Το πολιτικό σκηνικό μπαίνει σε φάση έντονης ρευστότητας. Ο Αλέξης Τσίπρας ετοιμάζει την επιστροφή του, η Μαρία Καρυστιανού παραμένει το πιο φορτισμένο πρόσωπο της κοινωνικής διαμαρτυρίας, ενώ ο Αντώνης Σαμαράς, αν αποφασίσει να κάνει το βήμα, μπορεί να ανακατέψει εκ νέου την τράπουλα στα δεξιά της ΝΔ.
Το ερώτημα, όμως, δεν είναι μόνο ποιοι θα κερδίσουν. Είναι κυρίως ποιοι θα χάσουν.
Η σημερινή δημοσκοπική εικόνα δεν μπορεί να θεωρηθεί σταθερή. Στην τελευταία καταγραφή της GPO, όπως μεταδόθηκε από τον ΣΚΑΪ, η ΝΔ βρίσκεται στο 23,8% στην πρόθεση ψήφου, το ΠΑΣΟΚ στο 12,8%, η Ελληνική Λύση στο 8,2%, το ΚΚΕ στο 8%, η Πλεύση Ελευθερίας στο 6,9%, ο ΣΥΡΙΖΑ στο 4,7%, η Φωνή Λογικής στο 2,2% και η Νίκη στο 2%.
Το κρίσιμο σημείο είναι ότι τα πιθανά κόμματα Τσίπρα και Καρυστιανού δεν έχουν ακόμη ενσωματωθεί πλήρως ως αυτόνομες επιλογές στις βασικές μετρήσεις. Και αυτό, σύμφωνα με τη λογική των δημοσκόπων, αφήνει ανοιχτή την πραγματική εικόνα των συσχετισμών.
Πρώτη που θα δεχθεί πίεση είναι η Ζωή Κωνσταντοπούλου. Η Πλεύση Ελευθερίας έχει χτίσει μεγάλο μέρος της ανόδου της πάνω σε τρεις άξονες: αντισυστημικότητα, προσωπική απήχηση της αρχηγού και σύνδεση με το αίσθημα δικαιοσύνης γύρω από τα Τέμπη. Αν η Μαρία Καρυστιανού κατέβει αυτόνομα, θα διεκδικήσει ακριβώς το πιο ευαίσθητο τμήμα αυτής της δεξαμενής: πολίτες που δεν ψάχνουν απαραίτητα ιδεολογική ταυτότητα, αλλά ηθική εκπροσώπηση, τιμωρητική ψήφο και σύγκρουση με το πολιτικό σύστημα.
Η Πλεύση δεν κινδυνεύει με εξαφάνιση. Κινδυνεύει, όμως, να χάσει το μονοπώλιο της συναισθηματικής αντιπολίτευσης. Σε προηγούμενη μέτρηση της Pulse, η Πλεύση και η Ελληνική Λύση εμφανίζονταν ισόπαλες στο 7,5% στην πρόθεση ψήφου, ενώ στην εκτίμηση αποτελέσματος έφταναν και οι δύο στο 9%. Αυτό δείχνει ότι η Ζωή Κωνσταντοπούλου έχει πραγματικό εκλογικό βάθος, αλλά και ότι κινείται σε χώρο όπου η μετακίνηση ψηφοφόρων μπορεί να γίνει γρήγορα, εφόσον εμφανιστεί νέο πρόσωπο με ισχυρότερο κοινωνικό φορτίο.
Ο Κυριάκος Βελόπουλος θα πιεστεί από δύο πλευρές. Από τη μία, μια πιθανή πολιτική κίνηση Καρυστιανού θα μπορούσε να προσελκύσει ψηφοφόρους διαμαρτυρίας που σήμερα επιλέγουν Ελληνική Λύση όχι τόσο από ιδεολογική ταύτιση όσο από οργή προς το σύστημα. Από την άλλη, αν ο Αντώνης Σαμαράς κατέβει με δικό του σχήμα, θα διεκδικήσει το πιο πολιτικοποιημένο, εθνικοσυντηρητικό και νεοδημοκρατικής προέλευσης ακροατήριο που σήμερα βρίσκει καταφύγιο στον Βελόπουλο.
