ΔΙΕΘΝΕΣ
06/03/2015 07:26 EET | Updated 06/03/2015 07:36 EET

Η Wall Street Journal επικρίνει τον «ηθικισμό» των Γερμανών και την «θυματοποίηση» των Ελλήνων

BRUSSELS, BELGIUM - FEBRUARY 12:  Greek Prime Minister Alexis Tsipras (R) and German Chancellor Angela Merkel (L) attend a European Union summit at the EU Headquarters in Brussels, Belgium on February 12, 2015. (Photo by Council of Europe-Pool/Anadolu Agency/Getty Images)
Anadolu Agency via Getty Images
BRUSSELS, BELGIUM - FEBRUARY 12: Greek Prime Minister Alexis Tsipras (R) and German Chancellor Angela Merkel (L) attend a European Union summit at the EU Headquarters in Brussels, Belgium on February 12, 2015. (Photo by Council of Europe-Pool/Anadolu Agency/Getty Images)

«Ο τόνος της πολιτικής συζήτησης στην Ευρώπη για τη διάσωση της Ελλάδας, έχει γίνει πικρός, ιδιαίτερα μεταξύ Γερμανών και Ελλήνων» αναφέρεται σε ανάλυση του Στέφεν Φίντλερ στη Γουόλ Στριτ Τζέρναλ. Σύμφωνα με τον Αμερικανό αρθρογράφο, ένας από τους λόγους αυτής της πικρίας, είναι τα εθνικά αφηγήματα των δύο λαών, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο Γερμανοί και Έλληνες αντιλαμβάνονται την πρόσφατη ιστορία τους.

Ο ηθικισμός των Γερμανών

«Οι Γερμανοί βλέπουν τους εαυτούς τους ως δημιουργούς του μεταπολεμικού οικονομικού θαύματος. Πιστέυουν ότι μπόρεσαν να βγάλουν τη χώρα από τις στάχτες του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και να χτίσουν μια ισχυρή οικονομία, χάρη στη σκληρή δουλειά και την αυτοθυσία τους. Όταν η οικονομία τους άρχισε να δείχνει σημάδια επιβράδυνσης, τη δεκαετία του 90, έθεσαν σε εφαρμογή σκληρές μεταρρυθμίσεις που έθεσαν τις βάσεις για την σημερινή οικονομική τους δύναμη. Για πολλούς Γερμανούς, αυτό ήταν το ηθικό δίδαγμα. Η σύνεση τους ανταμείφθηκε και για το λόγο αυτό και οι υπόλοιποι πρέπει να δείξουν σύνεση για να ανταμειφθούν. Μέσα από αυτό το πρίσμα της εικόνας που έχουν για τον εαυτό τους, βλέπουν και την Ελλάδα. Τι πιο φυσικό, η χώρα που επέλεξε τον αντίθετο δρόμο, της σπατάλης, της δανειακής εξάρτησης και της ανευθυνότητας, να βιώνει την οικονομική καταστροφή».

«Οι Έλληνες θεωρούν τον εαυτό τους πάντα θύμα»

«Οι Έλληνες πάλι, θεωρούν πως ήταν πάντοτε θύματα ξένων επεμβάσεων, από τότε που η χώρα ήταν κομμάτι της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Όπως αναφέρει ο Κέβιν Φέδερστοουν, καθηγητής Ελληνικών Σπουδών στο London School of Economics, «υπάρχει ένα διαρκές αίσθημα θυματοποίησης, από τις απαρχές του σύγχρονου ελληνικού κράτους μέχρι σήμερα». Ως αυτουργοί αυτών των επεμβάσεων δεν αναγνωρίζονται συγκεκριμένα οι Γερμανοί. Ωστόσο εντάθηκε την εποχή του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. «Η ανάμνηση της αγριότητας της γερμανικής κατοχής αποτελεί οικογενειακό βίωμα για την Ελλάδα. Ήταν μία από τις πιο βάρβαρες κατοχές στη δυτική και τη Νότια Ευρώπη», λέει ο Φέδερστόουν. «Οι ηλικιωμένοι θυμούνται ακόμα τους συγγενείς τους που πέθαναν από την πείνα, τον χειμώνα του 41».

«Αυτό το αίσθημα θυματοποίησης, συνεχίστηκε και στη διάρκεια της οικονομικής κρίσης», συνεχίζει ο αρθρογράφος. «Υπό αυτό το πρίσμα, τα προβλήματα της Ελλάδας δεν προκλήθηκαν από τον υπερβολικό δανεισμό, αλλά από τους όρους του μνημονίου που επιβλήθηκε ώστε να αποπληρωθούν πλήρως οι γερμανικές και οι γαλλικές τράπεζες. Κατά την άποψη του κ. Φέδερστοουν, η αφήγηση αυτή αναπαράγεται και ενισχύεται και από την κυβέρνηση του αριστερού πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα».

