Η πρόθεση ψήφου είναι η καθαρή, πρώτη απάντηση του ερωτώμενου: «αν γίνονταν εκλογές, τι θα ψηφίζατε;». Η εκτίμηση ψήφου, όμως, είναι κάτι άλλο. Εκεί αρχίζει η επεξεργασία, η αναγωγή, η στάθμιση, η ερμηνεία. Και όσο αυτή η διαδικασία δεν εξηγείται με απόλυτη διαφάνεια, τόσο οι δημοσκοπήσεις κινδυνεύουν να πάψουν να είναι εργαλείο ενημέρωσης και να γίνουν μηχανισμός πολιτικής επιρροής.
Υπάρχει μια κρίσιμη διαφορά που συχνά χάνεται μέσα στους τίτλους, τα γραφήματα και τα τηλεοπτικά πάνελ: άλλο πράγμα είναι η πρόθεση ψήφου και άλλο η εκτίμηση ψήφου.
Η πρόθεση ψήφου είναι η απάντηση που δίνει ο πολίτης τη στιγμή που ερωτάται. Μπορεί να πει ότι θα ψηφίσει ένα κόμμα. Μπορεί να πει ότι δεν έχει αποφασίσει. Μπορεί να απαντήσει λευκό, άκυρο, αποχή ή «δεν ξέρω/δεν απαντώ». Αυτή είναι η πρώτη ύλη της δημοσκόπησης. Είναι η πιο κοντινή αποτύπωση της πραγματικής, στιγμιαίας πολιτικής διάθεσης του εκλογικού σώματος.
Ύστερα έρχεται η αναγωγή.
Και εκεί αρχίζει το μεγάλο ερώτημα.
Διότι η αναγωγή δεν είναι απλή καταγραφή. Είναι επεξεργασία. Είναι εκτίμηση. Είναι ένα μοντέλο που παίρνει τους αναποφάσιστους, όσους δηλώνουν αποχή, λευκό ή άκυρο, όσους δεν απαντούν καθαρά, και επιχειρεί να προβλέψει πού τελικά θα κατευθυνθούν. Με άλλα λόγια, η εταιρεία δεν παρουσιάζει πλέον μόνο τι απάντησαν οι πολίτες. Παρουσιάζει τι εκτιμά ότι θα κάνουν.
Αυτό δεν είναι από μόνο του παράνομο ή αντιεπιστημονικό. Οι αναγωγές υπάρχουν διεθνώς. Οι σταθμίσεις, τα μοντέλα και οι προβολές είναι μέρος της εκλογικής ανάλυσης. Το πρόβλημα αρχίζει όταν το αποτέλεσμα της εκτίμησης εμφανίζεται στον δημόσιο διάλογο σαν να είναι η ίδια η πραγματικότητα.
Και ακόμη χειρότερα, όταν η «συνταγή» της αναγωγής μένει θολή.
Ποια κριτήρια χρησιμοποιούνται;
Πώς κατανέμονται οι αναποφάσιστοι;
Με βάση την προηγούμενη ψήφο;
Με βάση την ιδεολογική αυτοτοποθέτηση;
Με βάση τη βεβαιότητα συμμετοχής;
Με βάση ιστορικά στοιχεία;
Με βάση εσωτερικά μοντέλα της εταιρείας;
Και τελικά: υπάρχει κοινή μαθηματική μέθοδος για όλους ή κάθε εταιρεία εφαρμόζει τη δική της;
Αυτά δεν είναι τεχνικές λεπτομέρειες. Είναι η καρδιά του ζητήματος.
Διότι από την πρόθεση ψήφου στην εκτίμηση ψήφου, τα ποσοστά μπορεί να αλλάξουν θεαματικά. Το πρώτο κόμμα μπορεί να εμφανιστεί πολύ ψηλότερα από την αρχική καταγραφή. Τα μικρότερα κόμματα μπορεί να συμπιεστούν. Η αξιωματική αντιπολίτευση μπορεί να δείχνει καθηλωμένη. Οι πολιτικοί συσχετισμοί μπορεί να αποκτήσουν εικόνα «μονοδρόμου», ακόμη κι αν η ακατέργαστη πρόθεση ψήφου δείχνει μια κοινωνία πολύ πιο ρευστή, αβέβαιη και αναποφάσιστη.
Έτσι, μια δημοσκόπηση δεν καταγράφει απλώς κλίμα. Μπορεί και να δημιουργεί κλίμα.
Όταν ο πολίτης βομβαρδίζεται με ποσοστά «εκτίμησης» που εμφανίζουν ένα κόμμα να πλησιάζει ή να ξεπερνά ποσοστά εκλογικής αυτοδυναμίας, ενώ η πρόθεση ψήφου είναι χαμηλότερη, το μήνυμα που περνά δεν είναι ουδέτερο. Είναι πολιτικό. Λέει ποιος φαίνεται νικητής, ποιος φαίνεται χαμένος, ποιος έχει «ρεύμα», ποιος δεν έχει τύχη, ποια ψήφος μοιάζει χρήσιμη και ποια χαμένη.
Και εδώ βρίσκεται το επικίνδυνο σημείο: η δημοσκόπηση, από εργαλείο μέτρησης, μετατρέπεται σε εργαλείο ψυχολογίας της κάλπης.
Το ζήτημα δεν είναι να απαγορευτούν οι εκτιμήσεις. Το ζήτημα είναι να μην παρουσιάζονται σαν Ευαγγέλιο. Και κυρίως, να μην κρύβεται η μεθοδολογία πίσω από γενικόλογες φράσεις περί «στατιστικών μοντέλων» και «αναγωγής επί των εγκύρων».
Ο πολίτης δικαιούται να ξέρει τι βλέπει.
