ΚΟΙΝΩΝΙΑ
06/04/2016 08:22 EEST | Updated 06/04/2016 08:56 EEST

Πώς δύο οικογένειες Σύριων βρήκαν στέγη στην Αθήνα

Ο Μαζντ και η Ράνια, στα 24 τους χρόνια και οι δυο, είναι ένα νέο ζευγάρι Σύριων- παντρεύτηκαν πριν πέντε περίπου μήνες, όταν τα ρωσικά αεροπλάνα ξεκίνησαν να βομβαρδίζουν το ήδη (μισό)κατεστραμμένο Χαλέπι, την πόλη τους. Ο Αχμάντ και η Σαμία, με τα τρία τους παιδιά- δυο χαριτωμένα αγοράκια κι ένα κοριτσάκι, από 9 μηνών έως 7 χρονών- έζησαν τον τελευταίο χρόνο στην ελεγχόμενη από το Ισλαμικό Κράτος περιοχή της ίδιας πόλης.

Δυτικότροποι και χαμογελαστοί παρά την περιπέτεια του ξεριζωμού τους, είναι από τους «τυχερούς» της τραγωδίας που στα μέσα ενημέρωσης και τα πολιτικά φόρουμ περιγράφεται τεχνοκρατικά ως «συριακό (ή/και προσφυγικό) ζήτημα»

Το πρόγραμμα φιλοξενίας αιτούντων άσυλο που χρηματοδοτεί η Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες και υλοποιούν ΜΚΟ- όπως η Praksis που διεκπεραιώνει το μεγαλύτερο τμήμα του προγράμματος- τους έδωσε τη δυνατότητα να «απεγκλωβιστούν» από το χάος και τη μιζέρια της Ειδομένης ή την καθημερινή ταλαιπωρία της ζωής στο δρόμο με τρία παιδιά.

Πλέον, φιλοξενούνται στην Αθήνα- μέχρι να ολοκληρωθούν οι γραφειοκρατικές ευρωπαϊκές διαδικασίες- σε ένα καθαρό και τακτοποιημένο δωμάτιο ξενοδοχείου το νεαρό ζευγάρι και σε ένα μικρό διαμέρισμα η πενταμελής οικογένεια.

Όπως και οι χιλιάδες άλλοι πρόσφυγες που συμμετέχουν ως «ωφελούμενοι» στο πρόγραμμα, έχουν τη δυνατότητα να περιμένουν σε αξιοπρεπείς συνθήκες τη νόμιμη μετεγκατάστασή τους σε οποιαδήποτε ευρωπαϊκή χώρα τους δεχτεί. Και να «προσπεράσουν» τα κυκλώματα των διακινητών που υπόσχονται να τους «κάνουν τη δουλειά», απαλλάσσοντάς τους εκβιαστικά από την καθημερινή αγωνία μιας ανέλπιδης παραμονής.


Ο Μαζντ και η Ράνια-Από τη μιζέρια της Ειδομένης σε δωμάτιο ξενοδοχείου στην Αθήνα


mazdranya

Ηλεκτρολόγος μηχανικός ο Μαζντ, απόφοιτη πληροφορικής η Ράνια, γνωρίστηκαν πριν δύο χρόνια, ενώ σπούδαζαν σε ένα πανεπιστήμιο που κατά καιρούς βομβαρδιζόταν... «Πριν τον πόλεμο όλα ήταν εντελώς διαφορετικά- εμείς σπουδάζαμε, νιώθαμε πως είχαμε τα πάντα. Ποτέ δεν είχαμε σκεφτεί να αφήσουμε την πατρίδα μας», λέει η Ράνια. «Μετά, κάθε κοινωνική ζωή σταμάτησε, οι άνθρωποι απομονώθηκαν στον πολύ στενό τους κύκλο. Και, εκτός από τον κίνδυνο και τον φόβο, ήταν πολύ δύσκολο να τα «βγάλεις πέρα» στην «Ήταν μια ασφαλής χώρα η Συρία, μπορούσαμε να κυκλοφορούμε μέχρι τα ξημερώματα χωρίς κανένα πρόβλημα. Τώρα είναι δύσκολο ή ακόμα και επικίνδυνο να βρεις τρόφιμα ή ρούχα, ζεις φτωχικά σε έναν διαρκή κίνδυνο» καθημερινότητα». «Οι μισθοί έχουν πέσει 5 φορές κάτω», συμπληρώνει ο Μαζντ που μιλώντας για τη ζωή πριν τον πόλεμο στη Συρία, θέτει και μια άλλη παράμετρο της ζωής σε ένα δικτατορικό καθεστώς. «Προσωπικές ελευθερίες δεν υπήρχαν και δεν μπορούσες να εκφράσεις γνώμη, ειδικά για πολιτικά ζητήματα. Αλλά ήταν μια ασφαλής χώρα η Συρία, μπορούσαμε να κυκλοφορούμε μέχρι τα ξημερώματα χωρίς κανένα πρόβλημα. Τώρα είναι δύσκολο ή ακόμα και επικίνδυνο να βρεις τρόφιμα ή ρούχα, ζεις φτωχικά σε έναν διαρκή κίνδυνο», συνεχίζει ο ίδιος. «Ειδικά για μια γυναίκα είναι αδύνατο να μετακινηθεί από την περιοχή της, με ή χωρίς μαντήλα», λέει η Ράνια χαμογελώντας.

