Από το Μάλεμε και συγκεκριμένα από το Μνημείο Πεσόντων της 30ης και 33ης Μοίρας της Βρετανικής Βασιλικής Αεριπορίας ξεκίνησε σήμερα το μεσημέρι (23/5) η επίσκεψη της Πριγκίπισσας Άννας της Μεγάλης Βρετανίας στα Χανιά. Η ίδια συμμετέχει επίσημα στις επετειακές εκδηλώσεις για τη συμπλήρωση 85 χρόνων από τη Μάχη της Κρήτης, συνοδευόμενη από τον σύζυγό της, Σερ Τιμ Λόρενς.
Στο Μνημείο στο Μάλεμε είχαν συγκεντρωθεί από νωρίς Βρετανοί κάτοικοι των Χανίων, προκειμένου να υποδεχθούν μαζί με τον δήμαρχο Πλατανιά, Ιωάννη Μαλανδράκη, την Πριγκίπισσα, τον σύζυγό της, τον πρέσβη του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ελλάδα, τιμητικό άγημα της Βρετανικής Βασιλικής Αεροπορίας, αλλά και απογόνους Βρετανών που συμμετείχαν στη Μάχη της Κρήτης.
Αμέσως μετά την άφιξή της τελέστηκε επιμνημόσυνη δέηση, ενώ αναγνώστηκε το ιστορικό της παρουσίας των Βρετανών συμμάχων στην Κρήτη. Στη συνέχεια πραγματοποιήθηκε κατάθεση στεφάνων προς τιμήν των πεσόντων από την Πριγκίπισσα Άννα, τους επίσημους προσκεκλημένους και τον δήμαρχο Πλατανιά. Η τελετή ολοκληρώθηκε με την ανάκρουση των εθνικών ύμνων της Ελλάδας και του Ηνωμένου Βασιλείου. Παράλληλα, μέλη της Στρατιωτικής Μπάντας της Βρετανικής Φρουράς απέδωσαν εμβατήρια και μουσικά κομμάτια, συνοδεύοντας την Πριγκίπισσα στην επίσκεψή της στα Χανιά.
Ακολούθησε συνάντηση της Πριγκίπισσας Άννας, του Σερ Λόρενς και του Βρετανού πρέσβη με απογόνους των Βρετανών στρατιωτών, αλλά και απόστρατους της Βρετανικής Πολεμικής Αεροπορίας που ταξίδεψαν στα Χανιά για να παραστούν στις επετειακές εκδηλώσεις. Την Πριγκίπισσα υποδέχθηκαν νωρίτερα στο αεροδρόμιο Χανίων, όπου προσγειώθηκε το μεσημέρι, ο αντιπεριφερειάρχης Χανίων Νικόλαος Καλογερής και ο δήμαρχος Χανίων Παναγιώτης Σημανδηράκης.
Στις 18:00 το απόγευμα, η Πριγκίπισσα και η συνοδεία της αναμένεται να μεταβούν στο Συμμαχικό Κοιμητήριο στον Βλητέ Σούδας, όπου θα πραγματοποιηθεί η καθιερωμένη επιμνημόσυνη δέηση παρουσία εκπροσώπων όλων των Συμμαχικών Κοινοπολιτειακών δυνάμεων. Παράλληλα, προγραμματίζεται διέλευση αεροσκαφών της 30ης Μοίρας και των Red Arrows της Βρετανικής Βασιλικής Αεροπορίας.
«Η υπόσχεση του Τσώρτσιλ να υπερασπιστεί την Ελλάδα, παρά την απεγνωσμένη ανάγκη για άνδρες και εξοπλισμό στη Βόρεια Αφρική, ήταν ένα χρέος τιμής που τον βάραινε πολύ και στο οποίο παρέμεινε βαθιά αφοσιωμένος. Έτσι, στάλθηκε μια Εκστρατευτική Δύναμη για να υποστηρίξει την ελληνική αντίσταση στην ιταλική και γερμανική εισβολή στα τέλη του 1940.
Ωστόσο, μετά την επείγουσα εκκένωση του Απριλίου 1941 από την ηπειρωτική Ελλάδα, σχεδόν όλα τα τεθωρακισμένα, το πυροβολικό και ο περισσότερος εξοπλισμός επικοινωνιών εγκαταλείφθηκαν. Αν και η φρουρά της Κρήτης ανήλθε σε περίπου 28.500 συμμαχικά στρατεύματα και 6-10.000 Έλληνες στρατιώτες, παρέμεινε κακώς εξοπλισμένη.
Μόνο 14 Blenheim της 30ης Μοίρας και 7 Hurricane της 33ης Μοίρας έφτασαν στο Μάλεμε, επιτρέποντας την εκκένωση απαρχαιωμένων αεροσκαφών Fleet Air Arms. Οι απώλειες αυξήθηκαν μέχρι που έμειναν μόνο τέσσερα Blenheim και ένα Hurricane. Αυτά αποσύρθηκαν μεταξύ 15-19 Μαΐου. Το αεροδρόμιο του Μάλεμε και ο λόφος Καυκασία υπερασπίζονταν 620 στρατιώτες Μαορί του 22ου Τάγματος Νέας Ζηλανδίας, 85 Βασιλικούς Πεζοναύτες, δέκα πυροβόλα Bofors και προσωπικό εδάφους της RAF από την 30ή και 33η Μοίρα, παρά την έλλειψη εκπαίδευσης του Στρατού. Ο λόφος Καυκασία κυριαρχούσε στο αεροδρόμιο. Η απώλειά του θα σήμαινε την απώλεια της Κρήτης.