Η Ελληνική Λύση έχει αντοχές, γιατί διαθέτει αναγνωρίσιμο αρχηγό, συνεχή τηλεοπτική παρουσία και καθαρό δεξιό-λαϊκό στίγμα. Όμως η είσοδος Σαμαρά θα ήταν ποιοτικά διαφορετική από την πίεση που δέχεται από μικρότερα δεξιά κόμματα. Δεν θα ήταν απλώς ένας ακόμη ανταγωνιστής στα δεξιά. Θα ήταν πρώην πρωθυπουργός, πρώην πρόεδρος της ΝΔ και πρόσωπο με απευθείας πρόσβαση σε ένα ακροατήριο που θεωρεί ότι η σημερινή ΝΔ έχει απομακρυνθεί από την παραδοσιακή δεξιά της ταυτότητα.
Η Αφροδίτη Λατινοπούλου είναι ίσως η πιο ευάλωτη από όλους. Η Φωνή Λογικής βρίσκεται χαμηλά, κοντά στο όριο εισόδου στη Βουλή, και η πολιτική της δυναμική στηρίζεται σε ένα πιο σκληρό, πολιτισμικά δεξιό και αντι-woke ακροατήριο.
Αν ο Σαμαράς εμφανιστεί ως πιο θεσμική δεξιά απάντηση στη ΝΔ, μπορεί να απορροφήσει ψηφοφόρους που σήμερα κινούνται προς μικρότερα δεξιά σχήματα. Αν, ταυτόχρονα, ο Βελόπουλος πιεστεί και επιχειρήσει να σκληρύνει τη ρητορική του, η Λατινοπούλου θα βρεθεί ανάμεσα σε δύο ισχυρότερους πόλους.
Για τη Νίκη, το πρόβλημα είναι ακόμη πιο υπαρξιακό. Το κόμμα κινείται γύρω από το όριο εισόδου και στηρίζεται σε συντηρητικούς, θρησκευόμενους και αντισυστημικούς ψηφοφόρους με έντονη δυσπιστία προς τη ΝΔ. Ένα κόμμα Σαμαρά θα μπορούσε να τους προσφέρει μια πιο «ασφαλή» δεξιά επιλογή, με κυβερνητικό παρελθόν και ισχυρό συμβολισμό.
Την ίδια ώρα, ένα κόμμα Καρυστιανού μπορεί να προσελκύσει το τμήμα της Νίκης που δεν ψηφίζει τόσο ιδεολογικά, αλλά κυρίως ως ψήφο διαμαρτυρίας.
Ο Αλέξης Τσίπρας θα επηρεάσει περισσότερο την Κεντροαριστερά, αλλά όχι μόνο αυτή. Το νέο του εγχείρημα, εφόσον προχωρήσει, θα χτυπήσει πρώτα τον ΣΥΡΙΖΑ και μετά το ΠΑΣΟΚ. Όμως θα περιορίσει και τον χώρο της Πλεύσης Ελευθερίας, γιατί θα επιχειρήσει να επαναπατρίσει ψηφοφόρους που έφυγαν από τον ΣΥΡΙΖΑ προς μικρότερα αντιπολιτευτικά σχήματα.
Σε αυτή την εξίσωση δεν μπορεί να λείπει ο Γιάνης Βαρουφάκης και το ΜέΡΑ25. Το κόμμα του κινείται σε έναν χώρο που συνδυάζει ριζοσπαστική αντιπολίτευση, αντισυστημικό λόγο, κριτική στην οικονομική ορθοδοξία και απογοητευμένους ψηφοφόρους της Αριστεράς. Δηλαδή σε μια δεξαμενή που μπορεί να δεχθεί πίεση τόσο από την επιστροφή Τσίπρα όσο και από ένα πιθανό κόμμα Καρυστιανού.
Ο Βαρουφάκης διαθέτει προσωπικό ακροατήριο και πολιτική αναγνωρισιμότητα. Όμως το ΜέΡΑ25 έχει ένα πρόβλημα: δεν αρκεί πάντα η ιδεολογική καθαρότητα όταν η αντισυστημική ψήφος αναζητά ισχυρότερο πολιτικό όχημα ή πιο φορτισμένο κοινωνικό σύμβολο. Αν ο Τσίπρας επιχειρήσει να επανενώσει κομμάτια της προοδευτικής ψήφου και η Καρυστιανού εκφράσει την ηθική διαμαρτυρία, το ΜέΡΑ25 θα βρεθεί ανάμεσα σε δύο πιέσεις: από την πολιτική ανασύνθεση της Αριστεράς και από την κοινωνική έκρηξη που δεν περνά απαραίτητα μέσα από ιδεολογικά σχήματα.
