LIFE
02/08/2015 07:05 EEST | Updated 02/08/2015 07:07 EEST

Έξι αναγνώστες μοιράζονται τις πιο αστείες καλοκαιρινές ερωτικές τους ιστορίες

Husband and wife couple kissing in hammock on dock at sunset
Thomas Barwick via Getty Images
Husband and wife couple kissing in hammock on dock at sunset

Το καλοκαίρι είναι συνδεδεμένο με φλερτ και έρωτα. Zητήσαμε από τους αναγνώστες μας να μοιραστούν τις πιο αστείες ερωτικές καλοκαιρινές ιστορίες τους. Γιατί ως γνωστόν αν δεν έχεις ερωτοτροπήσει πάνω σε καρότσα αγροτικού σε χωράφι, με 25χρονο βοσκό από την Κρήτη, τότε δεν έχεις ζήσει.

Κρέπα με μίσος στη Μύκονο

Ήταν το καλοκαίρι του 1998 στη Μύκονο. Μέναμε σε ένα σπίτι λίγο έξω από τη Χώρα, μια παρέα 10 ατόμων αγόρια και κορίτσια (χωρίς καθόλου ζευγάρια όμως). Ξυπνάγαμε μεσημέρι πηγαίναμε στην παραλία (είχαμε νοικιάσει ένα τζιπ και μπαίναμε μέσα και οι 8 σαν τις σαρδέλες), πίναμε μπύρες, χορεύαμε στα beach μπαρ, περιμέναμε να πέσει ο ήλιος- τρώγαμε, γυρνάγαμε σπίτι στις 11 κοιμόμασταν 2 ώρες και βγαίναμε μετά τα μεσάνυχτα.Παίρναμε σβάρνα τα μπαρ ένα ένα και μετά συνεχίζαμε ως τα ξημερώματα. Συνήθως καταλήγαμε σε μια κρεπερί κατά τις 7 το πρωί τρώγαμε και πέφταμε για ύπνο- κι όλο αυτό γινότανε κάθε μέρα από την αρχή. Στον πάγκο με τις κρέπες δούλευε μια κοπέλα που μου άρεσε- ψηλή με μακριά μαύρα μαλλιά. Της την έπεφταν όλοι οι μεθυσμένοι μετά τα κλαμπ, αλλά εγώ μάλλον ήμουν ο πιο επίμονος γιατί μετά από 4 μέρες που την κυνηγούσα μου έδωσε το τηλέφωνο της και ήρθε να με βρει στην παραλία που κάναμε μπάνιο. Στην αρχή όλα πήγαιναν καλά: ήπιαμε σφηνάκια κάναμε μπάνιο (μου είχε κάνει εντύπωση ότι φορούσε ολόσωμο μαγιό- καθόλου της μόδας το 1998). Μου είπε το όνομα της κι ότι ήταν από ένα μικρό χωρίο έξω από τον Πύργο, σπούδαζε σε ένα ΤΕΙ στην Αθήνα και είχε κατέβει στη Μύκονο για τη σεζόν. Όταν άρχισε να νυχτώνει είχαμε μεθύσει και οι δύο αρκετά και πήγαμε πίσω από κάτι βράχια κι αρχίσαμε να φασωνόμαστε. Της κατέβασα το μαγιό και είδα ότι είχε ένα περίεργο τατουάζ με ένα φίδι το όποιο κατέληγε στη λέξη ΜΙΣΟΣ. Τότε τα τατουάζ δεν ήταν τόσο συνηθισμένα όσο τώρα, κι επίσης να κάνω σεξ με άνθρωπο που έχει ένα πελώριο τατουάζ με τη λέξη ΜΙΣΟΣ πάνω του κάπως με φρίκαρε. Για να μην τα πολυλογώ ξενέρωσα. Με το που ξενέρωσα αυτή άρχισε να κλαίει και να μου λέει για τον πρώην της που είχε μια καφετέρια στο Αγρίνιο και είχαν κάνει μαζί το τατουάζ ΜΙΣΟΣ. Όταν είχαν χωρίσει είχε προσθέσει το φίδι . «Προσπαθώ ακόμα να τον ξεπεράσω» μου έλεγε ξανά και ξανά κλαίγοντας,κι εγώ που το μόνο που ήθελα ήταν να κάνω σεξ βρέθηκα να την παρηγορώ και να ακούω για τον πρώην της που είχε καφετέρια, βενζινάδικο και είχε αφήσει έγκυο την καλύτερη της φίλη. Γύρισα σπίτι με οτοστόπ (οι φίλοι μου είχαν φύγει προ πολλού) στις 2 το πρωί μέσα στην τσαντίλα- ένα one night stand περίμενα και είχα κάνει το μαλάκα σε μια τύπισσα με τατουάζ τη λέξη ΜΙΣΟΣ... Δεν ξαναφάγα κρέπα στη Μύκονο.

