ΚΟΙΝΩΝΙΑ
13/12/2015 13:36 EET | Updated 13/12/2015 14:03 EET

Κουτζαμάνη: Οι δικαστές δεν πρέπει να επηρεάζονται από την εκάστοτε κυβέρνηση

eurokinissi

Αιχμηρή τοποθέτηση έκανε η εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη σήμερα στη, 31 ετήσια γενική συνέλευση της Ένωσης Εισαγγελέων, όπου μίλησε για παρεμβάσεις στο έργο της Δικαιοσύνης, ενώ έθιξε και το θέμα των αλλαγών στο Πειθαρχικό Δίκαιο των εισαγγελικών λειτουργών, το οποίο προωθεί η κυβέρνηση και αναφέρθηκε σε διάταξη που έχει περιληφθεί στο νομοσχέδιο για το σύμφωνο συμβίωσης, με την οποία δίδονται για πρώτη φορά πειθαρχικές εξουσίες στον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου.

Η κ. Κουτζαμάνη αναφέρθηκε σε νομοθετικές παρεμβάσεις, παρεμβάσεις στη διοίκηση της Δικαιοσύνης, απειλές κατά δικαστών, εύνοια υπέρ συγκεκριμένων δικαστικών λειτουργών, καθώς και δημόσιες δηλώσεις για τον τρόπο χειρισμού ορισμένων υποθέσεων, που συνιστούν παρέμβαση στη Δικαιοσύνη και τόνισε ότι, “οι δικαστές υποχρεούνται να υπακούουν στην πολιτική εξουσία, με την έννοια ότι, είναι υποχρεωμένοι να εφαρμόζουν τους νόμους, που ψηφίζει η πολιτική εξουσία, καθώς η νομοθετική εξουσία καθορίζει τους κανόνες δικαίου, στους οποίους βασίζεται η δικαστική κρίση. Δεν δικαιούται όμως η τελευταία, να επεμβαίνει στην απονομή της Δικαιοσύνης, οι δε δικαστές κατά την απονομή της Δικαιοσύνης είναι ανεξάρτητοι απέναντι στα νομοθετικά όργανα”.

Και τόνισε ότι: “Είναι γεγονός εξάλλου ότι, η δικαστική ανεξαρτησία έναντι της νομοθετικής εξουσίας εξασφαλίζεται με τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, καθώς η υποχρέωση υπακοής των δικαστών στους νόμους αναφέρεται μόνον σε εκείνους, που είναι σύμφωνοι με το Σύνταγμα”.

Η εισαγγελέας του Αρείου Πάγου έκανε έκκληση στους δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς, να συνεχίσουν να τηρούν απαρέγκλιτα το Σύνταγμα και τους νόμους διαφυλάσσοντας την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης από κάθε παρέμβαση.

Αναφερόμενη δε στις συνταγματικές διατάξεις για τη διάκριση των εξουσιών, αλλά και την κατοχύρωση της δικαστικής ανεξαρτησίας, επικαλέστηκε εμπειρία ετών, όπως είπε, για τους τρόπους που επιλέγονται προκειμένου να υπάρξουν παρεμβάσεις στο έργο της Δικαιοσύνης.

Η Κουτζαμάνη τόνισε μεταξύ άλλων ότι, “οι όποιες προσπάθειες επηρεασμού και χειραγώγησης της Δικαιοσύνης και εντεύθεν φαλκιδεύσεως της ανεξαρτησίας της από οποιονδήποτε θα μείνουν ατελέσφορες, εάν οι ίδιοι οι δικαστικοί λειτουργοί, μη εξαιρουμένων και εκείνων που επιλέγονται από τις εκάστοτε κυβερνήσεις στα ανώτατα αξιώματα, αιρόμενοι στο ύψος του λειτουργήματος τους, τις αποκρούουν”.

Η εισαγγελέας του ΑΠ αναφέρθηκε στο ρόλο των εισαγγελέων και τη συνταγματική κατοχύρωση του ρόλου τους και τόνισε ότι “οι εισαγγελείς κατά το νόμο είναι απολύτως ανεξάρτητοι και δεν επιτρέπεται να δέχονται εντολές από οποιονδήποτε που διευθύνει τα δικαστήρια, ακόμα και από τον εκάστοτε πρόεδρο του Αρείου Πάγου”.

Αναφερόμενη στο νομοσχέδιο, που προωθεί η κυβέρνηση με την οποίο θα δοθούν για πρώτη φορά πειθαρχικές εξουσίες στον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, η κ. Κουτζαμάνη τόνισε ότι, η κυβέρνηση πρέπει να επιδείξει περίσκεψη σε οποιαδήποτε νομοθετική μεταβολή θα δημιουργούσε προβλήματα στο μέλλον, αν αλλάξει το Πειθαρχικό Δίκαιο των εισαγγελικών λειτουργώ, ενώ υποστήριξε ότι, η θέση του υπουργείου Δικαιοσύνης “είναι να εποπτεύει τη λειτουργία της Δικαιοσύνης”.

