Στη σκιά της ιστορίας της Νοτιοανατολικής Ασίας υπήρξε ένας μεγάλος πολιτισμός που μοιάζει να χάθηκε δύο φορές: πρώτα από τον χάρτη και ύστερα από τη συλλογική συνείδηση. Είναι ο πολιτισμός των Cham, δημιουργών του βασιλείου Champa, που από τον 2ο έως τον 19ο αιώνα άκμασε στην κεντρική και νότια περιοχή του σημερινού Βιετνάμ.
Παρότι οι Cham είναι γνωστοί μέσα από ιστορικές πηγές, επιγραφές και αρχαιολογικά ευρήματα, παραμένουν για πολλούς σχεδόν άγνωστοι, παρότι υπήρξαν φορείς ενός μεγάλου πολιτισμού. Πιθανότατα μετανάστευσαν από τις ακτές του σημερινού δυτικού Βόρνεο προς περιοχές που συνδέονται με τον πρωτοϊστορικό πολιτισμό Sa Huỳnh ήδη από τον 3ο αιώνα π.Χ.
Ως έμπειροι ναυτικοί και έμποροι, οι Cham ήξεραν πώς να εντάσσονται στα τοπικά δίκτυα και να γίνονται αποδεκτοί από αυτόχθονες πληθυσμούς. Οργανωμένοι σε φατρίες, κατάφεραν να κρατήσουν σε απόσταση τους Κινέζους, την εποχή που εκείνοι επιβάλλονταν στους πληθυσμούς του Βιετνάμ στο Δέλτα του Κόκκινου Ποταμού. Έτσι, ένας πρώιμος πυρήνας του βασιλείου σχηματίστηκε το 192 μ.Χ. στην περιοχή γύρω από τη σημερινή Huế, ύστερα από εξέγερση κατά της δυναστείας Χαν.
Για την πολιτική και κοινωνική τους οργάνωση υιοθέτησαν πρότυπα από τον ινδικό κόσμο. Τα μνημεία που άφησαν πίσω τους, οι χαρακτηριστικοί τούβλινοι πύργοι-ναοί, είναι αφιερωμένα σε ινδικές θεότητες και αποτελούν μέχρι σήμερα το πιο αναγνωρίσιμο ίχνος του πολιτισμού τους.
Στην ακμή του, από τον 11ο έως τα τέλη του 15ου αιώνα, το «Μεγάλο Champa», με τα επιμέρους βασίλειά του και τον ενιαίο πολιτισμικό του ορίζοντα, ήταν γνωστό πολύ πέρα από τα σύνορά του. Η άνθηση αυτή προσέλκυσε Βιετναμέζους από το Δέλτα του Κόκκινου Ποταμού και Χμερ, που επιχείρησαν να διεισδύσουν στα εμπορικά δίκτυα των Cham.
Το Champa άρχισε να συρρικνώνεται σταδιακά κατά τη διάρκεια της νότιας επέκτασης του Βιετνάμ, της λεγόμενης Nam tiến. Με την εκστρατεία του Lê Thánh Tông το 1471 έχασε τα δύο τρίτα της επικράτειάς του, ενώ το 1832 ενσωματώθηκε οριστικά στο βιετναμέζικο κράτος.
Κι όμως, οι Cham δεν εξαφανίστηκαν. Σήμερα αναγνωρίζονται ως μία από τις 54 εθνοτικές ομάδες του Βιετνάμ. Παρότι ιστορικά ήταν ινδουιστές, πολλοί είναι πλέον μουσουλμάνοι, ενώ μια μειονότητα ακολουθεί μια μορφή ινδουισμού, διατηρώντας ζωντανές παραδόσεις του παλαιού βασιλείου. Διαθέτουν δική τους γλώσσα, τη Cham, καταγεγραμμένη ήδη από τον 4ο αιώνα μ.Χ., η οποία ανήκει στην οικογένεια των αυστρονησιακών γλωσσών και έχει δικό της σύστημα γραφής. Η γλώσσα θεωρείται απειλούμενη από την UNESCO, με λίγες εκατοντάδες χιλιάδες ομιλητές, ενώ στην καθημερινότητα χρησιμοποιείται συχνά και το λατινικό αλφάβητο.
