ΚΟΙΝΩΝΙΑ
13/10/2015 13:47 EEST | Updated 13/10/2015 13:47 EEST

Την ενοχή του Γιάννου Παπαντωνίου και της συζύγου του για το πόθεν έσχες ζητεί ο εισαγγελέας

Eurokinissi

«Και οι δύο κατηγορούμενοι είχαν υποχρέωση δήλωσης του ποσού διότι γνώριζαν την ύπαρξή του!». Με αυτά τα λόγια ο εισαγγελέας του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Παναγιώτης Πούλιος έδωσε το στίγμα της υπόθεσης, για την οποία κατηγορούνται ο πρώην υπουργός Οικονομικών Γιάννος Παπαντωνίου, και η σύζυγός του Σταυρούλα, για ανακριβή δήλωση πόθεν έσχες για το οικονομικό έτος 2009 και ζήτησε την ενοχή τους.

Ο εισαγγελέας χαρακτήρισε «ιδιαίτερα μεγάλο, που δεν δικαιολογείται από την  οικονομική κατάσταση κατηγορουμένων» το ποσό του 1,3 εκατ. ευρώ, που φέρεται να μην είχε δηλώσει το ζεύγος Παπαντωνίου, το οποίο αποκαλύφτηκε μέσω της λίστας Λαγκάρντ.

Στη διάρκεια της εμπεριστατωμένης αγόρευσης του ο εισαγγελέας Παναγιώτης Πούλιος. αναφέρθηκε στη διαδρομή που έκαναν τα χρήματα επί 10 χρόνια (από το 2000 μέχρι το 2010), μέχρι να επαναπατριστούν, ενώ συμπλήρωσε ότι, το 1999 οι δύο κατηγορούμενοι διέθεταν καταθέσεις ύψους 105.000 ευρώ, ενώ το 1998 αγόρασαν οικόπεδο ακίνητο έναντι 40 εκατ. δρχ.

Κατηγορηματικός ήταν ο εισαγγελέας στην τοποθέτηση του ότι, η σύζυγος του κ. Παπαντωνίου ήταν η πραγματική και κύρια δικαιούχος του επίμαχου ποσού, καθ' όλη την διάρκεια ύπαρξης του λογαριασμού της HSBC Ελβετίας, ο οποίος αποκαλύφθηκε μέσω της λίστας Λαγκάρντ.

Επιπλέον τόνισε ότι, ο πρώην υπουργός Οικονομικών γνώριζε την ύπαρξη του επίμαχου λογαριασμού στην HSBC, κάτι που αποδεικνύεται κυρίως από το γεγονός ότι, το χρηματικό ποσό εξήχθη στην Ελβετία από τον κουμπάρο και στενό συνεργάτη του κ. Παπαντωνίου, Γ. Κανδαλέπα.

«Είναι δυνατόν να έγινε ανάληψη τόσο μεγάλου ποσού και να το κράτησε κρυφό από τον πρώτο κατηγορούμενο ο Γ. Κανδαλέπας;» τόνισε ο εισαγγελέας και συνέχισε: «Τα ποσά ήταν ιδιαίτερα μεγάλα και ένα μέρος προερχόταν από κοινούς λογαριασμούς. Είναι δυνατόν να το αγνοούσε ο πρώτος κατηγορούμενος; Και  οι δύο κατηγορούμενοι είχαν υποχρέωση δήλωσης του ποσού διότι γνώριζαν την ύπαρξή του».

Για να συμπληρώσει στη συνέχεια: «Από την όλη διαδικασία προκύπτει γνώση και προσπάθεια να αποκρυβούν ποσά. Υπήρξε μακρά και συντονισμένη προσπάθεια απόκρυψης του ποσού. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος και θα πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι».

O πρώην ελεγκτής του ΣΔΟΕ, Στυλιανός Παπαδάκης, o oποίος κατέθεσε στο δικαστήριο, καθώς ήταν ο άνθρωπος, που είχε συντάξει τη σχετική έκθεση, εξήγησε ότι, από το 2008 έως το 2010, το επίμαχο ποσό βρισκόταν σε trust. Ειδικότερα είπε ότι, Απρίλιο και Αύγουστο του 2000 έγιναν τρεις καταθέσεις στον τραπεζικό λογαριασμό της Σταυρούλας Κουράκου στην τράπεζα HSBC της Ελβετίας, ενώ το 2008 τα χρήματα μπήκαν σε καταπίστευμα με τη συμμετοχή και υπεράκτιας εταιρίας και πρόσθεσε: «Επαναπατρίστηκαν το 2010».

Ο μάρτυρας χαρακτήρισε «ομπρέλα» το συγκεκριμένο λογαριασμό, επειδή από κάτω, όπως είπε μπορούσες να βρεις ο,τιδήποτε, offshore, trust.

Μάχη για να μην εξεταστεί ο μάρτυρας έδωσαν οι συνήγοροι υπεράσπισης, υποβάλλοντας ένσταση, με το σκεπτικό ότι, έχει εκδοθεί απόφαση του διοικητικού εφετείου που ακυρώνει την έκθεση του ΣΔΟΕ.

Το δικαστήριο απέρριψε την ένσταση, καθώς δέχτηκε ότι, ακόμα και αμετάκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου δεν αποτελεί δεδικασμένο για το ποινικό δικαστήριο. Επίσης, το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα της υπεράσπισης που ζήτησε την αποβολή της πολιτικής αγωγής που έχει δηλώσει το ελληνικό δημόσιο στη δίκη.

Να σημειωθεί ότι, πρωτόδικα το δικαστήριο είχε επιβάλλει ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών στον πρώην υπουργό Γιάννο Παπαντωνίου, ενώ την ίδια ποινή είχε επιβάλλει και στη σύζυγο του.

Επιπλέον είχε επιβάλλει χρηματική ποινή 100.000 έκαστος στον καθενα και αποζημίωση υπέρ του Δημοσίου 50.000 ευρώ γιά την ηθική βλαβη, που προκάλεσαν.

Ο Γιάννος Παπαντωνίου και η σύζυγος του δεν εμφανίστηκαν στο δικαστήριο, αλλά εκπροσωπήθηκαν δια των συνηγόρων τους.

Η δίκη συνεχίζεται στις 30 Οκτωβρίου.