Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Η ηπατίτιδα Β αποτελεί μία από τις σοβαρότερες λοιμώξεις του ήπατος παγκοσμίως, προκαλώντας κάθε χρόνο περίπου 1,1 εκατομμύρια θανάτους εξαιτίας ηπατικής ανεπάρκειας ή καρκίνου του ήπατος. Παρότι υπάρχουν αποτελεσματικές θεραπείες που μειώνουν τον ιό και περιορίζουν τις βλάβες στο ήπαρ, μέχρι σήμερα δεν είχε επιτευχθεί ουσιαστική θεραπεία που να επιτρέπει στους ασθενείς να διακόπτουν πλήρως τη φαρμακευτική αγωγή χωρίς επανεμφάνιση της νόσου. Μια νέα πειραματική θεραπεία, ωστόσο, φαίνεται να αλλάζει τα δεδομένα και να δημιουργεί ελπίδες για αυτό που οι ειδικοί αποκαλούν «λειτουργική ίαση», σύμφωνα με το AP.

Η νέα φαρμακευτική ουσία ονομάζεται bepirovirsen ή «bepi» και αναπτύχθηκε από τις εταιρείες GSK και Ionis Pharmaceuticals. Σύμφωνα με αποτελέσματα δύο μεγάλων διεθνών ερευνών, περίπου το 20% των ασθενών που έλαβαν το φάρμακο κατάφεραν να μειώσουν τον ιό σε τόσο χαμηλά επίπεδα ώστε το ίδιο το ανοσοποιητικό τους σύστημα να μπορεί πλέον να τον ελέγχει χωρίς συνεχή θεραπεία. Τα αποτελέσματα παρουσιάστηκαν σε επιστημονικό συνέδριο στη Βαρκελώνη και δημοσιεύθηκαν στο έγκριτο ιατρικό περιοδικό New England Journal of Medicine.

Advertisement
Advertisement

Οι επιστήμονες θεωρούν την εξέλιξη αυτή ιδιαίτερα σημαντική, καθώς επί δεκαετίες αναζητούνταν μια αποτελεσματικότερη θεραπεία για τη χρόνια ηπατίτιδα Β. Ο δρ Σενγκ Γκι Λιμ από το Εθνικό Πανεπιστημιακό Σύστημα Υγείας της Σιγκαπούρης δήλωσε ότι μέχρι σήμερα δεν υπήρχε θεραπεία που να έχει φτάσει τόσο κοντά στην ίαση της νόσου. Παρ’ όλα αυτά, ειδικοί όπως η δρ Άννα Λοκ από το Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν επισημαίνουν ότι απαιτείται περαιτέρω έρευνα ώστε να διαπιστωθεί πόσο διαρκεί αυτή η κατάσταση ύφεσης και αν η επιτυχία μπορεί να διατηρηθεί μακροπρόθεσμα.

Σύμφωνα τώρα με το BBC, η ηπατίτιδα Β είναι μια ηπατική λοίμωξη που μεταδίδεται μέσω άμεσης επαφής με σωματικά υγρά και μπορεί να οδηγήσει σε επικίνδυνες ηπατικές παθήσεις, όπως καρκίνο, ηπατική ανεπάρκεια και κίρρωση. Οι έγκυες γυναίκες που έχουν ηπατίτιδα Β μπορούν επίσης να μεταδώσουν τον ιό στα νεογνά κατά τη διάρκεια του τοκετού, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε χρόνιες λοιμώξεις που μπορεί να βλάψουν το ήπαρ.

Παρότι υπάρχει πολύ αποτελεσματικό εμβόλιο που προλαμβάνει τη λοίμωξη, περισσότεροι από 250 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως ζουν με χρόνια μορφή της νόσου, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες οι πάσχοντες υπολογίζονται περίπου σε 1,7 εκατομμύρια. Σε αρκετούς ανθρώπους η λοίμωξη είναι οξεία και διαρκεί λίγους μήνες, όμως σε άλλους εξελίσσεται σε χρόνια πάθηση που καταστρέφει σταδιακά το ήπαρ.

Οι υπάρχουσες θεραπείες, κυρίως χάπια που λαμβάνονται καθημερινά, μειώνουν αποτελεσματικά τον πολλαπλασιασμό του ιού. Ωστόσο, ο ιός της ηπατίτιδας Β έχει την ικανότητα να παραμένει κρυμμένος στον οργανισμό και να επανεμφανίζεται όταν διακόπτεται η θεραπεία. Το νέο φάρμακο δρα διαφορετικά: συνδέεται με το γενετικό υλικό του ιού, εμποδίζει τον πολλαπλασιασμό του και μειώνει μια σημαντική πρωτεΐνη της επιφάνειάς του, γνωστή ως πρωτεΐνη S. Παράλληλα, φαίνεται ότι ενισχύει και την αντίδραση του ανοσοποιητικού συστήματος.

Στις κλινικές δοκιμές συμμετείχαν 1.838 ασθενείς, οι οποίοι έλαβαν είτε εβδομαδιαίες ενέσεις bepi είτε εικονική θεραπεία για έξι μήνες, παράλληλα με τα συνηθισμένα φάρμακά τους. Όσοι ασθενείς δεν παρουσίαζαν ανιχνεύσιμο ιό για έξι μήνες μετά τη διακοπή των ενέσεων μπορούσαν να σταματήσουν και τα υπόλοιπα φάρμακα. Περίπου ένας στους πέντε ασθενείς που έλαβαν το bepi συνέχισε να μην εμφανίζει ανιχνεύσιμο ιό ακόμη και έξι μήνες μετά τη διακοπή κάθε θεραπείας, κάτι που δεν συνέβη σε κανέναν από όσους έλαβαν την εικονική αγωγή.

Οι ερευνητές παρατήρησαν επίσης ότι οι ασθενείς με χαμηλότερα επίπεδα της πρωτεΐνης S στην αρχή της μελέτης είχαν περισσότερες πιθανότητες να επιτύχουν «λειτουργική ίαση». Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν γενικά ήπιες και περιλάμβαναν πόνο ή κοκκίνισμα στο σημείο της ένεσης, καθώς και παροδική αύξηση ορισμένων ηπατικών ενζύμων. Παρ’ όλα αυτά, οι δοκιμές δεν περιλάμβαναν ασθενείς με κίρρωση ή άλλες σοβαρές επιπλοκές, γεγονός που σημαίνει ότι απαιτούνται επιπλέον μελέτες πριν η νέα θεραπεία εφαρμοστεί ευρέως.

Με πληροφορίες από: AP, BBC .