Το Χαλέπι, η πόλη τους, πλέον έχει κοπεί στα δύο - όπως μου λένε, η μισή είναι εντελώς κατεστραμμένη και δεν μπορεί να ζήσει άμαχος . Αυτή η “no man’s land” «κατοικείται» από τους μαχητές που την ελέγχουν- αντάρτες του Ελεύθερου Συριακού Στρατού ή τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους (ISIS), που ο Μαζντ και η Ράνια, αποκαλούν «Ντάας». Το άλλο μισό της πόλης ελέγχεται από τις στρατιωτικές δυνάμεις του καθεστώτος, που μετά τους ρωσικούς βομβαρδισμούς έχουν ανακαταλάβει γειτονιές από τους αντάρτες. «Στο Χαλέπι ήταν τέσσερις οι αντιμαχόμενες παρατάξεις», μου λέει το νεαρό ζευγάρι- οι τζιχαντιστές του ISIS, ο στρατός, οι αντάρτες του Ελεύθερου Στρατού και ομάδες Κούρδων ανταρτών. «Ακόμα και μαχητές της Χεσμπολάχ υπήρχαν. Έβλεπες ανθρώπους με όπλα και δεν ήξερες από ποια παράταξη είναι, ούτε καν από ποια χώρα... Και όλοι αυτοί, ανάλογα με την συγκυρία και την περιοχή, συγκρούονταν μεταξύ τους», μου λέει ο Μαζντ.

Ο ίδιος, όπως και η Ράνια, αφότου ξεκίνησε ο πόλεμος ζούσαν με τις οικογένειες τους στο κομμάτι της πόλης που ελέγχει το καθεστώς. «Μόνο εκεί ζούνε πολίτες», επαναλαμβάνουν. «Ο κίνδυνος είναι διαρκής αλλά υπάρχει μια μεγαλύτερη αίσθηση τάξης και ασφάλειας», μου λέει η Ράνια. «Η κατάσταση όμως διαρκώς επιδεινωνόταν και πριν μερικούς μήνες ξεκίνησαν οι ρωσικοί αεροπορικοί βομβαρδισμοί. Δεν υπάρχουν καταφύγια, απλώς περιμέναμε στο σπίτι μας να τελειώσει... Σποραδικοί βομβαρδισμοί υπήρχαν και πριν αλλά μετά τη ρωσική επέμβαση καταλήξαμε να μας βομβαρδίζουν κάθε μέρα- από τότε νιώθαμε ότι η ζωή μας συνεχώς απειλούνταν. Τότε αποφασίσαμε να φύγουμε απ’ τη χώρα». Στη διάρκεια των τελευταίων μηνών οι οικογένειες και των δύο άλλαζαν συνεχώς σπίτι, «από γειτονιά σε γειτονιά», τέσσερις φορές η Ράνια και τρεις ο Μαζντ. «Τότε αποφασίσαμε να φύγουμε από τη χώρα», μου λένε. «Είχαμε τελειώσει και τις σπουδές μας, νιώσαμε πως ήταν η ώρα...»

«Πριν φύγουμε από τη Συρία, κάποιοι μας έλεγαν ότι σε πέντε μέρες θα έχουμε φτάσει στην χώρα που θέλουμε, σοκαριστήκαμε από την πραγματικότητα»Και οι δυο λένε πως το πιο επικίνδυνο κομμάτι του ταξιδιού από τη Συρία προς την Ευρώπη ήταν η μετακίνηση μέσα στην εμπόλεμη χώρα τους, μέχρι τα σύνορα με την Τουρκία. «Το λεωφορείο έπρεπε να περάσει από μπλόκα όλων των αντιμαχόμενων παρατάξεων και κάθε φορά έπρεπε να συμπεριφέρεσαι ανάλογα- για να περάσει μια γυναίκα από τις περιοχές των τζιχαντιστών έπρεπε να φαίνονται μόνο τα μάτια της», περιγράφει ο Μαζντ και αυθόρμητα έρχεται στο νου μου το αιματηρό ταξίδι με το λεωφορείο στον εμφυλιοπολεμικό Λίβανο από το καναδέζικο φιλμ “Incendies”. Το νεαρό ζευγάρι μετά από λίγες μέρες παραμονής στη συριο- τουρκική μεθόριο, πέρασαν τα σύνορα πληρώνοντας συμπατριώτη τους διακινητή. Στην απέναντι πλευρά Τούρκοι, μέλη του ίδιου κυκλώματος, τους οδήγησαν με αυτοκίνητο σε έναν σταθμό λεωφορείου.