Η ιστορία του Champa φωτίζει τη διακίνηση ιδεών, συμβόλων, λατρειών και τεχνικών στη Νοτιοανατολική Ασία. Κυρίως, όμως, δείχνει πώς ένας πολιτισμός μπορεί να παραμένει ζωντανός ακόμη κι όταν ο πολιτικός και υλικός του φορέας έχει σχεδόν χαθεί.
Οι θεοί, οι πύργοι και ο κόσμος των Cham
Οι Cham άφησαν πίσω τους πλούσια πολιτιστική κληρονομιά, με πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα τους τούβλινους πύργους-ναούς, τα λεγόμενα Cham Towers, που μαρτυρούν δέκα αιώνες συνεχούς ανάπτυξης, από τον 4ο έως τον 13ο αιώνα μ.Χ.
Πολλοί ναοί χτίστηκαν προς τιμήν ινδουιστικών θεοτήτων, όπως ο Κρίσνα και ο Βισνού, αλλά κυρίως του Σίβα. Ο σιβιτικός ινδουισμός υπήρξε η καθιερωμένη κρατική θρησκεία, γεγονός που αποτυπώνεται στα γλυπτά, στα ανάγλυφα και στη θρησκευτική αρχιτεκτονική του Champa.
Τα σημαντικότερα in situ απομεινάρια του πολιτισμού Cham, ναοί και πύργοι, βρίσκονται στο κεντρικό Βιετνάμ: το Ιερό Mỹ Sơn, κοντά στη Hội An, οι Πύργοι Po Nagar στη Nha Trang, καθώς και οι τοποθεσίες Trà Kiệu και Đồng Dương.
Το Mỹ Sơn και τα σωζόμενα ίχνη του Champa
Επισκεφτήκαμε το Ιερό Mỹ Sơn, το σημαντικότερο θρησκευτικό και πολιτικό κέντρο του αρχαίου Champa, αλλά και τόπο ταφής βασιλιάδων από τον 4ο έως τον 13ο αιώνα. Βρίσκεται σε μια κοιλάδα περιτριγυρισμένη από βουνά, κοντά στον ιερό ποταμό Thu Bồn, περίπου 70 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της Đà Nẵng.
Το συγκρότημα αρχικά περιλάμβανε περισσότερους από 70 ναούς. Σήμερα σώζονται περίπου 20 ναοί και ομάδες κτισμάτων, άλλοι σε καλύτερη κατάσταση και άλλοι ως ερείπια.
Οι ναοί είναι κατασκευασμένοι από ψημένα, σκαλιστά τούβλα, τα οποία, σύμφωνα με τους μελετητές, ενώθηκαν χωρίς ορατό συνδετικό κονίαμα, με μια τεχνική που παραμένει έως σήμερα μυστήριο.
Η τεχνολογική τους πολυπλοκότητα αποτελεί ένδειξη των υψηλών κατασκευαστικών δεξιοτήτων των Cham. Ανάγλυφα από ψαμμίτη απεικονίζουν σκηνές από την ινδουιστική μυθολογία και παραπέμπουν στο Όρος Meru, την κατοικία των θεών στο κέντρο του φυσικού και πνευματικού σύμπαντος.
Πολλά μνημεία καταστράφηκαν από αμερικανικούς βομβαρδισμούς το 1969, καθώς θεωρήθηκε ότι στην περιοχή κρύβονταν αντάρτες των Βιετκόνγκ. Περπατώντας μέσα στην κοιλάδα, είδαμε ακόμη διάσπαρτα κοιλώματα στο έδαφος, ίχνη εκείνων των βομβαρδισμών.
Τα μη εκραγέντα πυρομαχικά παραμένουν διαρκές πρόβλημα για την αρχαιολογική έρευνα, την αποκατάσταση των μνημείων και την πρόσβαση σε νέα σημεία. Παράλληλα, η τοποθεσία δοκιμάζεται από δύσκολες κλιματικές συνθήκες, όπως οι πλημμύρες και η υγρασία.
Το 1999 το Mỹ Sơn ανακηρύχθηκε Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, ως χώρος που αποτυπώνει με ξεχωριστό τρόπο το πολιτιστικό αποτύπωμα της Νοτιοανατολικής Ασίας.
Μια αναπαράσταση του περίφημου χορού Apsara από γυναίκες Champa, με τίτλο «Η Ψυχή της Πέτρας», εμπνευσμένη από τα ψαμμιτικά αγάλματα της περιοχής, ήταν το επιστέγασμα της επίσκεψης.
