ΔΙΕΘΝΕΣ
19/11/2014 07:40 EET | Updated 19/11/2014 20:16 EET

Γιώργος Καπόπουλος : O παροξυσμός του στρατηγικού αδιεξόδου του Ερντογάν

Turkey's president-elect Recep Tayyip Erdogan, left, and Foreign Minister Ahmet Davutoglu sit together during a party meeting in Ankara, Turkey, Thursday, Aug. 21, 2014. Davutoglu, hand-picked by Erdogan to succeed him as prime minister, is widely expected to accept a backseat role as his boss strives to make his new job the most powerful position in the land.(AP Photo/Burhan Ozbilici)
ASSOCIATED PRESS
Turkey's president-elect Recep Tayyip Erdogan, left, and Foreign Minister Ahmet Davutoglu sit together during a party meeting in Ankara, Turkey, Thursday, Aug. 21, 2014. Davutoglu, hand-picked by Erdogan to succeed him as prime minister, is widely expected to accept a backseat role as his boss strives to make his new job the most powerful position in the land.(AP Photo/Burhan Ozbilici)

Σε τηλεφωνική συνομιλία σχετικά με το θέμα της τουρκικής στρατηγικής τον τελευταίο καιρό, ο κ. Γιώργος Καπόπουλος, αρθρογράφος στο «Έθνος» και στην «Ημερησία», την χαρακτήρισε παροξυσμό του στρατηγικού αδιεξόδου του Ερντογάν εδώ και έναν χρόνο- και ειδικότερα από τότε που άρχισε να διαφαίνεται η αλλαγή στρατηγικής των ΗΠΑ στην περιοχή, την άνοιξη του 2013, πριν δηλαδή την εκλογή Ρουχανί στην προεδρία του Ιράν, κάτι που σημαίνει ότι «υπήρχε πράσινο φως από τη θρησκευτική ηγεσία του Ιράν για την αναζήτηση όχι απλά μιας επίλυσης της διένεξης για το πυρηνικό πρόγραμμα, αλλά και μιας ευρύτερης σύγκλισης των συμφερόντων του Ιράν και των ΗΠΑ στην περιοχή».

Έτσι, εξηγεί ο κ. Καπόπουλος, «όλες οι δυνάμεις που είχαν στηρίξει κάθε μορφής ισλαμικό εξτρεμισμό στη Συρία, όπως η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Τουρκία- με την εξαίρεση του Κατάρ που δεν σταμάτησε- βρέθηκαν “στον αέρα”. Ενώ η πολιτική τους στη Συρία εγγραφόταν και στα συμφέροντα των ΗΠΑ- εννοώντας την ανατροπή του Άσαντ, βρέθηκαν ξαφνικά να υποστηρίζουν μια πολιτική η οποία σιγά σιγά ερχόταν σε σύγκρουση με τη νέα κατεύθυνση της πολιτικής της Ουάσινγκτον».

Οι τρεις δυσαρεστημένοι από την προσέγγιση των ΗΠΑ με το Ιράν, συμπληρώνει, είναι το Ισραήλ, η Σαουδική Αραβία και η Τουρκία. Όσον αφορά στην Σαουδική Αραβία, τον τελευταίο καιρό έχει παρατηρηθεί στροφή, καθώς συμμετέχει στους βομβαρδισμούς κατά του ISIS και έχει αναζητήσει νέο πεδίο σύγκλισης με τις ΗΠΑ, προσπαθώντας να διατηρήσει τον ρόλο της ως βασικού προμηθευτή πετρελαίου των ΗΠΑ, και αυτή τη στιγμή, με την αύξηση της παραγωγής και τη μείωση της τιμής του πετρελαίου εξυπηρετεί και αμερικανικά συμφέροντα, ασκώντας πίεση στη Ρωσία.

«Το Ισραήλ, από πλευράς του, περνάει περίοδο στρατηγικής αμηχανίας και εσωστρέφειας και οι σχέσεις του με τις ΗΠΑ είναι στο ναδίρ. Η κοινή λογική λέει ότι αργά ή γρήγορα θα προσαρμοστούν επειδή απλά δεν έχουν άλλη επιλογή» προσθέτει.

Ωστόσο, στην περίπτωση της Τουρκίας τα πράγματα είναι διαφορετικά: «η Τουρκία του Ερντογάν, που έχει μεγαλύτερες περιφερειακές φιλοδοξίες, επιχείρησε πρώτον να πείσει τους Αμερικανούς να συνδιαμορφώσουν μια περιφερειακή ατζέντα και δεύτερον να παρενοχλήσει την Ουάσινγκτον και να ανοίξει νέα μέτωπα, με την προσδοκία ότι θα πάρει αντισταθμιστικά οφέλη. Ως εκ τούτου, η Τουρκία αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε πρωτοφανές αδιέξοδο, καθώς είναι σε σύγκρουση με τους πάντες πλην του Κατάρ: είναι σε σύγκρουση με το Ισραήλ, την Αίγυπτο, σε διαρκή σύγκρουση με τη Δαμασκό και τη Βαγδάτη, και υπάρχει δυσαρέσκεια από τη Ρωσία, λόγω του ζωτικού της συμφέροντος να παραμείνει ο Άσαντ στην εξουσία, παρά την ευμενή ουδετερότητα που είχε τηρήσει ο Ερντογάν όσον αφορά στην κρίση στην Ουκρανία».

