Υπήρξε μια Αθήνα όπου το φαρμακείο δεν ήταν απλώς κατάστημα, αλλά θεσμός. Ένας τόπος εμπιστοσύνης, μια μικρή κοινωνία της γειτονιάς, ένα σημείο προσανατολισμού για τους επαρχιώτες που κατέβαιναν στην πρωτεύουσα και μια καθημερινή σκηνή όπου η επιστήμη συναντούσε το ανθρώπινο μέτρο. Στην Ομόνοια και στους δρόμους του κέντρου, ορισμένα επώνυμα έγιναν κάτι περισσότερο από επιγραφές: έγιναν τοπόσημα μιας εποχής που έφυγε.
Υπήρξαν χρόνια στην Αθήνα που ένα φαρμακείο μπορούσε να είναι τόσο αναγνωρίσιμο όσο ένα καφενείο, ένα ζαχαροπλαστείο ή ένα ξενοδοχείο. Δεν ήταν απλώς ο χώρος όπου έπαιρνες το φάρμακό σου. Ήταν ο άνθρωπος πίσω από τον πάγκο, η γνώση, η εμπιστοσύνη, η αίσθηση ότι εκεί κάποιος σε ήξερε, σε θυμόταν, σε συμβούλευε και, όταν χρειαζόταν, έσκυβε πάνω από ένα γουδί για να φτιάξει τη συνταγή του γιατρού με τα χέρια του.
Αυτή ήταν η παλιά καλή Αθήνα των ιστορικών φαρμακείων. Η Αθήνα όπου το φάρμακο ήταν ακόμη φάρμακο και το φαρμακείο δεν είχε μετατραπεί σε μια φωτεινή, αποστειρωμένη μπουτίκ καλλυντικών, βιταμινών και συμπληρωμάτων. Τότε που υπήρχαν ακόμη φαρμακοτρίφτες, πάγκοι με χαρακτήρα, ξύλινα συρτάρια, μυρωδιές από σκευάσματα και η αίσθηση ότι η φαρμακευτική ήταν λειτούργημα πριν γίνει λιανική.
Στην καρδιά αυτής της Αθήνας, η Ομόνοια είχε τα δικά της σταθερά σημεία. Και ανάμεσά τους, το φαρμακείο του Μπακάκου κατείχε θέση σχεδόν μυθική. Για χρόνια ήταν τόπος συνάντησης, σημείο αναφοράς, ένα «βρίσκουμε ο ένας τον άλλον εκεί» για ανθρώπους από την επαρχία που κατέβαιναν στην πρωτεύουσα και ήξεραν πως στην Ομόνοια, δίπλα στη βοή της πόλης, υπήρχε ένα όνομα που όλοι γνώριζαν. Δεν ήταν απλώς εμπορικό κατάστημα. Ήταν κομμάτι του αστικού χάρτη της Αθήνας, ένα σημείο ραντεβού πριν ακόμη καθιερωθούν τα κινητά, τα μηνύματα και η διαρκής συνεννόηση της σύγχρονης εποχής.
Το ιστορικό φαρμακείο της Ομόνοιας, ιδρύθηκε το 1917 από τον Πέτρο Μπακάκο και τον χημικό Ανδρέα Σακαλή, και έγινε για δεκαετίες, ίσως το πιο αναγνωρίσιμο σημείο συνάντησης στο κέντρο. «Θα σε περιμένω στου Μπακάκου» έλεγαν οι Αθηναίοι, και δεν χρειαζόταν άλλη εξήγηση. Το φαρμακείο ξεπέρασε γρήγορα τη λειτουργία του ως επιχείρηση και έγινε κομμάτι της ίδιας της τοπογραφίας της πόλης.
Εξίσου εμβληματικός ήταν ο Μαρινόπουλος. Η αφετηρία της οικογένειας στο λιανεμπόριο συνδέεται με φαρμακείο που άνοιξε ο Δημήτρης Μαρινόπουλος το 1893 στη Σόλωνος, ενώ το 1908 άνοιξε το ιστορικό φαρμακείο στα Χαυτεία, στη συμβολή των οδών Πανεπιστημίου και Πατησίων. Εκεί χτίστηκε ένα από τα πιο γνωστά φαρμακεία της Αθήνας, σε ένα σημείο όπου χτυπούσε η καρδιά του κέντρου. Αργότερα, το όνομα Μαρινόπουλος θα φύγει από τα στενά όρια του φαρμακείου και θα μετατραπεί σε επιχειρηματική δυναστεία.