Η γερμανική εισβολή οργανώθηκε από τον Στρατηγό Κουρτ Στούντεντ, επικεφαλής των Fallschirmjäger. Η δύναμή του διέθετε 240 βομβαρδιστικά, 150 Στούκα, 150 μαχητικά αεροσκάφη, 502 μεταγωγικά Junkers Ju 52 και 70 ανεμόπτερα. Μόνο στο Μάλεμε αποβιβάστηκαν περίπου 1.900 αλεξιπτωτιστές και 14.000 ορεινοί στρατιώτες.
Στις 20 Μαΐου 1941, ύστερα από την πρόωρη επιδρομή της Luftwaffe, ξεκίνησε στις 7:30 μεγάλη επίθεση με σφοδρό βομβαρδισμό και σχεδόν 500 αεροσκάφη Ju 52 να ρίχνουν αλεξιπτωτιστές από χαμηλό ύψος. Σαράντα ανεμόπτερα προσγειώθηκαν στην κοίτη του Ταυρωνίτη ποταμού. Οι περίπου 400 στρατιώτες τους εξουδετερώθηκαν από τις συμμαχικές δυνάμεις, ανάμεσά τους και προσωπικό της RAF. Άλλοι Fallschirmjäger προσγειώθηκαν δυτικότερα, προκαλώντας σκληρές συγκρούσεις γύρω από το αεροδρόμιο.
Πίσω από το μνημείο της RAF στο Μάλεμε, στον λόφο 107, αλεξιπτωτιστές έπεσαν απευθείας πάνω στις θέσεις των Νεοζηλανδών και της RAF, υπομένοντας τεράστιες απώλειες, με ελάχιστους επιζώντες από το πρώτο κύμα. Ο σχεδιασμός των γερμανικών αλεξιπτώτων άφηνε τους στρατιώτες εκτεθειμένους μέχρι να φτάσουν στον εξοπλισμό τους, στοιχείο που εκμεταλλεύτηκαν οι αμυνόμενοι.
Οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, με τη γερμανική πίεση από τα δυτικά να οδηγεί σταδιακά στην απώλεια σημαντικού μέρους του αεροδρομίου. Οι πράξεις γενναιότητας συνδυάστηκαν με ωμότητες. Προσωπικό της RAF που παραδόθηκε εκτελέστηκε, ενώ 40 αιχμάλωτοι χρησιμοποιήθηκαν ως ανθρώπινες ασπίδες. Ο πιλότος Crowther και ο δεκανέας Harrison οργάνωσαν πυρά που ανέκοψαν τους επιτιθέμενους, επιτρέποντας σε ορισμένους αιχμαλώτους να διαφύγουν, αν και μόλις 14 σώθηκαν.
Η αντεπίθεση που εξαπολύθηκε στις 17:00 με τη συνδρομή δύο αρμάτων Matilda απέτυχε εξαιτίας μηχανικών βλαβών και ανεπαρκούς οπλισμού. Καθώς έπεφτε η νύχτα, τα προβλήματα στις επικοινωνίες δημιούργησαν λανθασμένη εικόνα ότι κρίσιμες θέσεις είχαν χαθεί, οδηγώντας σε υποχώρηση. Στην πραγματικότητα, αρκετές μονάδες μπορούσαν ακόμη να διατηρήσουν τις θέσεις τους. Η αποχώρηση αυτή επέτρεψε στις γερμανικές δυνάμεις να καταλάβουν τον Λόφο 107 και το αεροδρόμιο. Την ίδια στιγμή, ειρωνικά, οι Γερμανοί διοικητές, έχοντας περίπου 3.000 νεκρούς και 2.600 τραυματίες, εξέταζαν ακόμη και το ενδεχόμενο εγκατάλειψης της επιχείρησης.
Ο κρητικός πληθυσμός επέδειξε αξιοσημείωτο θάρρος, αντιστεκόμενος στους κατακτητές παρά τα σκληρά αντίποινα, κερδίζοντας διαχρονικό σεβασμό και ευγνωμοσύνη. Ήταν η πρώτη απόπειρα κατάληψης στρατηγικού στόχου αποκλειστικά με αερομεταφερόμενες δυνάμεις και, παρότι κρίθηκε επιτυχημένη, οι βαριές απώλειες διασφάλισαν ότι δεν επαναλήφθηκε ποτέ ξανά.
«Θυμόμαστε σήμερα το 50μελές προσωπικό της Μοίρας που πέθανε υπερασπιζόμενο το αεροδρόμιο, από τους 214 που ήταν παρόντες εκείνο το πρωί. Από τους υπόλοιπους, 75 αιχμαλωτίστηκαν και 89 διέφυγαν διασχίζοντας τα Λευκά Όρη για να σωθούν από το Βασιλικό Ναυτικό.
Θα τους θυμόμαστε».