Η μνήμη ως θέαμα στη Hội An
Στη Hội An είδαμε τη μεγαλύτερη υπαίθρια οπτικοακουστική παράσταση του Βιετνάμ, η οποία αφηγείται την ιστορία και τον πολιτισμό της περιοχής. Στο θέαμα, με τη συμμετοχή περίπου 500 καλλιτεχνών και χορευτών, παρουσιάζεται, μεταξύ άλλων, ένας γάμος-ορόσημο του 14ου αιώνα ανάμεσα στην πριγκίπισσα Huyền Trân του Βιετνάμ και τον βασιλιά Chế Mân των Cham.
Από εκείνη την εποχή, η περιοχή που εκτείνεται από τη Huế έως τη Hội An, βόρεια του ποταμού Thu Bồn, πέρασε στο Βιετνάμ. Έτσι, ακόμη και μια σύγχρονη παράσταση για τουρίστες γίνεται ένας τρόπος να επιβιώνει η μνήμη ενός κόσμου που έχει πλέον χαθεί ως πολιτική οντότητα, αλλά όχι ως πολιτισμική παρουσία.
Φεύγοντας από τους πύργους και την υγρασία της ζούγκλας, συνειδητοποιεί κανείς ότι το Champa συνεχίζεται και αλλού: σε προθήκες μουσείων και σε αρχεία που διασώζουν ό,τι δεν σώθηκε στην πέτρα.
Τα μουσεία του Βιετνάμ στη Đà Nẵng και στη Hội An
Το 1902 ο Γάλλος ερευνητής Henri Parmentier πρότεινε τη δημιουργία ενός μουσείου αφιερωμένου στις αρχαιότητες των Cham, το οποίο εγκαινιάστηκε τελικά το 1919 στη Đà Nẵng. Σήμερα, γνωστό ως Μουσείο Γλυπτικής Cham, στεγάζει τη μεγαλύτερη συλλογή γλυπτών Cham στον κόσμο.
Στη Hội An, το Μουσείο Πολιτισμού των Sa Huỳnh θυμίζει ότι η προϊστορία της περιοχής πηγαίνει πολύ πίσω, στην Εποχή του Σιδήρου και στον πολιτισμό Sa Huỳnh, από το 1000 π.Χ. έως το 200 μ.Χ., πολύ πριν από τη δημιουργία οργανωμένων κρατών. Οι Sa Huỳnh ήταν γνωστοί για την παράδοση της ταφής σε διακοσμημένα πήλινα πιθάρια, αλλά και για τις δεξιότητές τους ως ναυτικοί, μεταλλουργοί και έμποροι μεταξιού και μπαχαρικών στη Νοτιοανατολική Ασία, στην Κίνα και στην Ινδία.
Κατασκεύαζαν ποιοτικά κεραμικά, κοσμήματα, γυάλινες χάντρες και χρυσά στολίδια. Αρχαιολογικοί χώροι τους έχουν εντοπιστεί από το Δέλτα του Μεκόνγκ έως την επαρχία Quảng Bình στο κεντρικό Βιετνάμ. Ορισμένοι τάφοι περιέχουν πιο περίτεχνα και πολύτιμα αγαθά, στοιχείο που δείχνει κοινωνική διαστρωμάτωση.
Το Μουσείο Πολιτισμού των Sa Huỳnh, που ιδρύθηκε το 1994, στεγάζει 971 αντικείμενα και προσφέρει μια εκτενή εικόνα της πνευματικής ζωής, της αισθητικής και των οικονομικών δραστηριοτήτων αυτής της αρχαίας κοινωνίας. Τα 200 ταφικά πιθάρια, μαζί με κεραμικά, όπλα και μεταλλικά εργαλεία, δίνουν πολύτιμες πληροφορίες για τους αρχαίους ναυτικούς και εμπόρους που κατοίκησαν πρώτοι την περιοχή.
Η δεύτερη ζωή του Champa στο Παρίσι
Στη Γαλλία, η ιστορία αυτών των συλλογών είναι άρρηκτα δεμένη με το αποικιακό καθεστώς, κατά τη διάρκεια του οποίου αποσπάστηκαν πολλά από αυτά τα αντικείμενα από τον φυσικό και ιστορικό τους χώρο. Γάλλοι αρχαιολόγοι και αποικιακές αρχές μετέφεραν στις αρχές του 20ού αιώνα πολλά αντικείμενα, όπως αγάλματα, βωμούς και ανάγλυφα, από το Ιερό Mỹ Sơn και άλλες τοποθεσίες.