Ακόμη πιο σύνθετη είναι η θέση του Στέφανου Κασσελάκη και των Δημοκρατών. Ο Κασσελάκης επιχειρεί να κινηθεί στον χώρο του προοδευτικού Κέντρου, με προσωπικό στίγμα, αντισυμβατική εικόνα και αφήγημα ανανέωσης. Όμως το προοδευτικό Κέντρο είναι ίσως ο πιο ευμετάβλητος χώρος αυτή την περίοδο. Εκεί θα συγκρουστούν το ΠΑΣΟΚ, ο Τσίπρας, ο ΣΥΡΙΖΑ, οι Δημοκράτες και όσοι αναζητούν μια νέα εκδοχή αντιμητσοτακικής ψήφου χωρίς να επιστρέφουν αναγκαστικά στα παλιά κόμματα.
Το πρόβλημα του Κασσελάκη είναι ότι η επιστροφή Τσίπρα μπορεί να του αφαιρέσει το βασικό του πλεονέκτημα: την ιδέα ότι εκπροσωπεί κάτι νέο στον χώρο που άφησε πίσω του ο ΣΥΡΙΖΑ. Αν ο πρώην πρωθυπουργός επανέλθει με δικό του σχήμα, θα διεκδικήσει κεντρικό ρόλο στο ίδιο ακροατήριο που αναζητά ηγεσία, κυβερνησιμότητα και αντιδεξιά ταυτότητα. Οι Δημοκράτες θα πρέπει τότε να αποδείξουν ότι δεν είναι απλώς ένα προσωπικό εγχείρημα διαμαρτυρίας μετά τη διάσπαση, αλλά αυτόνομος πόλος με κοινωνικό βάθος.
Η Μαρία Καρυστιανού είναι διαφορετική περίπτωση. Δεν ξεκινά από κομματικό μηχανισμό, αλλά από ηθικό κεφάλαιο. Αυτό την κάνει ισχυρή, αλλά και ευάλωτη. Σε μέτρηση της Pulse, το 26% έβλεπε θετικά την προοπτική πολιτικού σχήματος Καρυστιανού, ενώ 30% ήταν αρνητικό, 23% αδιάφορο και 15% ουδέτερο. Δηλαδή υπάρχει υπαρκτή δυναμική, αλλά όχι ακόμη βεβαιότητα μετατροπής της κοινωνικής συμπάθειας σε σταθερή κομματική ψήφο.
Το συμπέρασμα είναι ότι οι μεγαλύτερες απώλειες δεν θα κατανεμηθούν ισόποσα.
Η Ζωή Κωνσταντοπούλου κινδυνεύει κυρίως από την Καρυστιανού και δευτερευόντως από τον Τσίπρα. Ο Βελόπουλος κινδυνεύει περισσότερο από τον Σαμαρά, αλλά και από την Καρυστιανού στην ψήφο οργής. Η Λατινοπούλου κινδυνεύει σχεδόν αποκλειστικά από έναν δεξιό ανασχηματισμό τύπου Σαμαρά. Η Νίκη κινδυνεύει από όλους: από τον Σαμαρά ιδεολογικά, από την Καρυστιανού αντισυστημικά και από τη γενική πίεση της πόλωσης.
Το ΜέΡΑ25 κινδυνεύει από την επανασυσπείρωση της Αριστεράς γύρω από τον Τσίπρα και από την πιθανή μετατόπιση της διαμαρτυρίας προς την Καρυστιανού. Οι Δημοκράτες του Κασσελάκη κινδυνεύουν από την επιστροφή ενός πιο αναγνωρίσιμου και πολιτικά βαρύτερου παίκτη στο προοδευτικό Κέντρο.
Αν κατέβουν και οι τρεις – Τσίπρας, Καρυστιανού και Σαμαράς – το πολιτικό σκηνικό δεν θα αποκτήσει απλώς νέα κόμματα. Θα αποκτήσει νέες δεξαμενές.
Και τότε η πραγματική μάχη δεν θα είναι μόνο ανάμεσα στη ΝΔ και στην αντιπολίτευση. Θα είναι ανάμεσα σε όσους πρόλαβαν να εκφράσουν τη διαμαρτυρία και σε όσους έρχονται να την ξαναμοιράσουν από την αρχή.