Για την Τουρκία η μεγάλη «ζημιά» όσον αφορά στα συμφέροντά της, εξηγεί ο κ. Καπόπουλος, πλέον γίνεται στο Κουρδικό, όπου ο Ερντογάν είχε εφαρμόσει διπλή πολιτική, καταβάλλοντας προσπάθεια ειρήνευσης, αφοπλισμού και σταδιακής προσέγγισης με το ΡΚΚ, ενώ ταυτόχρονα προσέγγιζε την κυβέρνηση Μπαρζανί στην ανεξάρτητη κουρδική οντότητα στο βόρειο Ιράκ και της έδινε διέξοδο στην προσπάθεια χειραφέτησης από τη Βαγδάτη. «Η Τουρκία επιχείρησε να παίξει ρόλο προστάτη, επιδιώκοντας να μετατρέψει το κουρδικό βόρειο Ιράκ σε άτυπο τουρκικό προτεκτοράτο. Όλη αυτή την εικόνα πλήρους ελέγχου του Κουρδικού ήρθαν να χαλάσουν οι εξελίξεις στη Συρία, με την πολιτική Ερντογάν απέναντι στην κυβέρνηση Άσαντ να γίνεται μπούμερανγκ. Εδώ και δύο σχεδόν χρόνια ο Άσαντ απέσυρε τις δυνάμεις του από τη βορειοανατολική Συρία, που κατοικείται σχεδόν αποκλειστικά από Κούρδους, και έτσι άνοιξε τον δρόμο για τη δημιουργία ενός δεύτερου de facto ανεξάρτητου Κουρδιστάν εκτός Τουρκίας. Η κουρδική οντότητα της Συρίας είναι πολύ πιο ριζοσπαστική από ό,τι το κουρδικό βόρειο Ιράκ- αρκεί να θυμηθούμε ότι το ΡΚΚ δημιουργήθηκε και φιλοξενήθηκε στη Συρία από το 1984 ως το 1998».

Οπότε, όπως προκύπτει, δημιουργείται μία παράμετρος του Κουρδικού όχι μόνο εκτός ελέγχου της Άγκυρας, αλλά και εχθρική προς αυτήν, καθώς το καθεστώς Άσαντ τη χρησιμοποιεί ως αιχμή του δόρατος κατά της τουρκικής ανάμειξης. «Είναι φανερό ότι ο Ερντογάν ανέθεσε ως “υπεργολαβία στο ISIS να ξεκαθαρίσει τον κουρδικό θύλακα στη Συρία, κάτι που ήρθε να ενοχλήσει σφόδρα τους Αμερικανούς, γιατί αυτός ο θύλακας παρεμβαλλόταν μεταξύ των τζιχαντιστών της Συρίας και του Ιράκ. Όλη αυτή η ενεργοποίηση των ακραίων τζιχαντιστών κατά των Κούρδων της Συρίας προκάλεσε έντονη δυσαρέσκειας στους Κούρδους εντός Τουρκίας, οπότε διακυβεύεται η ειρηνευτική διαδικασία και υποχρέωσε τον Μπαρζανί να στείλει συμβολική βοήθεια 200 μαχητών Πεσμεργκά. Η ατζέντα της Τουρκίας στη Συρία είναι σε μετωπική σύγκρουση με τα συμφέροντα των ΗΠΑ» υπογραμμίζει ο κ. Καπόπουλος, σημειώνοντας ότι υπήρξε γενικότερο «βραχυκύκλωμα», με χαρακτηριστικό παράδειγμα την άρνηση χρήσης της αεροπορικής βάσης του Ιντσιρλίκ.

Η γενικότερη αυτή αλληλουχία γεγονότων επιτρέπει την ερμηνεία της στάσης της Άγκυρας στην κυπριακή ΑΟΖ και την προκλητική συμπεριφορά στο Αιγαίο. Η Άγκυρα φαίνεται να έχει την πεποίθηση, εκτιμά ο κ. Καπόπουλος, ότι σε αυτά τα μέτωπα που επαναενεργοποιεί θα μπορούσε να ζητήσει κατανόηση και καλή θέληση από τις ΗΠΑ ως αντιστάθμισμα. «Η φρασεολογία των ΗΠΑ ήταν προσεκτική σε αυτά τα θέματα, αλλά το ότι αναγγέλθηκε η σύγκληση του Ανωτάτου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας Τουρκίας, η επίσκεψη Νταβούτογλου και η επίσκεψη Βενιζέλου στην Άγκυρα, δείχνουν ότι από τουρκικής πλευράς δεν θέλουν να αφήσουν την ένταση να πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις».