«Βγάλαμε εισιτήριο για Κωνσταντινούπολη και μετά από μερικές μέρες εκεί βρήκαμε άλλον διακινητή. Είναι πολύ εύκολο», λέει ο Μαζντ.

«Εμείς βρήκαμε μέσω φίλων που είχαν ήδη “περάσει” αλλά υπάρχουν μέχρι και “διαφημιστικές καταχωρήσεις” στο ίντερνετ και τα social media».

Το κύκλωμα των διακινητών με μισθωμένο λεωφορείο τους οδήγησε σε μια άγνωστη περιοχή στην ακτή. Οι δυο τους θυμούνται ότι στη διάρκεια της διαδρομής άλλαξαν περισσότερους από δυο οδηγούς - στην (άγνωστη) ακτή που κατέβηκαν ήταν συγκεντρωμένοι περισσότεροι από 200 πρόσφυγες. Τελικά, στο «καραβάκι» που τους έβαλαν οι διακινητές βρέθηκαν μαζί με άλλους 40 ανθρώπους.

«Ήμασταν τυχεροί και η θάλασσα ήταν ήρεμη. Δεν αισθάνθηκα ότι κινδυνεύουμε- θυμάμαι ξημέρωνε και έβλεπα τον ήλιο να βγαίνει. Περίπου στη μέση του ταξιδιού μας πλησίασε ένα ελληνικό καράβι (εννοεί σκάφος του λιμενικού) και μας συνόδεψε μέχρι τη Μυτιλήνη»

«Ήταν 23 Φεβρουαρίου», λένε αφήνοντάς μου την εντύπωση πως αυτή την ημερομηνία δε θα την ξεχάσουν ποτέ.

huffpost greece

Από τη Μυτιλήνη όπου καταγράφηκαν στις ελληνικές αρχές, μέσα σε τρεις μέρες βρέθηκαν στην Ειδομένη

«Εκεί ζήσαμε τις πιο δύσκολες μέρες όλου του ταξιδιού», συμφωνούν και οι δυο. «Προσπαθούσαμε να βρούμε μια σκηνή για να κοιμηθούμε μέχρι τις 5 το πρωί. Παντού υπήρχε βρωμιά, ένιωθες τον αέρα μολυσμένο, αρρωστήσαμε εκεί», λέει η Ράνια. «Μας λέγανε ότι περνάμε (τα σύνορα) με σειρά προτεραιότητας αλλά στην πράξη καθένας περνούσε όπως μπορούσε. Και κάποια στιγμή απλώς μας ανακοίνωσαν ότι τα σύνορα σφράγισαν».

Το ζευγάρι είχε καταθέσει αίτημα ασύλου και συμμετοχής στο πρόγραμμα μετεγκατάστασης (relocation) στους ανθρώπους της Ύπατης Αρμοστείας στο λιμάνι του Πειραιά. Στην Υπηρεσία Ασύλου της Θεσσαλονίκης πέρασαν συνέντευξη και με λεωφορείο μετακινήθηκαν οργανωμένα, ένα πολυάνθρωπο γκρουπ προσφύγων, στην Αθήνα, μέχρι το ξενοδοχείο που θα τους φιλοξενήσει έως την μετάβασή τους στο κράτος της Ε.Ε. που θα τους δεχτεί.

«Δέκα μέρες τώρα ζούμε στο ξενοδοχείο. Είναι οι πιο ήρεμες μέρες από τη στιγμή που αφήσαμε το Χαλέπι. Φτάσαμε στην Αθήνα εξαντλημένοι αλλά σε όλη αυτή την περιπέτεια είχαμε την ελπίδα ότι τα πράγματα θα “φτιάξουν”- και τώρα είμαστε χαρούμενοι γιατί αυτό ακριβώς συμβαίνει», μου λέει ο Μαζντ.