Η ερημική παραλία αποδείχτηκε τουριστική

Ήμασταν με τον φίλο μου στην Αστυπάλαια για τις καθιερωμένες μας καλοκαιρινές διακοπές και είχαμε νοικιάσει ένα καραβάκι για να πάμε στις γύρω παραλίες που δεν είχε πρόσβαση κανείς με το αυτοκίνητο. Ο δρόμος μας έβγαλε σε ένα νησάκι εκεί κοντά που ονομάζεται Κουνούπα. Όταν βγήκαμε στην ακτή του συγκεκριμένου μικρού νησιού, είδαμε ότι δεν υπάρχει κανείς τριγύρω. Λίγο το αλάτι, λίγο ο ήλιος, λίγο η ζέστη, δεν ήθελε και πολύ για να αρχίσει να ανεβαίνει η θερμοκρασία και ανάμεσά μας! Μην τα πολυλογώ αρχίσαμε να ερωτοτροπούμε στην παραλία με τη λογική ότι είμαστε μόνοι μας. Πάνω εκεί που είχαν μόλις βγει τα μαγιό από πάνω μας, ακούσαμε λίγη φασαρία και συνειδητοποιήσαμε ότι στην ακτή πλησίαζε τουριστικό καραβάκι, από αυτά που κάνουν το γύρω του νησιού, γεμάτο τουρίστες. Βάλαμε άρον άρον τα μαγιό μας και γυρίσαμε πίσω!

Βουκολικός έρωτας: «Βελάζει η κατσίκα, μάλλον πρέπει να χωρίσω»

Καλοκαίρι του 2001 στην Κρήτη. Εγώ ήμουν 16 και εκείνος 25, κλασικός Κρητικός και μάλιστα βοσκός. Ήταν φίλος, της φίλης μου με την οποία είχα επισκεφτεί την Κρήτη οπότε κάναμε πολύ παρέα. Ένα βράδυ πήγαμε όλοι μαζί σε έναν γάμο και εκείνος ήταν κουμπάρος, τον είδα να κουβαλάει ένα αρνί στην πλάτη, το οποίο ετοίμαζαν να ψήσουν, και κάπως άρχισα να τον βλέπω διαφορετικά. Ακούγεται περίεργο, αλλά μου έβγαλε κάτι ερωτικό. Το ίδιο βράδυ, λοιπόν, βρεθήκαμε σε ένα στρώμα οι δυο μας κάτω από τα αστέρια. Μιλούσαμε πολύ ώρα και κάποια στιγμή, μέσα σε αυτό το ρομαντικό σκηνικό, φιληθήκαμε. Η χαρά μου κράτησε λίγο, αφού λίγα λεπτά αργότερα, με αφορμή το βέλασμα μίας κατσίκας (ήταν αρκετά βουκολικό το σκηνικό) τον άκουσα να μου λέει: «Βελάζει η κατσίκα. Μάλλον πρέπει να χωρίσω το Κατερινάκι». Με λίγα λόγια, ήταν σε σχέση και βρήκε αυτόν τον κομψό τρόπο για να μου το πει. Η επόμενη νύχτα μας βρήκε στο πίσω μέρος του αγροτικού, στην καρότσα να ερωτοτροπούμε (αθώα πάντα γιατί ήμουν και μικρή). Όταν γύρισα στην Αθήνα, συνεχίσαμε να στέλνουμε κάποια μηνύματα. Εκείνος προτιμούσε να μου στέλνει μαντινάδες, οπότε του έστελνα κι εγώ στίχους από τραγούδια. Τελικά, αποφάσισα ότι αυτό το φλερτ ήταν μόνο καλοκαιρινό και να του πω ότι δεν θέλω να συνεχίσουμε με έναν στίχο από το cd του Σφακιανάκη (που ήταν και της μόδας τότε). Κάπως έτσι, με το «Οι αγάπες χάνονται, σβήνουν σαν τ’ αστέρια, φεύγουν σαν τα καλοκαίρια», έδωσα τέλος σε αυτή τη σχέση.

«Θύμησε μου το ονοματάκι σου»

Την πρώτη φορά που γνωριστήκαμε ήταν ένα βράδυ σε ένα κλαμπ στην Πάρο. Εγώ ήμουν με μία φίλη και αυτός με μία παρέα αγοριών. Μας πλησιάζουν και ενώνουμε τις παρέες μας. Φυσικά, αρχίζουμε να πίνουμε και να πίνουμε... Εγώ και αυτός ψάχνουμε να βρούμε ένα μέρος για να κάτσουμε οι δυο μας, να απομονωθούμε. Αρχίζουμε να ερωτοτροπούμε σε κάτι χωράφια, αλλά γρήγορα φεύγω γιατί δουλεύω το πρωί και έχω δουλειά το πρωί. Σε εκείνον δεν είχα πει που δουλεύω με αποτέλεσμα να με ψάχνει σε όλες τις παραλίες του νησιού. Μετά από 2 ημέρες και ενώ προχωράω βράδυ στο νησί, ακούει μία φωνή να φωνάζει το όνομά μου. Είναι αυτός, αλλά εγώ δεν τον αναγνωρίζω με αποτέλεσμα να ξαναγνωριστούμε! Οι ίδιοι διάλογοι, όλα ίδια. Όλα, όμως. Μετά από πάλι δύο μέρες, βρίσκει την παραλία που δουλεύω και έρχεται με τους φίλους του. Πάλι δεν τον κατάλαβα, όμως, οπότε πάλι έγιναν όλα από την αρχή. Την πρώτη φορά δεν τον γνώρισα, την δεύτερη απλά δεν τον είχα δει στο φως της ημέρας.

