Ανθεκτική και πολυπρόσωπη παραμένει η φοροδιαφυγή στην ελληνική οικονομία, επιβεβαιώνοντας ότι όπου υπάρχει έντονη χρήση μετρητών, η παραβατικότητα συνεχίζει να βρίσκει χώρο. Παρά την εντατικοποίηση των ελέγχων, τα στοιχεία της ΑΑΔΕ δείχνουν ότι η φοροδιαφυγής όχι μόνο δεν εξαλείφεται, αλλά προσαρμόζεται διαρκώς.

Στο επίκεντρο βρίσκονται κλάδοι με άμεση επαφή με τον καταναλωτή και περιορισμένη διαφάνεια. Η εστίαση (καφέ, μπαρ, εστιατόρια), οι τουριστικές υπηρεσίες και τα καταλύματα, ιδιαίτερα σε εποχικές και νησιωτικές περιοχές, αλλά και επαγγελματίες παροχής υπηρεσιών –όπως τεχνίτες, συνεργεία και ελεύθεροι επαγγελματίες– καταγράφουν υψηλά ποσοστά μη έκδοσης αποδείξεων και απόκρυψης εισοδημάτων. Αντίστοιχα, αυξημένη παραβατικότητα εμφανίζεται και σε δραστηριότητες ψυχαγωγίας και μικρές επιχειρήσεις λιανικής, όπου ο έλεγχος σε πραγματικό χρόνο παραμένει δύσκολος.

Advertisement
Advertisement

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η οικονομική πολιτική καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο αντικρουόμενες ανάγκες, από τη μία να περιορίσει τη φοροδιαφυγή που ακόμη και σε ορισμένες γεωγραφικέςπεριοχές είναι προκλητική, στερώντας πολύτιμα έσοδα από το κράτος και από την άλλη να δώσει λύσεις σε όσους έχουν ήδη εγκλωβιστεί σε χρέη.

Σε αυτή τη δεύτερη κατεύθυνση εντάσσεται η διεύρυνση του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών, ο οποίος πλέον καλύπτει και τα χρέη προς την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Με τη δυνατότητα «κουρέματος» που φτάνει έως και το 75% και την αναστολή κατασχέσεων ακόμη και σε προχωρημένο στάδιο, δημιουργείται ένα πιο ολοκληρωμένο πλαίσιο προστασίας για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Η ένταξη οφειλών όπως δημοτικά τέλη, πρόστιμα και υποχρεώσεις προς δημοτικές επιχειρήσεις κλείνει ένα σημαντικό κενό του προηγούμενου συστήματος. Πλέον, οι οφειλέτες μπορούν να ρυθμίσουν συνολικά τα χρέη τους προς Δημόσιο, τράπεζες και δήμους, αυξάνοντας τις πιθανότητες βιώσιμης αποπληρωμής και οικονομικής επανεκκίνησης.

Ο εξωδικαστικός μετατρέπεται έτσι σε βασικό εργαλείο αποσυμπίεσης της αγοράς, την ώρα που η φοροδιαφυγή συνεχίζει να δημιουργεί νέα «κενά» στα δημόσια έσοδα. Το ζητούμενο για την οικονομία παραμένει διπλό, να περιοριστεί η παραβατικότητα που γεννά νέα χρέη και ταυτόχρονα να δοθεί πραγματική δεύτερη ευκαιρία σε όσους προσπαθούν να τακτοποιήσουν τις υποχρεώσεις τους.