η διαδικασία είναι δύσκολη και χρονοβόρα, ενώ οι καθημερινές υποχρεώσεις και η οικονομική πίεση περιορίζουν τις δυνατότητές της.
Η μητέρα προσπαθεί να δείξει κατανόηση για τις πράξεις της κόρης της και πιστεύει ότι δεν φταίει η ίδια, αλλά η παρέα και οι εξωτερικές επιρροές που την οδήγησαν σε επικίνδυνες συμπεριφορές. Όπως λέει, η κόρη της την καθησυχάζει ότι θέλει μόνο να πηγαίνει σχολείο και να μην εμπλέκεται σε προβλήματα, αλλά ταυτόχρονα παραδέχεται ότι λέει και ψέματα, γεγονός που προκαλεί σύγχυση και αγωνία στη μητέρα. Η ίδια νιώθει ότι παλεύει μόνη της για να βρει λύσεις και να προστατεύσει το παιδί της, χωρίς να έχει τη βοήθεια που χρειάζεται από σχολείο, φορείς ή οικογένεια.
Η υπόθεση αυτή αναδεικνύει τη δυσκολία των γονέων να αντιμετωπίσουν έφηβους με σοβαρές εκρηκτικές συμπεριφορές, ιδίως όταν οι διαθέσιμοι πόροι και οι δομές υποστήριξης είναι περιορισμένοι. Η μητέρα της 16χρονης προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στις ανάγκες των παιδιών της, τις οικονομικές υποχρεώσεις και την αναζήτηση ψυχολογικής βοήθειας για την κόρη της, ενώ παράλληλα προσπαθεί να προστατεύσει την ίδια από τον στιγματισμό. Παρά την πίεση και την αβοηθησία που νιώθει, επιμένει να δείξει αγάπη και στήριξη στο παιδί της, πιστεύοντας ότι η 16χρονη μπορεί να αλλάξει πορεία και να βρει τον σωστό δρόμο με τη σωστή καθοδήγηση και ψυχολογική στήριξη.
Η υπόθεση παραμένει ανοιχτή και η κοινή γνώμη παρακολουθεί με ενδιαφέρον και ανησυχία τις εξελίξεις, ενώ η μητέρα συνεχίζει να παλεύει μόνη της για το καλό της κόρης της, ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή θα βρει την υποστήριξη που χρειάζεται για να την καθοδηγήσει σε μια ασφαλή και υγιή πορεία.