Δίπλα σε αυτό το όνομα, μια ολόκληρη γενιά φαρμακοποιών άφησε το αποτύπωμά της στο κέντρο της πόλης. Ο Θεοδωρίδης, ο Δαμβέργης, ο Βαγενάς, ο Δασκαλάκης,. Ονόματα που για πολλούς Αθηναίους, αλλά και για όσους πέρασαν από την πόλη σε άλλες δεκαετίες, δεν ανήκαν απλώς σε επαγγελματίες. Ανήκαν σε μια αστική μυθολογία.
Οι περισσότεροι ανήκαν περίπου στην ίδια γενιά. Άνθρωποι με κοινές αφετηρίες, με σπουδές, με μια κοινή αντίληψη για το επάγγελμα, ακόμη και με εκείνη τη σιωπηλή συναδελφική συγγένεια που χαρακτήριζε τις παλιότερες εποχές. Δεν ήταν μόνο φαρμακοποιοί. Ήταν πρόσωπα που συμμετείχαν στη ζωή της πόλης, στην καθημερινή της κίνηση, στον κοινωνικό της παλμό.
Η Λυκούργου, για παράδειγμα, συνδέεται τεκμηριωμένα με άλλο όνομα: το φαρμακείο Βαγενά, στη Λυκούργου 7, το οποίο διασώζεται σε αναφορά του Βήματος μέσω διαφήμισης του 1949. Σε μια Αθήνα όπου κάθε δρόμος είχε τη δική του επαγγελματική φυσιογνωμία, και αυτό το φαρμακείο ανήκει στη μικρή ιστορία του κέντρου. Και μάλιστα ήταν ακριβώς απέναντι από το ιστορικό πολυκατάστημα Μινιόν.
Ο Θεοδωρίδης ανήκε σε αυτή την παλιά σχολή, όπου το φαρμακείο περνούσε σχεδόν κληρονομικά από γενιά σε γενιά, όχι μόνο ως επαγγελματική δραστηριότητα αλλά και ως ταυτότητα. Το φαρμακείο του παραδόθηκε στον γιο του, τον Σάββα Θεοδωρίδη, ένα όνομα που αργότερα έμελλε να αποκτήσει εντελώς διαφορετική δημόσια ακτινοβολία, ως διεθνής παίκτης και ιστορικό στέλεχος του Ολυμπιακού. Έτσι, το φαρμακείο ενώθηκε με έναν άλλο κόσμο, εκείνον του αθλητισμού και της δημόσιας ζωής, χωρίς να χάσει το βάρος της πρώτης του καταγωγής: της επιστήμης, της πόλης, του κέντρου.
Στην ίδια μεγάλη αθηναϊκή διαδρομή ανήκει και ο Δαμβέργης. Με βάση τις τεκμηριωμένες αναφορές, το ιστορικό φαρμακείο Α.Κ. Δαμβέργη άνοιξε το 1906 και στεγάστηκε στο Μέγαρο της Πρωίας, στην Πανεπιστημίου 39, απέναντι από την Εθνική Βιβλιοθήκη. Ο χώρος έμεινε θρυλικός για την αισθητική του και τη θέση του στο πιο αστικό, πιο προβεβλημένο κομμάτι της πρωτεύουσας. Μετά την κατεδάφιση του μεγάρου, το φαρμακείο μεταφέρθηκε στην Πανεπιστημίου 6, όπου συνέχισε τη λειτουργία του έως το 2006.
Και ύστερα ήταν ο Πολύδωρος Δασκαλάκης, μια χαρακτηριστική περίπτωση ανθρώπου που δεν άντεξε να δει την αλλαγή του επαγγέλματος. Δεν άντεξε να βλέπει τα φαρμακεία να εγκαταλείπουν τον παλιό τους εαυτό και να μεταμορφώνονται σε καταστήματα πολλαπλών προϊόντων, σε χώρους όπου η φαρμακευτική γνώση έπρεπε να συνυπάρξει – ή και να υποχωρήσει – μπροστά στην εμπορική λογική. Και προτίμησε να κλείσει. Μια απόφαση με πείσμα, με πίκρα ίσως, αλλά και με αξιοπρέπεια. Σαν να ήθελε να υπερασπιστεί μέχρι τέλους μια ιδέα του φαρμακείου που δεν χωρούσε πια στη νέα εποχή.
Η δική του διαδρομή, από την αρχή της Αθήνας και την Ομόνοια μέχρι το Ηράκλειο Κρήτης και αργότερα την Αλίαρτο, για να συμπληρώσει τα ένσημά του ως επιβλέπων σε φαρμακείο, μοιάζει σχεδόν συμβολική. Είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που έζησε όλη τη μετάβαση: από το φαρμακείο-θεσμό στο φαρμακείο-επιχείρηση, από την αστική αίγλη του κέντρου στην επαγγελματική περιπλάνηση των τελευταίων χρόνων.
