Στις 22 Οκτωβρίου 1940, λίγες μόλις ημέρες πριν από την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, η Αθήνα ζούσε μια σημαντική στιγμή της μουσικής της ιστορίας. Σύμφωνα με την ιστορική καταγραφή της ημέρας, ο γιος του Τζάκομο Πουτσίνι εγκαινίασε τη νέα όπερα στο Θέατρο Ολύμπια της οδού Ακαδημίας, με τη «Μαντάμα Μπάτερφλαϊ». Ήταν ένα γεγονός που συμβόλιζε τη φιλοδοξία της πρωτεύουσας να αποκτήσει μόνιμη λυρική ζωή.
Από το πρώτο Ολύμπια στο θέατρο του 1958
Χρειάζεται μια ιστορική διάκριση: το Ολύμπια του 1940 δεν ήταν το ίδιο αρχιτεκτονικά με τη γνωστή μεταπολεμική αίθουσα. Η Λυρική είχε συγκροτηθεί αρχικά ως τμήμα του Εθνικού Θεάτρου. Το 1944 αυτονομήθηκε ως Εθνική Λυρική Σκηνή και εγκαινίασε τη λειτουργία της στο πρώτο Ολύμπια με τη «Ρέα» του Σπύρου Σαμάρα, υπό τον Αντίοχο Ευαγγελάτο. Η σύγχρονη μορφή του Ολύμπια προέκυψε από ανακατασκευή και ένταξη της παλιάς αίθουσας σε νέο κτιριακό συγκρότημα, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Πάνου Τολάκη. Εγκαινιάστηκε στις 8 Ιανουαρίου 1958 με την «Αΐντα» του Βέρντι, σε μουσική διεύθυνση Ανδρέα Παρίδη και με πρωταγωνίστρια τη Ρένα Κανάκη. Η Εθνική Λυρική Σκηνή παρέμεινε εκεί έως το 2017.
Η Κάλλας και τα μεγάλα ονόματα
Η ιστορία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής είναι δεμένη με τη Μαρία Καλογεροπούλου, τη μετέπειτα παγκόσμια Μαρία Κάλλας, η οποία πραγματοποίησε τα πρώτα μεγάλα καλλιτεχνικά της βήματα στον οργανισμό, με έργα όπως «Τόσκα», «Φιντέλιο» και «Ο πρωτομάστορας». Η πορεία του θεσμού συνδέθηκε ακόμη με τον Μανώλη Καλομοίρη, τον Κωστή Μπαστιά, τον Αντίοχο Ευαγγελάτο, τον Ανδρέα Παρίδη και τον Κώστα Πασχάλη. Στην ευρύτερη ιστορία των παραγωγών της Λυρικής συναντούμε διεθνείς συνεργάτες όπως ο Ιταλός σκηνοθέτης Ρέμο ντέλλα Πέργκολα και ο αρχιμουσικός Τούλλιο Σεραφίν. Δεν πρέπει, ωστόσο, να αποδίδουμε αυτομάτως κάθε εμφάνιση της Λυρικής στο κτίριο της Ακαδημίας: ορισμένες από τις σημαντικότερες παραστάσεις της δόθηκαν στο Ηρώδειο και στην Επίδαυρο.
Ο Πέτρος Τζαφέρης και το πρώτο μάθημα που δεν ξέχασα
Για μένα αυτή η ιστορία έχει και μια βαθιά προσωπική πλευρά. Στο Γυμνάσιο της Ιονίου Σχολής είχα καθηγητή μουσικής τον Πέτρο Τζαφέρη, έναν άνθρωπο που θυμάμαι και για την προσφορά του στην όπερα, μεταξύ άλλων ως διευθυντή χορωδίας και υποβολέα. Το πρώτο του μάθημα ήταν ο «Ναμπούκο» του Τζουζέππε Βέρντι. Μας είχε χωρίσει σε τρία χορωδιακά τμήματα. Δεν μας μάθαινε απλώς νότες και μελωδίες. Μας έβαζε να αισθανθούμε πώς διαφορετικές φωνές μπορούν να γίνουν ένα μουσικό σύνολο. Από εκείνον αγάπησα την όπερα. Και κάθε φορά που επιστρέφω νοερά στο Ολύμπια, σκέφτομαι ότι η ιστορία της μουσικής δεν γράφεται μόνο από τις μεγάλες ντίβες και τους διάσημους μαέστρους, αλλά και από δασκάλους που ανοίγουν έναν ολόκληρο κόσμο στα παιδιά.