Τους ρωτάω για τα σχέδια τους. Και οι δυο θέλουν να συνεχίσουν τις σπουδές τους, σε μεταπτυχιακό, πλέον, επίπεδο. «Θα προσπαθήσουμε να ακολουθήσουμε ακαδημαϊκή, ή καθηγητική καριέρα- το ίδιο θα προσπαθούσαμε και στη Συρία αλλά δε μας δόθηκε επιλογή». Θέλουν να φτάσουν σε συγκεκριμένη χώρα; «Στη Γερμανία ή την Γαλλία», απαντάνε. Έχουν συγγενείς εκεί- και πολλοί καθηγητές τους ζούνε σε αυτές τις χώρες- γνωρίζουν, όμως, ότι δεν εναπόκειται στους ίδιους η επιλογή της χώρας. Πως κυλά η καθημερινότητά τους στην Αθήνα; «Είμαστε πολύ ικανοποιημένοι από το ξενοδοχείο και η Αθήνα είναι όμορφη», λέει η Ράνια.

«Σχεδόν όλη τη μέρα μας την περνάμε στο δωμάτιο- μόνο αυτό δεν μας αρέσει γιατί είμαστε και οι δυο άνθρωποι που θέλουμε να εργαζόμαστε, να κάνουμε κάτι, δε μπορούμε να μένουμε άπραγοι.

Βγαίνουμε και λίγο έξω- ευτυχώς το ξενοδοχείο είναι στο κέντρο της πόλης και κάνουμε μικρές βόλτες τριγύρω, ενώ δυο φορές πήγαμε με το μετρό στο Μοναστηράκι», μου λένε γελώντας. «Με τα σύνορα κλειστά, τι θα κάνατε αν δεν υπήρχε το πρόγραμμα φιλοξενίας και μετεγκατάστασης;», τους ρωτάω. «Πριν φύγουμε από τη Συρία, κάποιοι μας έλεγαν ότι σε πέντε μέρες θα έχουμε φτάσει στην χώρα που θέλουμε, σοκαριστήκαμε από την πραγματικότητα. Δεν γνωρίζαμε για το πρόγραμμα όταν ξεκινήσαμε αλλά αποδείχτηκε πως αν δεν υπήρχε θα έπρεπε να περιμένουμε, ποιος ξέρει για πόσο, ζώντας σε πολύ δύσκολες συνθήκες. Ευχαριστούμε πολύ όλους τους ανθρώπους, της Ύπατης Αρμοστείας και της Praksis, που μας έχουν στηρίξει μέσω του προγράμματος».

- Όταν με το καλό τελειώσει ο πόλεμος, θα επιστρέψετε στη Συρία ή θα παραμείνετε στην Ευρώπη;

- Ράνια: Εγώ θέλω να γυρίσω στην πατρίδα μου όταν βελτιωθεί η κατάσταση.

- Μαζντ (σχεδόν ταυτόχρονα): Όχι, δεν θέλω να επιστρέψω.

Αμέσως γελάνε με την αυθόρμητη διαφωνία τους. Ποιος ξέρει πως θα τα φέρει η ζωή... Τους εύχομαι καλή δύναμη στο νέο τους ξεκίνημα, κάπου στην Ευρώπη.


Από την επικράτεια του Ισλαμικού Κράτους, στην Ολλανδία. Η οικογένεια του Αχμάντ και της Σαμία


oikogeneia

Συναντούμε την οικογένεια του Αχμάντ και της Σαμία σε ένα αθηναϊκό διαμέρισμα του κέντρου. Μορφωμένοι και με καλά αγγλικά και οι δυο, ηλεκτρολόγος μηχανικός ο Αχμάντ και με σπουδές φαρμακευτικής η Σαμία. Τα τρία τους παιδιά, ο επτάχρονος Κινάν, ο τρίχρονος Μομέν και η εννιά μηνών Σάρα «σηκώνουν τον κόσμο» με τις φωνές, τα γέλια και τα παιχνίδια τους.

Η μητέρα τους λίγο συμμετείχε στην κουβέντα μας με τον Αχμάντ γιατί έπρεπε συνεχώς να φροντίζει τους πιτσιρικάδες και τη μικρή Σάρα, συχνά όμως γνέφει επιδοκιμαστικά στα λόγια του συζύγου της.

Στην τηλεόραση παίζει ένα παιδικός σταθμός, η Σαμία μας «τρατάρει» φρούτα και τσάι. Ευγενέστατοι άνθρωποι που θέλουν η ιστορία τους, μια από τις χιλιάδες (σαν) παράλληλες οικογενειακές ιστορίες φόβου, ξεριζωμού και ελπίδας για μια νέα ζωή, να ακουστεί.

«Βλέπεις πόσο χαρούμενα είναι τα παιδιά μας;», ρωτάει ο Αχμάντ. «Αυτά τα ίδια παιδιά λίγες μέρες πριν άκουγαν τον βόμβο του αεροπλάνου και κατουριόντουσαν πάνω τους και έτρεχαν να κρυφτούν. Και στην Αθήνα ακόμα τους πήρε λίγες μέρες για να εξοικειωθούν με αυτόν τον ήχο».