Βλέπει την ακατέργαστη πρόθεση ψήφου;
Βλέπει πρόθεση επί των εγκύρων;
Βλέπει εκτίμηση εκλογικού αποτελέσματος;
Βλέπει κατανομή αναποφάσιστων;
Βλέπει στάθμιση προηγούμενης ψήφου;
Βλέπει διαδικτυακή έρευνα, τηλεφωνική έρευνα ή μεικτό μοντέλο;
Και εδώ μπαίνει το δεύτερο μεγάλο ζήτημα: η μέθοδος συλλογής των απαντήσεων.
Οι τηλεφωνικές έρευνες έχουν τα δικά τους προβλήματα. Δεν απαντούν όλοι. Υπάρχουν ηλικιακές, κοινωνικές και γεωγραφικές στρεβλώσεις. Υπάρχει κόπωση, άρνηση συμμετοχής, καχυποψία. Όμως υπάρχει τουλάχιστον μια διαδικασία άμεσης επικοινωνίας.
Οι διαδικτυακές έρευνες ανοίγουν ακόμη περισσότερα ερωτήματα. Ποιος απαντά; Πώς διασφαλίζεται ότι είναι αυτός που δηλώνει; Πώς αποφεύγονται πολλαπλές ή οργανωμένες απαντήσεις; Πώς ελέγχεται η αντιπροσωπευτικότητα;
Δεν αρκεί να γράφεται κάπου, με μικρά γράμματα, ότι η έρευνα έγινε «τηλεφωνικά και διαδικτυακά». Πρέπει να ξέρουμε σε τι ποσοστό. Πόσες απαντήσεις ήταν τηλεφωνικές και πόσες online. Πώς σταθμίστηκαν. Αν οι δύο μέθοδοι έδωσαν διαφορετικά αποτελέσματα. Αν υπήρξαν αποκλίσεις. Αν η τελική εικόνα προέκυψε από πραγματική καταγραφή ή από βαρύ μοντέλο διόρθωσης.
Γιατί διαφορετικά μιλάμε για ένα μαύρο κουτί.
Το θέμα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή η χώρα έχει ήδη μπει, άτυπα αλλά καθαρά, σε παρατεταμένη προεκλογική περίοδο. Μπορεί οι εκλογές να γίνουν το φθινόπωρο, τον χειμώνα, την άνοιξη ή αργότερα. Όμως το πολιτικό σύστημα ήδη κινείται με εκλογικούς υπολογισμούς. Τα κόμματα μετρούν αντοχές. Τα μέσα ενημέρωσης στήνουν αφηγήματα. Οι πολίτες παρακολουθούν ποσοστά, διαφορές, ανόδους και πτώσεις.
Σε τέτοιο περιβάλλον, οι δημοσκοπήσεις δεν είναι απλώς αριθμοί. Είναι πολιτικά γεγονότα.
Μια δημοσκόπηση μπορεί να αλλάξει ατζέντα. Να πιέσει έναν αρχηγό. Να ενισχύσει έναν άλλο. Να δώσει αέρα νίκης σε ένα κόμμα. Να προκαλέσει αποσυσπείρωση σε ένα άλλο. Να επηρεάσει χορηγούς, υποψηφίους, στελέχη, ψηφοφόρους και δημοσιογράφους. Να φτιάξει την εικόνα του «νικητή» πριν μιλήσει η κάλπη.
Γι’ αυτό και η διαφάνεια δεν είναι πολυτέλεια. Είναι δημοκρατική υποχρέωση.
Κάθε δημοσκόπηση που δημοσιεύεται θα έπρεπε να συνοδεύεται, με τρόπο καθαρό και κατανοητό, από όλα τα κρίσιμα στοιχεία: ποιος την παρήγγειλε, ποιος την έκανε, πότε έγινε, πόσοι συμμετείχαν, με ποια μέθοδο, τι ποσοστό ήταν τηλεφωνικό και τι διαδικτυακό, ποιο είναι το στατιστικό σφάλμα, ποια είναι η πρόθεση ψήφου χωρίς αναγωγή, ποια είναι η πρόθεση επί των εγκύρων, ποια είναι η εκτίμηση ψήφου και, κυρίως, ποια μέθοδος χρησιμοποιήθηκε για την αναγωγή.
Όχι γενικόλογα. Συγκεκριμένα.
Διότι όταν η πρόθεση ψήφου δείχνει ένα πράγμα και η εκτίμηση ένα πολύ διαφορετικό, ο πολίτης πρέπει να ξέρει πώς έγινε αυτό το άλμα. Δεν αρκεί να του λένε «εμπιστευθείτε μας». Η εμπιστοσύνη δεν ζητείται. Κερδίζεται.
Και κερδίζεται με ανοιχτά δεδομένα, καθαρές μεθόδους και πλήρη λογοδοσία.
Αλλιώς, η αναγωγή γίνεται πολιτική κουζίνα. Και η δημοσκόπηση παύει να είναι φωτογραφία της στιγμής. Γίνεται κορνίζα που κάποιος άλλος διάλεξε, φώτισε, έκοψε και παρουσίασε όπως τον βόλευε.
Το δημοκρατικό πρόβλημα δεν είναι ότι υπάρχουν δημοσκοπήσεις. Το πρόβλημα είναι όταν ο πολίτης καλείται να πιστέψει αριθμούς χωρίς να βλέπει τη διαδρομή που τους παρήγαγε.
Η λύση δεν είναι λιγότερες δημοσκοπήσεις. Είναι καλύτερες δημοσκοπήσεις. Πιο καθαρές. Πιο ειλικρινείς. Πιο διαφανείς.
Και κυρίως, με σαφή διάκριση ανάμεσα σε αυτό που είπε ο πολίτης και σε αυτό που εκτίμησε η εταιρεία ότι τελικά θα κάνει.