Σύμφωνα με το άρθρο και τα δύο αφηγήματα έχουν κενά.

«Η γερμανική οικονομία δεν μπορεί να αποτελέσει παγκόσμιο μοντέλο, γιατί δεν μπορούν όλες οι χώρες να παρουσιάσουν εμπορικό ισοζύγιο που ισούται με το 6% του ΑΕΠ. Κάποιες χώρες χρειάζονται εισαγωγές. Επιπλέον, οι μεταρρυθμίσεις που έκανε πριν από μία δεκαετία η Γερμανία, έγιναν μέσα σε ένα παγκόσμιο περιβάλλον οικονομικής ανάπτυξης, και χαλαρών δημοσιονομικών στόχων, καθώς η Γερμανία μπορούσε να παραβαίνει τους οικονομικούς κανόνες της ευρωζώνης. Η ανάπτυξη της δυτικής Γερμανίας βασίστηκε στο μοντέλο που δημιούργησαν μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο οι νικήτριες δυνάμεις, που έριξαν χρήματα στη γερμανική αγορά και διέγραψαν τα χρέη της. Ανάμεσα σε αυτούς που υπέγραψαν την Διάσκεψη του Λονδίνου, το 1953, που χαλάρωσε το δανειακό βάρος των Γερμανών, ήταν και η Ελλάδα».

Κενά έχει και το ελληνικό αφήγημα περί ξένων επεμβάσεων. Ο πόλεμος για την ανεξαρτησία των Ελλήνων το 1821, υποστηρίχτηκε από τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής, γράφει ο αρθρογράφος. Υποστηρίζει ότι οι Βαυαροί ήταν αυτοί που δημιούργησαν τους θεσμούς και έγραψαν τους νόμους του νέου ελληνικού κράτους και αυτοί που προχώρησαν στο διαχωρισμό κράτους- εκκλησίας.

Στη συνέχεια, ο Φίντλερ αναφέρεται «στην βρετανική παρέμβαση κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, που έσωσε την Ελλάδα από το σιδηρούν παραπέτασμα», αν και αυτό για πολλούς Έλληνες είναι μάλλον το μεγαλύτερο αντεπιχείρημα (διφορούμενη- controversial, χαρακτηρίζει την επέμβαση των Βρετανών). Αναφέρεται επίσης στην ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ, πριν από την Ισπανία και την Πορτογαλία, και στα δισεκατομμύρια επιδοτήσεων που δόθηκαν.

Το αριστερό αφήγημα, λέει ο Φέδερστόοουν, κάνει λόγο για σύμπλευση της διευθαρμένης πολιτικής ελίτ με ολιγάρχες και πάμπλουτους, που άφησαν τον κόσμο να υποφέρει για να γλιτώσουν οι τράπεζες. Η δεξιά εκδοχή είναι ότι οι ελληνικές ελίτ απέτυχαν να αντιταχθούν στην ξένη κυριαρχια. «Και τα δύο αφηγήματα δεν αναγνωρίζουν ότι πολλοί Έλληνες ευνοήθηκαν από το σύστημα της ΕΕ πριν από την κρίση. Φίλοι, οικογένειες και γνωριμίες, όλοι επωφελήθηκαν από ένα κράτος που όλοι ήξεραν ότι λειτουργούσε βάση του πελατειακού συστήματος και του νεοποτισμού» λέει ο Φέδερστοουν.

«Οι εθνικές αφηγήσεις και των δύο πλευρών είναι, στην καλύτερη περίπτωση μόνο εν μέρει αληθινές ή αγνοούν παράγοντες που τις αντισταθμίζουν», καταλήγει ο αρθρογράφος και επισημαίνει ότι τελικά οι αφηγήσεις αυτές εμποδίζουν τη λύση των προβλημάτων, επειδή, όταν γίνονται πιστευτές διακαώς, απαλλάσσουν την κάθε πλευρά από την ανάληψη της ευθύνης που της αναλογεί.

«Υπάρχουν επίσης και πιο μακροχρόνιες συνέπειες, όπως η αλλαγή της άποψης των Ελλήνων για την Ευρώπη. Οι Έλληνες έβλεπαν την Ευρώπη ως φορέα προόδου, μοντερνισμού και καλύτερης διακυβέρνησης, αλλά τώρα αυτή η ιδεαλιστική άποψη έχει αντικατασταθεί από μια πιο κυνική. Οι Έλληνες δεν αγαπούν πια την Ευρώπη, φοβούνται τι θα συνέβαινε εάν εγκαταλείψουν το ευρώ».