«Η τιμωρία που επιβάλλουν οι τζιχαντιστές είναι ο αποκεφαλισμός- και τα κεφάλια των καρατομημένων εκτίθονταν σε πασάλους μέσα στην πόλη. Οι γυναίκες ειδικά δεν ξεμύτιζαν από τα σπίτια τους»Τον τελευταίο χρόνο η γειτονιά τους στο Χαλέπι περιήλθε στον έλεγχο των τζιχαντιστών του Ντάας (όπως οι Άραβες αποκαλούν το Ισλαμικό Κράτος). «Έπρεπε να υπακούς στους κανόνες τους», λέει ο Αχμάντ. «Τα πατζάκια του παντελονιού να είναι σηκωμένα, να έχεις μούσι, οι γυναίκες να είναι καλυμμένες από την κορφή μέχρι τα νύχια. Η τιμωρία που επιβάλλουν οι τζιχαντιστές είναι ο αποκεφαλισμός- και τα κεφάλια των καρατομημένων εκτίθονταν σε πασάλους μέσα στην πόλη. Οι γυναίκες ειδικά δεν ξεμύτιζαν από τα σπίτια τους- η Σαμία έβγαινε μόνο για να επισκεφτεί τη μητέρα της και πάντοτε τη συνόδευα. Προσπαθούσαμε μήνες να φύγουμε από την περιοχή αλλά οι τζιχαντιστές δεν επιτρέπουν σε κανέναν να βγει από τα όρια της περιοχής τους. Κρίνεσαι αυτομάτως προδότης του Ισλάμ, αφού προτιμάς να ζήσεις«Προσπαθούσαμε μήνες να φύγουμε από την περιοχή αλλά οι τζιχαντιστές δεν επιτρέπουν σε κανέναν να βγει από τα όρια της περιοχής τους. Κρίνεσαι αυτομάτως προδότης του Ισλάμ, αφού προτιμάς να ζήσεις εκεί που δεν εφαρμόζεται ο ισλαμικός νόμος». εκεί που δεν εφαρμόζεται ο ισλαμικός νόμος. Όταν όμως ξεκίνησαν οι βομβαρδισμοί από τα αεροπλάνα των Ρώσων και τον συριακό στρατό, ήταν πλέον αδύνατο να παραμείνουμε. Έπεσαν βόμβες 50 μέτρα από το σπίτι μας, πολλοί γείτονές μας σκοτώθηκαν και οι περισσότεροι έφευγαν όπως μπορούσαν. Τώρα που μιλάμε, 4 μήνες αφότου αφήσαμε το σπίτι μας, δεν έχουμε ιδέα για την κατάστασή του, αν υπάρχει ακόμα ή όχι... Είκοσι χιλιάδες άνθρωποι ζούσαν στην περιοχή μας και, πλέον, έχουν απομείνει μερικές εκατοντάδες, είτε γιατί δεν έχουν μπορέσει να διαφύγουν είτε γιατί υποστηρίζουν τους τζιχαντιστές».

Ο Αχμάντ, με τη μικρή Σάρα στην αγκαλιά του, περιγράφει μια διαρκή κλιμάκωση των βίαιων ανατροπών που φέρνει κάθε πόλεμος στη ζωή των αμάχων. Αρχικά, σταμάτησε να εργάζεται ως δημόσιος υπάλληλος, ακολούθησε η ζωή υπό τον ISIS και την πιο αυστηρή εκδοχή της σαρία, και η κατάσταση έγινε αφόρητη τους τελευταίους μήνες των απανωτών βομβαρδισμών.

«Ευτυχώς δεν λιμοκτονήσαμε γιατί μέσω Τουρκίας έρχονταν κάποια βασικά τρόφιμα», μου λέει.

«Αναγνώριζαν(σ.σ αναφέρεται στις εμπόλεμες παρατάξεις) ότι είμαστε άνθρωποι, αιχμάλωτοι ουσιαστικά των τζιχαντιστών. Δεν τους υποστηρίζαμε ούτε ήταν επιλογή μας να παραμένουμε υπό τον έλεγχό τους».

Τελικά, η οικογένεια του Αχμάντ και της Σαμία απέδρασε από το Χαλέπι, κρυμμένη στην καρότσα ενός φορτηγού, οι δυο γονείς και τα τρία παιδιά τους, ο ένας δίπλα στον άλλο, σκεπασμένοι με έναν μεγάλο μουσαμά... Το πιο επικίνδυνο στάδιο της παράνομης φυγής τους από τον «ισλαμικό παράδεισο» των τζιχαντιστών τελείωσε όταν το φορτηγό πέρασε στην περιοχή που ελέγχουν οι (κοσμικοί) αντάρτες του Ελεύθερου Στρατού.