Σε αυτή την αφήγηση, τα παλιά αθηναϊκά φαρμακεία μοιάζουν με μικρές εστίες μιας χαμένης αστικής αξιοπρέπειας. Ήταν μέρη όπου η επιστημονική γνώση είχε πρόσωπο, όπου το κύρος δεν αποκτιόταν με το μάρκετινγκ αλλά με τη φήμη, τη συνέπεια και τον χρόνο. Το όνομα πάνω στην ταμπέλα ήταν κεφάλαιο ολόκληρης ζωής. Δεν χτιζόταν με branding. Χτιζόταν με βάρδιες, πελάτες, νύχτες εφημερίας, συνταγές, παρασκευές, σχέσεις εμπιστοσύνης.
Η Αθήνα, βέβαια, άλλαξε. Και μαζί της άλλαξαν και τα φαρμακεία. Η αγορά άνοιξε, ο ανταγωνισμός έγινε σκληρότερος, τα ράφια γέμισαν με κατηγορίες προϊόντων που παλιότερα θα φαίνονταν ξένες προς τον πυρήνα του επαγγέλματος. Η αισθητική εκσυγχρονίστηκε, ο χαρακτήρας ομογενοποιήθηκε, η ιδιαιτερότητα υποχώρησε. Εκεί όπου υπήρχαν παλιά συρτάρια, γουδιά και εργαστήρια, τώρα υπάρχουν φωτεινές προθήκες, σειρές καλλυντικών και εμπορικές στρατηγικές.
Δεν είναι απαραίτητα μια ιστορία νοσταλγίας εναντίον της προόδου. Είναι περισσότερο η ιστορία μιας απώλειας χαρακτήρα. Γιατί όταν φεύγουν αυτά τα ονόματα, δεν χάνονται μόνο επαγγελματίες. Χάνονται κομμάτια του τρόπου με τον οποίο μια πόλη θυμάται τον εαυτό της.
Και ίσως αυτό είναι το πιο δυνατό στοιχείο αυτής της παλιάς γενιάς φαρμακοποιών: ότι τα ονόματά τους επέζησαν στη μνήμη όχι μόνο επειδή πούλησαν φάρμακα, αλλά επειδή συνδέθηκαν με μιαν Αθήνα πιο προσωπική, πιο αργή, πιο αναγνωρίσιμη. Μια Αθήνα όπου έλεγες «θα σε περιμένω στου Μπακάκου» και όλοι ήξεραν ακριβώς πού εννοείς. Μια Αθήνα όπου ο φαρμακοποιός ήταν μέρος της κοινωνικής γεωγραφίας της πόλης.
Πώς εξελίχθηκε η αυτοκρατορία Μαρινόπουλου
Από όλα τα ονόματα εκείνης της παλιάς φαρμακευτικής Αθήνας, το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα μετάβασης από το φαρμακείο στην επιχειρηματική αυτοκρατορία είναι αναμφίβολα το όνομα Μαρινόπουλος.
Η διαδρομή ξεκίνησε από το φαρμακείο και τη φαρμακοβιομηχανία, πέρασε στη δημιουργία της Famar και αργότερα άνοιξε προς ένα τεράστιο πλέγμα λιανικής: σούπερ μάρκετ, καλλυντικά, καφέ, ένδυση, διεθνή brands. Για δεκαετίες, η οικογένεια Μαρινόπουλου εξέφρασε όσο λίγοι την Ελλάδα της κατανάλωσης, της επέκτασης και της αστικής ευμάρειας. Το πρώτο μεγάλο πλήγμα ήρθε με τη Famar, ενώ η κατάρρευση της Μαρινόπουλος Α.Ε. – με άνοιγμα που έφτασε περίπου τα 1,8 δισ. ευρώ – σφράγισε το τέλος αυτής της εποχής. Σήμερα, μετά και την πώληση της Starbucks στην Ελλάδα και την Κύπρο, το βασικό αποτύπωμα που απομένει είναι η GAP Greece μέσω της Κάκτος Σύμβουλοι Επιχειρήσεων, με τη σχετική σύμβαση franchise να λήγει το 2028. Με άλλα λόγια, από μια δυναστεία που ξεκίνησε από το φαρμακείο και έφτασε να κυριαρχεί στη λιανική, έχει απομείνει πια ένα πολύ περιορισμένο, αβέβαιο επιχειρηματικό ίχνος.