ΚΟΙΝΩΝΙΑ
27/01/2016 14:01 EET | Updated 27/01/2016 15:03 EET

ΣτΕ: Παρεμβάσεις για την προστασία του δασικού πλούτου, με αλλαγές στους ορισμούς του δάσους και της δασικής έκτασης

Φωτογραφία αρχείου
ASSOCIATED PRESS
Φωτογραφία αρχείου

Τα στοιχεία που προσδιορίζουν μιά έκταση ως δάσος ή δασική έκταση, σύμφωνα με το δασικό νόμο 998/1979 και τον εν συνεχεία αποκαλούμενο «αντιδασικό» νόμο 4280/201 όρισαν οι σύμβουλοι Επικρατείας του Ε΄ Τμήματος του ΣτΕ (πρόεδρος ο αντιπρόεδρος Αθανάσιος Ράντος και εισηγητής ο Πάρεδρος Δημήτρης Βασιλειάδης), οι οποίοι επεξεργάστηκαν το σχετικό σχέδιο Προεδρικού Διατάγματος, το οποίο τιτλοφορείται: “Ορισμός συνεκτιμώμενων στοιχείων και επιστημονικών κριτηρίων για την υπαγωγή των εκτάσεων στις περιπτώσεις 1, 2 και 5 του άρθρου 3 του νόμου 998/1979 ως ισχύει”.

Στην υπ΄ αριθμ. 26/2016 γνωμοδότηση-πρακτικό του Ε΄ Τμήματος, οι σύμβουλοι Επικρατείας κάνουν εκτενή αναφορά στις διατάξεις του άρθρου 24 του Συντάγματος, όσο και την απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ του 2013 (32/2013), καθώς και στην απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου του 1999 (27/1999), που ορίζει τι είναι δάσος και τι είναι δασική έκταση, όπως προέκυψε μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος το 2001.

Το ΣτΕ έκρινε νόμιμο το διάταγμα, αλλά έκανε είκοσι νομοτεχνικού περιεχομένου παρατηρήσεις, ενώ αναδιατύπωσε ορισμένα άρθρα του.

Επιπλέον οι σύμβουλοι Επικρατείας έκαναν ουσιαστικές παρεμβάσεις, για τον ορισμό του δασικού οικοσυστήματος (δάσος - δασική έκταση), καθώς και για τις χορτολιβαδικές εκτάσεις.

Έτσι, πρέπει να υπαχθούν στην προστασία της δασικής νομοθεσίας, δάση και δασικές εκτάσεις οι οποίες σύμφωνα με τα κριτήρια της δασικής οικολογίας (δασολογίας) έχουν δασικό χαρακτήρα.

Ακόμη, τροποποίησαν όλο το άρθρο 5 του σχεδίου διατάγματος (μετά τις παρεμβάσεις του ΣτΕ έγινε άρθρο 3) που αφορά το κριτήριο προσδιορισμού διάκρισης του δάσους από τη δασική έκταση και αναδιατυπώθηκε ως εξής: “Θεωρείται αραιά η δασική βλάστηση εφόσον μεταξύ των διακένων των δασικών ατόμων δύναται να παρεμβληθεί άτομο με κανονική κόμη και εφόσον στο σύνολο της έκτασης ο μέσος βαθμός συγκόμωσης δεν υπερβαίνει το 25% (αραιά συγκόμωση). Το κριτήριο είναι ενδεικτικό και μπορεί η έκταση να αποτελεί δάσος και με μικρότερη συγκόμωση”.

Παράλληλα, στο πλαίσιο της προστασίας του δασικού πλούτου, αναδιατύπωσαν το άρθρο 6 του σχεδίου, που αφορά τον εννοιολογικό προσδιορισμό των χορτολιβαδικών και βραχωδών εκτάσεων, δίνοντας τον ορισμό της ξυλώδους βλάστησης (φρύγανα).

Το άρθρο 6 επαναδιατυπώθηκε ως εξής:

“1. Χορτολιβαδικές θεωρούνται οι εκτάσεις που βρίσκονται επί ημιορεινών, ορεινών και ανώμαλων εδαφών και συγκροτούν φυσικά οικοσυστήματα αποτελούμενα από φρυγανική (μη ξυλώδη), ποώδη ή αυτοφυή βλάστηση ή από δασική μεν βλάστηση, που δεν συνιστά όμως δασοβιοκοινότητα.

2. Βραχώδεις ή πετρώδεις θεωρούνται οι εκτάσεις επί των οποίων κυριαρχούν οι βραχώδεις ή πετρώδεις εξάρσεις επί του εδάφους και βρίσκονται επί ημιορεινών, ορεινών και ανώμαλων εδαφών.

3. Ως πεδινές χορτολιβαδικές εκτάσεις (μη ορεινές ή ημιορεινές και μη κείμενες επί ανώμαλων εδαφών) θεωρούνται οι εκτάσεις που έχουν τα χαρακτηριστικά του οικοσυστήματος ή της βλάστησης της παραγράφου 1 και των οποίων, σωρευτικά, το υψόμετρο δεν υπερβαίνει τα 100 μέτρααπό την επιφάνεια της θάλασσας, η δε μέση κλίση της εδαφικής επιφάνειας δεν υπερβαίνει το 8% και η μέγιστη εδαφική κλίση δεν ξεπερνά το 12% επί του συνόλου της εδαφικής επιφάνειας”.