«Μετά από 2 ώρες κάτω από τον μουσαμά, μπορέσαμε να βγούμε έξω και νιώσαμε ελεύθεροι μετά από τόσους μήνες», λέει ο Αχμάντ.

«Τσέκαραν τα χαρτιά μας (οι αντάρτες) και μας επέτρεψαν να περάσουμε. Με ένα μικρό λεωφορείο φτάσαμε μέχρι τα σύνορα με την Τουρκία, στο Αφρίν, που ελέγχεται από τους Κούρδους. Βρήκαμε έναν διακινητή, πληρώσαμε 60 δολάρια ο καθένας και μαζί του περάσαμε τα σύνορα αργά τη νύχτα από ένα σημείο που δεν υπήρχε στρατός. Ανεβοκατεβήκαμε ένα γκρεμό, με τα δυο μικρότερα παιδιά αγκαλιά, να κλαίνε συνέχεια από τον φόβο και την κούραση. Και σκέψου ότι όταν φύγαμε εμείς ήταν πιο εύκολο και φτηνό το πέρασμα στην Τουρκία. Πλέον οι έλεγχοι έχουν ενταθεί και οι ταρίφες φτάνουν τα 400 δολάρια».

Μετά από δύο μήνες παραμονής στην τουρκοσυριακή μεθόριο η οικογένεια του Αχμάντ αποπειράθηκε το επόμενο βήμα προς την Ευρώπη.
Δεν επέλεξαν ως επόμενο προορισμό τους την Κωνσταντινούπολη αλλά τη Σμύρνη. Εκεί πλήρωσαν 700 δολάρια/άτομο στον επόμενο διακινητή- «μας μαζέψανε όλους, καμιά σαρανταριά άτομα σε ένα σπίτι και προσπάθησαν (οι διακινητές) να μας μεταφέρουν με ταξί στο “σημείο” (της ακτής), είχαμε όμως μαζί μας σωσίβια, μας έγινε έλεγχος από την αστυνομία και μας γύρισαν πίσω». «Η μεταφορά με ταξί είναι κλασική πατέντα και γνωστή στην αστυνομία», συνεχίζει ο Αχμάντ.

«Οι διακινητές από την πλευρά τους, εάν δε φτάσουν όλα τα αυτοκίνητα, ώστε να είναι το “φορτίο” κομπλέ... δεν αφήνουν τη βάρκα να φύγει. Τελικά μας μετέφεραν με ένα κλειστό φορτηγάκι, σαράντα ανθρώπους, τον έναν πάνω στον άλλο και σε πηχτό σκοτάδι. Από τη διαδρομή δεν έχω καμιά εικόνα, πρόλαβα όμως να παρατηρήσω όταν μας “φόρτωναν” ότι μπροστά μας θα προπορεύονταν δυο άλλα αυτοκίνητα, μάλλον για να τσεκάρουν για μπλόκα της αστυνομίας».

Η ομάδα των σαράντα προσφύγων έφτασε σε ένα απόκρημνο σημείο της ακτής τα μεσάνυχτα. Μετά από δύο ώρες οι διακινητές τους οδήγησαν στο φουσκωτό που θα τους περνούσε απέναντι. Ο Αχμάντ μου διηγείται πως οι διακινητές τοποθέτησαν τους άντρες στα πλαστικά πλαϊνά του «σκάφους» και στη μέση τις γυναίκες και τα παιδιά.

«Δεκαεννιά του Φλεβάρη, τότε περάσαμε. Η θάλασσα ήταν ήρεμη αλλά το φουσκωτό πήγαινε αργά- ξεκινήσαμε στις 2.30 και φτάσαμε ξημερώματα, στις 6. Όσο ήμασταν στη θάλασσα ελπίζαμε συνεχώς ότι κάποιο σκάφος της ελληνικής ακτοφυλακής θα μας προσέγγιζε- έχω ακόμα στα αυτιά μου τις φωνές και τα κλάματα από τις γυναίκες και τα παιδιά. Τελικά βγήκαμε μόνοι μας στις ακτές της Λέσβου, που τα φώτα της όπως πλησιάζαμε μας έδιναν ελπίδα».

Στη Λέσβο ο Αχμάντ ενημερώθηκε για το πρόγραμμα φιλοξενίας και μετεγκατάστασης και αμέσως τον έθελξε ο παράγοντας της νομιμότητας- πλέον ήθελε να αποφύγει τους διακινητές και τα συνοριακά κυνηγητά...