Το Μουσείο Guimet στο Παρίσι διαθέτει μία από τις σημαντικότερες συλλογές τέχνης Cham εκτός Βιετνάμ. Η συλλογή του, που περιλαμβάνει πέτρινα και χάλκινα γλυπτά από τον 2ο έως τον 17ο αιώνα, συγκροτήθηκε κυρίως μέσω γαλλικών αρχαιολογικών αποστολών της École française d’Extrême-Orient, της EFEO, στις αρχές του 20ού αιώνα. Τα έργα αντιπροσωπεύουν διαφορετικές περιόδους του Champa και συνδέονται με τόπους όπως το Mỹ Sơn, η Trà Kiệu και το Đồng Dương.
Το μουσείο λειτουργεί ως σημαντικό αποθετήριο τέχνης της Νοτιοανατολικής Ασίας, αναδεικνύοντας τις ινδουιστικές και βουδιστικές επιρροές στον πολιτισμό του Champa.
Αντίστοιχα, και το Μουσείο του Λούβρου περιλαμβάνει αντικείμενα που αφαιρέθηκαν κατά τη γαλλική αποικιακή περίοδο, όπως ένα κεφάλι αγάλματος από το Ιερό Mỹ Sơn. Η παρουσία τους εκεί μαρτυρεί όχι μόνο το ενδιαφέρον της Ευρώπης για την τέχνη του Champa, αλλά και την αποικιακή πρακτική αφαίρεσης και επανεγγραφής ξένων πολιτισμών μέσα στις δυτικές συλλογές.
Αρχεία, ψηφιοποίηση και η επιμονή της ιστορίας
Περισσότερα από 550 πρωτότυπα χειρόγραφα από τα διοικητικά αρχεία των Cham, τα Archives Royales du Panduranga, δηλαδή τα Βασιλικά Αρχεία του Pāṇḍuraṅga, του τελευταίου βασιλείου των Cham, φυλάσσονται σήμερα στο Παρίσι. Προέρχονται από ένα αρχειακό σύνολο που περιείχε διοικητικά έγγραφα και αντικείμενα τα οποία ανήκαν στους βασιλείς τους. Αποτελούν κεντρικό υλικό για την κατανόηση της ιστορίας, αλλά και του νομικού, δικαστικού και πολιτικού συστήματος των Cham.
Το γαλλικό πρόγραμμα ANR ChamDoc εργάζεται για την ψηφιοποίηση, την αυτόματη αναγνώριση και την ανάλυση αυτών των εύθραυστων χειρογράφων, χρησιμοποιώντας μεθόδους επεξεργασίας εικόνας και αναγνώρισης προτύπων με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης.
Το έργο στοχεύει να δώσει πρόσβαση σε έγγραφα και γλώσσες που έχουν πλέον εξαφανιστεί: επιγραφές στα σανσκριτικά και στα αρχαία Cham από τον 6ο έως τον 15ο αιώνα, χειρόγραφα στα μεσαία Cham πάνω σε φύλλα λατανιάς ή σε χαρτί από τον 18ο αιώνα, καθώς και χειρόγραφα στα σύγχρονα Cham της περιόδου της γαλλικής αποικιοκρατίας.
Τα αρχεία αυτά δείχνουν την αυξανόμενη επιρροή της βιετναμέζικης διοίκησης στο Pāṇḍuraṅga κατά τον 18ο αιώνα, έως την τελική προσάρτησή του το 1832. Οι καθημερινές συναλλαγές, η διοίκηση και οι σχέσεις μεταξύ Cham και Βιετναμέζων κατά τον 17ο και 18ο αιώνα δείχνουν ότι το Panduranga διατηρούσε έναν βαθμό αυτονομίας και διοικητικής οργάνωσης, διαψεύδοντας την ιδέα μιας άμεσης εξαφάνισης του πολιτισμού τους.
Οι Cham συνεχίζουν μέχρι σήμερα να διατηρούν ξεχωριστή ταυτότητα ως αναγνωρισμένη εθνοτική μειονότητα, συμβάλλοντας στην πολιτιστική ποικιλομορφία του σύγχρονου Βιετνάμ.