CULTURE
02/01/2016 10:27 EET | Updated 02/01/2016 11:31 EET

«'Εφυγε» ο σπουδαίος καθηγητής, αρθρογράφος, και άνθρωπος του πολιτισμού Δημήτρης Ποταμιάνος

Πνεύμα ελεύθερο και ρηξικέλευθο ο Δημήτρης Ποταμιάνος, που έφυγε την Πρωτοχρονιά στα 72 του χρόνια, ήταν ένας καταξιωμένος ακαδημαϊκός: Ο ομότιμος καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου είχε στο παρελθόν υπάρξει πρόεδρος του τμήματος Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού. Ο ίδιος κατά δική του δήλωση, ασφυκτιούσε στο ιεραρχικό περιβάλλον του πανεπιστημίου αν και οι φοιτητές του παρέμειναν ακόμα και χρόνια μετά την αποφοίτηση τους, οι μεγαλύτεροι του οπαδοί και φίλοι. Όλοι τους μιλούσαν για έναν άνθρωπο ουσιαστικά καλλιεργημένο και γενναιόδωρο.

Γόνος μεγάλης εφοπλιστικής οικογένειας ο Δημήτρης Ποταμιάνος γεννήθηκε στις 13 Σεπτεμβρίου του 1943. Φοίτησε στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού σπουδάζοντας Κοινωνικές επιστήμες και ανθρωπολογία.Έζησε μια ζωή με πολλά ταξίδια χάρη στη θέση του ως σύμβουλος του ΕΟΤ. Νέα Υόρκη, Μοντρεάλ και Ιαπωνία ήταν τρεις από τους σημαντικότερους σταθμούς της σταδιοδρομίας του. Όταν γύρισε στην Αθήνα ξεκίνησε την ακαδημαϊκή του καριέρα στο Πάντειο Πανεπιστήμιο ενώ παράλληλα διηύθυνε τη σειρά «Εξέλιξη και Κοινωνικές Επιστήμες» των εκδόσεων Καστανιώτη.

Το συγγραφικό του έργο ήταν ιδιαίτερα πολυσχιδές μιας και έγραψε από πιο ακαδημαϊκά κείμενα (Απουσιολόγιο Επικρατείας-1991, Στον Κήπο-1996, Ενικός- Πληθυντικός-2001)μέχρι μυθιστορήματα όπως το πιο πρόσφατο (2014) «Αμφιθέατρο» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ποταμός αν και το πιο γνωστό του βιβλίο παραμένουν «Τα Χωρικά Ύδατα» που δημοσιεύτηκε το 1995. «Το πρώτο μου μεγάλο πεζό, τα Χωρικά Ύδατα είναι μια saga μιας εφοπλιστικής οικογένειας, της δικής μου. Το βιβλίο είχε μεταφερθεί και στην τηλεόραση αλλά το σήριαλ ήταν άθλιο, θυμάμαι είχα πει στον παραγωγό «Σε όλο το βιβλίο μιλάω για θαλασσοπόρους και για καραβοκύρηδες και σε κανένα από τα 24 επεισόδια δεν εμφανίζεται ούτε μια βαρκούλα». Τα Χωρικά Ύδατα εστίαζαν στην Ελλάδα του λούμπεν καπιταλισμού, όρος που ανήκει στον Γιωτόπουλο του οποίου δεν ασπάζομαι τις ιδέες και τις δράσεις, αλλά παραδέχομαι ότι αποτύπωσε με αυτή τη φράση πολύ σωστά το τι συμβαίνει στην χώρα μας, δηλαδή ενώ δεν έχουμε καπιταλισμό έχουμε καπιταλιστικό σύστημα που δεν βασίζεται στις αγορές αλλά στο άρμεγμα του κρατικού μηχανισμού», είχε πει σε μια συνέντευξη του στην Popaganda.

Πασίγνωστη ήταν και η αγάπη του για τη γαστρονομία- το 1992-1993 παρουσίαζε μάλιστα μια εκπομπή μαγειρικής με τη Μαλβίνα Κάραλη στην ΕΤ1, η οποία αργότερα έγινε και βιβλίο με τίτλο «Νόστιμες Μέρες, Συνταγές κι Ιστορίες» από τις εκδόσεις Καστανιώτη.Ο Δημήτρης Ποταμιάνος ήταν γνωστός και για την αρθρογραφία του – πρώτα σε περιοδικά όπως το 01, το symbol, το ΕLLE και το Playboy και τα τελευταία χρόνια σε site όπως το protagon και το andro.

Τα τελευταία 15 χρόνια ζούσε σε ένα όμορφο σπίτι στην Αίγινα- και χρησιμοποιούσε τη βαθιά του γνώση πάνω στην μαγειρική και τον πλούτο της ελληνικής γης έχοντας ένα δικό του μποστάνι, μαγειρεύοντας και διαβάζοντας.

Η κηδεία του θα πραγματοποιηθεί την Κυριακή στον ιερό ναό της Αγίας Αικατερίνης στην Πλάκα στις 12:00 το μεσημέρι.

Αυτή είναι η ανακοίνωση του Σταύρου Θεοδωράκη για το θάνατο του Δημήτρη Ποταμιάνου:

Ο Δημήτρης Ποταμιάνος που πέθανε λίγο πριν την αλλαγή του χρόνου δεν χώρεσε ποτέ σε στερεότυπα και τυπικότητες. Ούτε και η απώλειά του μπορεί να χωρέσει σε μερικά κοινότυπα λόγια αποχαιρετισμού, δεν θα το ήθελε ούτε και ο ίδιος.Ο Δημήτρης Ποταμιάνος αγάπησε τα μικρά απροσδιόριστης αξίας πράγματα. Τα φυτά του στον κήπο της Αίγινας, την περιπλάνησή του στον κόσμο, το διάλογο με τους φοιτητές του, τη γαστρονομία. Ο ίδιος έλεγε ότι το πρότυπό του για να γράφει για γαστρονομία υπήρξε ο χρονογράφος της Μοντ, ο La Reynière, που έγραφε με ψευδώνυμο. Κι όμως με την αγάπη του για τη ζωή και τις μικρές χαρές της και το λεπτό πνεύμα του, ο Δημήτρης Ποταμιάνος συγγενεύει μάλλον με τον πρώτο La Reynière, τον χρονικογράφο της εποχής του Ναπολέοντα. Ο ίδιος ίσως και να διασκέδαζε με τις συγκρίσεις. Θα μας λείψει. Θα του είμαι πάντα ευγνώμων για τη συμπαράστασή του και την εμπιστοσύνη του στα λίγα τελευταία χρόνια που κινηθήκαμε παράλληλα.