Ο πρόεδρος της Ένωσης Εισαγγελέων Κωνσταντίνος Τζαβέλας αναφέρθηκε στο ρόλο και τη συνεισφορά των εισαγγελέων στο κοινωνικό σύνολο και στην πολιτεία, ενώ επιτέθηκε στον αναπληρωτή υπουργό Διαφθοράς Δημήτρη Παπαγγελόπουλο, που έκανε λόγο στη Βουλή περί δικαστικών πραξικοπημάτων.

“Η δήλωση αυτή, ασαφής και αόριστη, επιτυγχάνει μόνο τη δημιουργία κλίματος ανασφάλειας και ανησυχίας στο κοινωνικό σύνολο σχετικά με τη νομιμότητα της δράσης των οργάνων της δικαστικής εξουσίας”, είπε ο κ. Τζαβέλας.

Ο πρόεδρος της Ένωσης Εισαγγελέων εξέφρασε την αντίθεσή του στη δημοσιοποίηση των δηλώσεων του «πόθεν έσχες» των δικαστικών λειτουργών και στάθηκε στους κινδύνους για πράξεις αντεκδίκησης από κάποιους, που θεωρούν ότι θίγονται από δικαστικές ενέργειες.

Ήπιος στο λόγο του ήταν ο υπουργός Δικαιοσύνης Νίκος Παρασκευόπουλος, ο οποίος αναφέρθηκε στις προσπάθειες που καταβάλλονται, για την επίλυση χρόνιων προβλημάτων της δικαιοσύνης και των εισαγγελιών, ενω έκανε ειδική αναφορά στην έλλειψη υποδομών.

Ο υπουργός Δικαιοσύνης αναφέρθηκε εκτενώς στο πρόβλημα της έλλειψης δικαστικών αιθουσών για τη διεξαγωγή δικών με μεγάλο αριθμό κατηγορουμένων και τόνισε ότι, ελπίζει να υπάρξει βούληση από το κράτος, γιά την κατασκευή τους.

Τόνισε ότι το υπουργείο “δεν επεμβαίνει στο έργο της Δικαιοσύνης, ούτε επιτρέπει παρεμβάσεις από οποιονδήποτε” και υποστήριξε ότι, οι εισαγγελείς προσφέρουν πολύ περισσότερα από όσα φαίνονται”.

Ο κ. Παρασκευόπουλος στάθηκε επίσης σε όσα εξέφρασε ο πρόεδρος της Ενωσης Εισαγγελέων Κωνσταντίνος Τζαβέλλας, σχετικά με τις δηλώσεις του αναπληρωτή υπουργού Δικαιοσύνης περί “δικαστικών πραξικοπημάτων” και είπε ότι “ο κ. Παπαγγελόπουλος έχει εμπιστοσύνη στην ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης”.

Επιθετικός προς την κυβέρνηση εμφανίστηκε ο πρώην υπουργός Δικαιοσύνης και βουλευτής Χαράλαμπος Αθανασίου, ο οποίος επέκρινε τις παραλείψεις ικανών δικαστικών λειτουργών κατά τις πρόσφατες προαγωγές για την ηγεσία της Δικαιοσύνης επισημαίνοντας ότι “εγινε βουτιά στην επετηρίδα” και παραλείφθηκαν συνολικά 47 ανώτατοι δικαστικοί.

Κάλεσε την Κυβέρνηση να μην αλλάξει το σύστημα αυτοδιοίκησης των δικαστηρίων, ενώ απευθυνόμενος στον κ. Παπαγγελόπουλο τον κάλεσε “να κατονομάσει, όπως είπε, τους πραξικοπηματίες".

Στην εκδήλωση παραβρέθηκαν και χαιρέτησαν ο Δ. Κρεμαστινός ως εκπρόσωπος της Βουλής, ενω τοποθετήσεις έκαναν εκπρόσωποι από ολα τα κόμματα.

Στο τέλος της συνέλευσης οι εισαγγελείς εξέδωσαν ψήφισμα, στο οποίο χαρακτηρίζουν τη Δικαιοσύνη “πυλώνα σταθερότητας, σε μια συγκυρία ανασφάλειας και πολυεπίπεδης κρίσης”.