Ωστόσο, αυτή φαίνεται να είναι η μία οπτική, σημειώνει ο κ. Καπόπουλος, καθώς η δεύτερη, που παρουσιάζουν off the record τουρκικές πηγές για το Μπαρμπαρός στην Κύπρο και την πρόσφατη προκλητική ενέργεια τουρκικής κορβέτας στο Αιγαίο, είναι μια τουρκική προσπάθεια αποτροπής ώστε να μην υπάρξει από πλευράς Αιγύπτου, Κύπρου και Ελλάδας υλοποίηση των προθέσεων για οριοθέτηση των μεταξύ τους θαλάσσιων ζωνών, κάτι που σημαίνει ότι στην ουσία η Τουρκία δεν θα έχει ΑΟΖ στην ανατολική Μεσόγειο. «Στο σημείο αυτό θα ήθελα να σταθώ στον βαρύνοντα ρόλο που παίζει η μετωπική αντιπαράθεση Τουρκίας- Αιγύπτου, που δεν περιορίζεται στην ανάμειξη του Ερντογάν στα εσωτερικά της Αιγύπτου και την στήριξη στη Μουσουλμανική Αδελφότητα. Πριν λίγες μέρες η Τουρκία έκανε μια χειρονομία πολιτικής παρέμβασης στη Λιβύη με την αποστολή άτυπου πρέσβη- ειδικού απεσταλμένου, στενού συνεργάτη του Ερντογάν στην Τρίπολη, όπου εδρεύει η αυτοανακηρυχθείσα κυβέρνηση και την οποία στηρίζουν όλες οι ισλαμικές παρατάξεις της Λιβύης, με τη νόμιμη κυβέρνηση να έχει καταφύγει στο Τομπρούκ. Είναι φανερό ότι είναι αδιανόητο για την Αίγυπτο του Σίσι να ανεχτεί μια ισλαμιστική Λιβύη, και είναι πολύ μεγάλος ο πειρασμός να παρέμβει για να αποτρέψει μια τέτοια εξέλιξη και να θέσει υπό τον έλεγχο της το πλούσιο σε πετρέλαιο ανατολικό κομμάτι της Λιβύης γύρω από τη Βεγγάζη. Άλλα μέτωπα από την τουρκική ανάμειξη στη Λιβύη προκύπτουν με την Τυνησία, την Αλγερία, και γιατί, όχι, το Μαρόκο». Επίσης, άξιο αναφοράς είναι και το ότι υπάρχει και ένας διμερής ανταγωνισμός με τη Σαουδική Αραβία (με την οποία η Τουρκία ήταν και είναι σύμμαχος όσον αφορά στη Συρία και την επιδίωξη της ανατροπής του Άσαντ) όσον αφορά στην Αίγυπτο, ο οποίος έχει να κάνει με το ποια χώρα έχει την πρωτοκαθεδρία για τους σουνίτες μουσουλμάνους.

Επίσης, μια επιπλέον «παράπλευρη απώλεια» της τουρκικής στάσης είναι η τρόπον τινά «επισημοποίηση» της ήδη «κλινικά νεκρής» ενταξιακής διαπραγμάτευσης στην Ε.Ε., καθώς «μόνο η Γαλλία έκλεισε το μάτι, επειδή υπάρχει κοινός παρανομαστής- η επιδίωξη της πτώσης του καθεστώτος Άσαντ».

Πόσο πιθανό θα ήταν, δεδομένων αυτών των συνθηκών, η Τουρκία να χαμηλώσει σύντομα και αισθητά τους τόνους; «Μην περιμένετε έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα η Τουρκία να αναγνωρίσει εύκολα ότι δεν έχει λόγο στην περιοχή της Μέσης Ανατολής- θα συνεχίσει να παρενοχλεί, καθώς όλα αυτά έχουν σχέση και με τις εσωτερικές ισορροπίες. Κάθε φορά που παρεμβαίνει ο Ερντογάν, ευαισθητοποιεί και συσπειρώνει τον σκληρό πυρήνα της εκλογικής του βάσης. Μια προσαρμογή του Ερντογάν, μια realpolitik, θα είναι ακόμα πιο δύσκολη λόγω του εσωτερικού πολιτικού κόστους.

Καταλήγοντας, ο κ. Καπόπουλος παραπέμπει στη δήλωση του Ντιν Άτσεσον (γνωστού στο ελληνικό κοινό για το «σχέδιο Άτσεσον» για την Κύπρο) στις αρχές της δεκαετίας του 1950 ότι η Μ. Βρετανία ήταν μια χώρα που είχε χάσει μια αυτοκρατορία και έψαχνε έναν ρόλο: «η Τουρκία το 1918, όταν έχασε την αυτοκρατορία της, είχε τον ρεαλισμό να γυρίσει την πλάτη της στη Μέση Ανατολή. Όταν 100 χρόνια μετά ψάχνει το ρόλο της στις παλιές περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αυτό είναι τουλάχιστον δύσκολο».