«Μου είπαν ότι μπορώ να σημειώσω 8 χώρες στις οποίες θα θέλαμε να ζήσουμε αλλά ότι δεν εγγυάται το πρόγραμμα για το ποια χώρα θα μας δεχτεί. Είπα “εντάξει, μπορούμε να ζήσουμε οπουδήποτε στην Ευρώπη” και μπήκαμε αμέσως στο πρόγραμμα».

«Οι γείτονές μας είναι πολύ καλοί άνθρωποι. Απλώνουμε τα πλυμένα ρούχα μας στο μπαλκόνι τους και προσπαθούν να μας βοηθάνε όπως μπορούνε»Την οικογένεια υποδέχτηκε στον Πειραιά εθελοντής της Praksis και μετά από μερικές μέρες σε ξενοδοχείο, τους παραχωρήθηκε το διαμέρισμα, «για να αισθάνονται πιο όμορφα τα παιδιά», όπως λέει ο Αχμάντ. «Μας φροντίζουν πολύ και τους ευχαριστούμε, οι άνθρωπο της Praksis μας δίνουν τρόφιμα, ρούχα, παιχνίδια για τα παιδιά και κάθε μέρα μιλάμε μαζί τους, μας υποστηρίζουν πραγματικά». Στην Αθήνα η ζωή τους είναι ήρεμη και απλή: μένουν στο σπίτι, ασχολούνται με τα παιδιά ή κάνουν όλοι μαζί μικρές βόλτες στη γειτονιά. «Οι γείτονές μας είναι πολύ καλοί άνθρωποι. Απλώνουμε τα πλυμένα ρούχα μας στο μπαλκόνι τους και προσπαθούν να μας βοηθάνε όπως μπορούνε», λέει ο Αχμάντ που μιλά με λόγια αγάπης για τους Έλληνες και τον ελληνικό πολιτισμό, απαριθμώντας τους σημαντικότερους φιλοσόφους της αρχαιότητας, που πολλά έργα τους διασώθηκαν και επηρέασαν την ευρωπαϊκή σκέψη μέσω των μεταφράσεων του Άραβα φιλοσόφου Αβερρόη, του Ιμπν Ρουσντ, όπως τον αποκαλεί στα αραβικά ο Αχμάντ- υπέφερε κι αυτός ο μεγάλος διανοητής από τις διώξεις και την λογοκρισία των φονταμενταλιστών της εποχής του.

Σε λίγες μέρες θα ζούν στην Ολλανδία. Η απόφαση της μετεγκατάστασής τους έχει εκδοθεί. Τα επόμενα πέντε χρόνια θα ζούνε εκεί. Τότε η αίτησή τους θα εξεταστεί οριστικά από το ολλανδικό κράτος.Η οικογένεια του Αχμάντ είναι άλλη μια συριακή οικογένεια που ο πόλεμος διασκόρπισε. Ένας αδελφός του στον Λίβανο, ένας στην Τουρκία, μια αδελφή του ακόμα στη Συρία. Ο ίδιος, κάθε απόγευμα επισκέπτεται τον ηλικιωμένο πατέρα του στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου κι αυτός φιλοξενείται στα πλαίσια του ίδιου προγράμματος.Σε λίγες μέρες θα ζούνε όλοι τους στην Ολλανδία. Η απόφαση της μετεγκατάστασής τους έχει εκδοθεί και αυτή είναι η χώρα που τους δέχτηκε. Τα επόμενα πέντε χρόνια θα ζούνε εκεί. Τότε η αίτησή τους θα εξεταστεί οριστικά από το ολλανδικό κράτος. Τόσο ο Αχμάντ όσο και η Σαμία νιώθουν τυχεροί από την κατάληξη.

«Η πρώτη μας επιλογή ήταν η Γερμανία. Οι περισσότεροι πρόσφυγες εκεί θέλουμε να πάμε για να βρούμε δουλειά, σε μια μεγάλη χώρα με ισχυρή οικονομία, αλλά η Ολλανδία είναι επίσης καλός τόπος για να ζήσεις».

«Θέλω να ζήσουμε κανονικά, να συνεχίσω τις σπουδές μου σε μεταπτυχιακό επίπεδο, να βρούμε δουλειά, τα παιδιά μου κυρίως να έχουν τη δυνατότητα να μορφωθούν. Ο γιος μου είναι επτά χρονών και δεν έχει πάει ακόμα σχολείο, οι τζιχαντιστές τα έκλεισαν. Θέλουν αμόρφωτους ανθρώπους για να τους πορώνουν και να τους κάνουν υποχείρια τους. Υπάρχουν παιδιά δέκα χρονών ανάμεσά τους, οπλισμένα και επικίνδυνα», λέει ο Αχμάντ.