Αναγνωρίζουν τη στασιμότητα που διαπιστώνεται, όσον αφορά στην ορθολογική διαχείριση του Συστήματος Ποινικής Δικαιοσύνης εκ μέρους της Πολιτείας, εκφράζουν τον προβληματισμό τους για το φαινόμενο επανειλημμένων, ατεκμηρίωτων και αόριστων δημόσιων δηλώσεων φορέων της εκτελεστικής λειτουργίας, οι οποίες δημιουργούν την εντύπωση ότι η Δικαιοσύνη, είτε δεν λειτουργεί στο καθεστώς νομιμότητας και αυτονομίας που της επιφυλάσσει το Σύνταγμα ή ότι δεν λειτουργούσε έτσι, μέχρι πρόσφατα, ενω εφιστούν την προσοχή των φορέων εκείνων –ανεξάρτητα από το πόσο υψηλό αξίωμα εκπροσωπούν- στο ότι οι λειτουργοί της Δικαιοσύνης, ενεργούν αποκλειστικά σύμφωνα με το Σύνταγμα και το νόμο, κατά πάντα ανεξάρτητοι και, ως εκ τούτου, δημόσιες δηλώσεις που υπαινίσσονται ή θεωρούν δεδομένα τα αντίθετα, επιβάλλεται να είναι απολύτως τεκμηριωμένες, ώστε να μη δημιουργούνται εσφαλμένες εντυπώσεις στο κοινωνικό σύνολο και να μην αποδομείται το κύρος της Δικαιοσύνης, για την εξυπηρέτηση σκοπών ξένων προς το έργο της.

Σημειώνουν, δε, ότι υποχρέωση της Δικαιοσύνης είναι η διερεύνηση της βασιμότητας τέτοιων υπαινιγμών.

Αξιολογούν ως αδικαιολόγητη την εμμονή δημόσιων φορέων και φορέων της ενημέρωσης να ερμηνεύουν εσφαλμένα την πάγια θέση των δικαστικών λειτουργών, περί μη νομιμότητας και σκοπιμότητας δημοσιοποίησης προσωπικών στοιχείων των Δηλώσεων Περιουσιακής τους Κατάστασης, που θέτουν σε διακινδύνευση την ασφάλειά τους. Καλούν τη Πολιτεία να αντιληφθεί ότι τα στοιχεία αυτά δεν αφορούν το κοινωνικό σύνολο, ούτε εξυπηρετούν τον έλεγχο της προέλευσης των περιουσιακών στοιχείων των δικαστικών λειτουργών (ο οποίος ούτως ή άλλως διενεργείται κατά το νόμο), δεδομένου ότι οι δικαστικοί λειτουργοί, -μη εκλεγόμενοι από το εκλογικό σώμα, αλλά όντας ισόβιοι δημόσιοι λειτουργοί- δεν εμπίπτουν στην αυτή κατηγορία με τους φορείς των λοιπών πολιτειακών λειτουργιών και, συνακόλουθα, στις αυτές διατυπώσεις δημοσιοποίησης των εν λόγω στοιχείων.

Ζητούν την απόσυρση της διάταξης του υπό ψήφιση σχεδίου νόμου, με την οποία τροποποιείται το άρθρο 99 § 1 Ν 1756/1988 και επεκτείνεται στους Προέδρους των Ανωτάτων Δικαστηρίων η αρμοδιότητα άσκησης πειθαρχικής δίωξης όλων των δικαστικών λειτουργών των κατώτερων Δικαστηρίων, δεδομένου ότι αυτό αλλοιώνει το σχήμα του πειθαρχικού ελέγχου όπως ίσχυε από τη θέσπιση του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών και καταργεί την αρχή της αυτοτέλειας μεταξύ των οργάνων που ασκούν την πειθαρχική αφ’ενός και τη δικαστική εξουσία, αφ’ ετέρου.

Ζητούν την άμεση και αποτελεσματική ενίσχυση των Εισαγγελιών και των Δικαστηρίων των παραμεθόριων περιοχών που αντιμετωπίζουν τις ανεξέλεγκτες προσφυγικές και μεταναστευτικές ροές με δικαστικούς λειτουργούς και γραμματείς.

Eκφράζουν την ανησυχία τους για τη μακρά αδιαφορία της εκτελεστικής εξουσίας να ασχοληθεί ουσιαστικά με τα αιτήματα της Δικαιοσύνης και τη δυσάρεστη κατάσταση στην οποία άγονται οι λειτουργοί της, να επαναφέρουν τα αυτά –διαχρονικώς ανεπίλυτα- προβλήματα στους εκάστοτε φορείς της εκτελεστικής εξουσίας.

Καλούν την Πολιτεία να εγκύψει άμεσα με το ενδιαφέρον που προσήκει σε μια από τις τρεις πολιτειακές λειτουργίες, στα αιτήματα και τις επισημάνσεις των δικαστικών λειτουργών.

Υπογραμμίζουν την υπεύθυνη θέση του Εισαγγελέα, ως φορέα ανεξάρτητης Πολιτειακής Λειτουργίας και εγγυητή της τήρησης του νόμου, σε ένα περιβάλλον συνεχιζόμενης, πολυεπίπεδης κρίσης.

Διακηρύσσουν ότι, παρά τη μη λειτουργική περιρρέουσα ατμόσφαιρα, οι Εισαγγελείς επιτελούν το έργο τους με παρρησία, υψηλό φρόνημα και προσήλωση στο Σύνταγμα και το νόμο.

Εξουσιοδοτούν το Διοικητικό Συμβούλιο να αναλάβει όλες τις αναγκαίες δράσεις, για την ανάδειξη και ικανοποίηση των αιτημάτων του Κλάδου.