Ποιος ήταν ο Τζάκομο Πουτσίνι
Ο Τζάκομο Πουτσίνι γεννήθηκε το 1858 στη Λούκα της Τοσκάνης, σε οικογένεια μουσικών, και σπούδασε στο Ωδείο του Μιλάνου. Αναδείχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους συνθέτες της ιταλικής όπερας, με εξαιρετική ικανότητα να συνδυάζει θεατρική ένταση, ανθρώπινο συναίσθημα και αξέχαστες μελωδίες. Στα σπουδαιότερα έργα του ανήκουν οι «Μανόν Λεσκό» (1893), «Λα Μποέμ» (1896), «Τόσκα» (1900), «Μαντάμα Μπάτερφλαϊ» (1904), «Το κορίτσι της Δύσης» (1910), «Το χελιδόνι» (1917), οι τρεις μονόπρακτες όπερες του «Τρίπτυχου» (1918) και η «Τουραντότ», που έμεινε ημιτελής όταν πέθανε το 1924 στις Βρυξέλλες. Η «Τουραντότ» ολοκληρώθηκε αργότερα από τον Φράνκο Αλφάνο.
Η τραγωδία της Μαντάμα Μπάτερφλαϊ
Η νεαρή Γιαπωνέζα Τσο-Τσο-Σαν ερωτεύεται τον Αμερικανό αξιωματικό Πίνκερτον, ο οποίος αντιμετωπίζει τον γάμο τους ως προσωρινή περιπέτεια. Εκείνη, αντίθετα, τον περιμένει πιστά, ακόμη και όταν εκείνος την εγκαταλείπει. Όταν επιστρέφει με την Αμερικανίδα σύζυγό του και ζητεί να πάρει το παιδί τους, η ηρωίδα οδηγείται στην αυτοκτονία. Η περίφημη άρια «Un bel dì, vedremo» συμπυκνώνει την ελπίδα και την αυταπάτη της. Η πρεμιέρα στη Σκάλα του Μιλάνου, στις 17 Φεβρουαρίου 1904, υπήρξε αποτυχία. Ο Πουτσίνι αναθεώρησε το έργο και η νέα παρουσίασή του στην Μπρέσια, τον Μάιο του ίδιου έτους, σημείωσε θρίαμβο. Σήμερα η όπερα θεωρείται κορυφαίο έργο του παγκόσμιου ρεπερτορίου.
Η κληρονομιά της Ακαδημίας
Το Ολύμπια δεν ήταν απλώς μια θεατρική αίθουσα. Υπήρξε για δεκαετίες τόπος συνάντησης της ελληνικής μουσικής δημιουργίας με το διεθνές λυρικό ρεπερτόριο. Σήμερα το ιστορικό κτίριο συνεχίζει τη μουσική του ζωή ως Δημοτικό Μουσικό Θέατρο «Μαρία Κάλλας». Και για μένα η ανάμνησή του συνοδεύεται πάντοτε από εκείνο το μάθημα του Πέτρου Τζαφέρη: τρεις ομάδες μαθητών, ένας Βέρντι και η αρχή μιας αγάπης που έμεινε.
Πηγές και τεκμηρίωση
https://www.nationalopera.gr/els/istoriko
https://www.nationalopera.gr/80years