«Ερωτικός» σερβιτόρος στις Κάννες

Καλοκαίρι του 2003 και οι σαμπάνιες ρέουν άφθονες στο Nikki Beach στις Κάννες. Ήμουν ακόμα νέος και ως ο μοναδικός Έλληνας φοιτητής, ξεχώριζα σαν τη μύγα μέσα στο γάλα. Βρέθηκα στην περιοχή για να εργαστώ ως σερβιτόρος στο διάσημο ξενοδοχείο. Μαζί μου πήρα λίγα ρούχα και τη φωτογραφία της φίλης μου η οποία θα ταξίδευε για να κάνει διακοπές μαζί μου. Όσοι έχουν ταξιδέψει στη Γαλλία ξέρουν ότι το ταμπεραμέντο των Γάλλων που ζουν στα παράλια της Κυανής Ακτής διαφέρει κατά πολύ σε σχέση με τους άλλους Γάλλους. Δεν χρειάστηκε και πολύ για να ξεχάσω την επίσημη αγαπημένη και να ανακαλύψω τον έρωτα στις αγκαλιές άλλων κοριτσιών που έκαναν εκεί διακοπές. Ήμουν αρκετά άτακτος, δεν θα πω ψέματα. Η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, οι ρυθμοί του Nikki Beach και οι κραιπάλες με έκαναν να αισθάνομαι θεός στα μάτια των νεαρών γυναικών που τον περικύκλωναν κάθε βράδυ μετά τη δουλειά. Την ημέρα που θα έφτανε η φίλη μου ήμουν μεθυσμένος και το μικρό δωμάτιο του προσωπικού όπου διέμενα μέσα στο ξενοδοχείο είχε μια άγνωστη. Μάταια προσπαθούσαν να με ξυπνήσουν με αποτέλεσμα κάποιος άλλος να πάει στο σταθμό του τραίνου για να παραλάβει τη φίλη μου. Επιστρέφοντας ακόμα κοιμόμουν γυμνός έχοντας στο πλάι μου μια άγνωστη. Έπρεπε κάπως να δικαιολογηθούν τα αδικαιολόγητα. Επειδή στο Nikki Beach όλα επιτρέπονται ένας φίλος την πήρε όπως ήταν γυμνή στην αγκαλιά του και εξαφανίστηκα λέγοντας ευχαριστώ για το «παρκάρισμα».

«Δεν μπορώ να δω τίποτα!»

Ήταν καλοκαίρι του 2010 και ήμουν σε ένα beach party σε μία από τις παραλίες της Χαλκιδικής. Εκεί γνώρισα μία κοπέλα και μετά από λίγα ποτά, βρεθήκαμε στα σκοτεινά να κάνουμε σεξ. Εγώ γενικά φοράω φακούς επαφής γιατί έχω πάνω από 8 βαθμούς μυωπία με αποτέλεσμα να μην βλέπω τίποτα, ειδικά το βράδυ, αλλά εκείνη την ημέρα είχα επιλέξει να φορέσω τα γυαλιά μου. Αφού τελειώσαμε, μας πήρε ο ύπνος στην παραλία. Λίγη ώρα αργότερα ξύπνησα και δεν ήταν κανείς δίπλα μου, αφού η κοπέλα είχε σηκωθεί και είχε φύγει και με είχε αφήσει μόνο μου. Τα γυαλιά μυωπίας μου άφαντα! Δεν έβλεπα τίποτα και δεν έβλεπα καν αρκετά ώστε να βρω τα γυαλιά μου. Σηκώθηκα και αποφάσισα να αρχίσω να πηγαίνω προς την ακτή μέχρι να βρω κάποιον για να με βοηθήσει. Αποφάσισα ότι η καλύτερη λύση είναι να πάω προς την ακτή, εκεί που σκάει το κύμα και να περπατήσω κατά μήκος μέχρι να βρω κάποιον να με βοηθήσει. Τελικά, με την βοήθεια του ήχου συνάντησα κάποιους στους οποίους έπρεπε να εξηγήσω πως βρέθηκα εκεί και πως έχασα τα γυαλιά μου. Ευτυχώς ήταν αρκετά διακριτικοί και με βοήθησαν να δω και πάλι το φως μου. Όσο για την κοπέλα, είτε με γυαλιά, είτε χωρίς... άφαντη!