«Οι τρομοκρατικές επιθέσεις των τζιχαντιστών αισθάνεσαι ότι δυσκολεύουν τη δική σας προσπάθεια για μια νέα ζωή στην Ευρώπη;», τον ρωτάω.

«Όχι, γιατί οι αρχές γνωρίζουν τα πάντα για εμάς, ξέρουν ότι δεν έχουν να φοβούνται κάτι από εμάς. Ανάμεσα στους τζιχαντιστές υπάρχουν πάρα πολλοί Ευρωπαίοι- αυτό σημαίνει ότι όλοι οι Ευρωπαίοι πρέπει να θεωρούνται ύποπτοι;», απαντά.

Ο Αχμάντ έχει ζήσει ένα χρόνο μαζί τους, στην επικράτεια του Ισλαμικού Κράτους.

«Τριών ειδών άνθρωποι είναι οι τζιχαντιστές», μου λέει, «ανεξαρτήτως εθνικότητας τους». «Ληστές και πλιατσικολόγοι, πράκτορες μυστικών υπηρεσιών και ανεγκέφαλοι, αμόρφωτοι άνθρωποι που ακολουθούν σαν “πρόβατα” και δεν καταλαβαίνουν ότι το Ισλάμ είναι σκέψη, είναι αγάπη και φροντίδα στον συνάνθρωπο και όχι ο θάνατός του»


Πως γίνεται η στέγαση - Τι προβλέπει η διαδικασία


  • Το πρόγραμμα φιλοξενίας αφορά αιτούντες άσυλο και ευάλωτους αιτούντες άσυλο (μονογονεϊκές οικογένειες, άνθρωποι με χρόνιες παθήσεις κ.α.) που επιθυμούν να συμμετάσχουν και στο πρόγραμμα της μετεγκατάστασης.
  • Δικαίωμα συμμετοχής έχουν όσοι τους αναγνωρίζεται η προσφυγική ιδιότητα: άνθρωποι από τη Συρία, το Ιράκ, την Υεμένη, την Ερυθραία, την Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, τη Σουαζιλάνδη και το Μπαχρέιν.
  • Όλες οι παραπομπές γίνονται από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες- αυτή κρίνει την ευαλωτότητα και είναι ο χρηματοδότης του προγράμματος με κονδύλια που προέρχονται κυρίως από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
  • Οι πρόσφυγες δεν έχουν δικαίωμα επιλογής της χώρας που θα μεταβούν. Από τη στιγμή που θα υπογράψουν την «επίδοση απόφασης», η αίτησή τους μεταφέρεται στην χώρα της Ε.Ε. που συμφώνησε να τους δεχτεί. Εκεί θα εξεταστεί το αίτημα ασύλου τους, βάση των διαδικασιών και κριτηρίων της κάθε χώρας.
  • Το πρόγραμμα τρέχει από τις 17/11/2015. Η Praksis, που διεκπεραιώνει τον μεγαλύτερο όγκο του, συνεργάζεται με περισσότερα από 15 ξενοδοχεία στην Αθήνα, αριθμός που μεγαλώνει διαρκώς. Οι ωφελούμενοι του προγράμματος που διαμένουν σε ξενοδοχεία ξεπερνούν τους δύο χιλιάδες, ενώ περίπου άλλοι πεντακόσιοι άνθρωποι στεγάζονται σε διαμερίσματα.
  • Είναι ένα πρόγραμμα που ανταποκρίνεται στην έκτακτη ανάγκη στέγασης των προσφύγων και προσπαθεί να αναπροσαρμόζεται ανάλογα με τις προσφυγικές ροές- στο ξεκίνημά του προβλεπόταν να στεγάσει 500 άτομα, όμως συνεχώς ο αριθμός των ωφελούμενων αυξάνεται.
  • Από τη στιγμή που έκλεισαν τα σύνορα όλο και περισσότεροι πρόσφυγες ενδιαφερονται να συμμετάσχουν, αποδεχόμενοι τις προϋποθέσεις και τα χρονικά πλαίσια του προγράμματος.
  • Τυπικά, για το πέρας όλης της διαδικασίας μετεγκατάστασης απαιτούνται περίπου δύο μήνες- στην πράξη οι χρόνοι είναι, συνήθως, αρκετά μεγαλύτεροι έως ότου η μετεγκατάσταση ολοκληρωθεί.
  • Τα διαμερίσματα σε σχέση με τα ξενοδοχεία έχουν τα πλεονεκτήματα του μικρότερου κόστους, της αίσθησης ενός οικογενειακού περιβάλλοντος για τους πρόσφυγες αλλά και της διάχυσης του οικονομικού οφέλους σε μεγαλύτερο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας.