ΔΙΕΘΝΕΣ
08/08/2016 03:56 EEST | Updated 08/08/2016 04:00 EEST

Ολυμπιακοί Αγώνες και πολιτική: Η άλλη πλευρά της μεγαλύτερης αθλητικής διοργάνωσης του κόσμου

Milos Bicanski via Getty Images
OLYMPIA, GREECE - 21 APRIL: A priestess releases a white dove during the Lighting Ceremony of the Olympic Flame for the Rio Olympic Games on April 21, 2016 in Olympia, Greece. Torchbearers will carry the Olympic Flame from Ancient Olympia on relay through Greece for eight days before a hand-over ceremony at Panathenian Stadium in Athens. (Photo by Milos Bicanski/Getty Images)

Το Ολυμπιακό ιδεώδες θεωρείται η απόλυτη έκφραση του πνεύματος του αθλητισμού: Ο πρωτεργάτης της αναβίωσης των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων, Πιέρ ντε Κουμπερτέν, μιλούσε για «religio atletae» (η θρησκεία του αθλητή), ενώ ο Χουάν Αντόνιο Σάμαρανκ, πρώην πρόεδρος της Ολυμπιακής Επιτροπής είχε πει ότι οι Ολυμπιακοί Αγώνες είναι πιο σημαντικοί ακόμα και από τον Καθολικισμό, από την άποψη ότι έχουν πιο «παγκόσμιο» χαρακτήρα.

ancient olympia

Σε αυτό το πλαίσιο, κομμάτι του Ολυμπιακού ιδεώδους ήταν η πεποίθηση πως οι Αγώνες πρέπει να διαχωρίζονται από την πολιτική, και απόδειξη αυτού είναι η έννοια της Ολυμπιακής Εκεχειρίας, κατά τη διάρκεια της οποίας έπαυαν οι εχθροπραξίες στον αρχαίο ελληνικό κόσμο (κάτι το οποίο επιδιώκεται να τηρείται και σήμερα, στους σύγχρονους Ολυμπιακούς, αν και όχι απαραίτητα με επιτυχία). Παρόλα αυτά, όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, δύσκολα ένας θεσμός τόσο μεγάλης έκτασης και σημασίας μπορεί να παραμείνει «παρθένος» και ανέγγιχτος από παιχνίδια πολιτικής- και αυτό φαίνεται πως ίσχυε και στην αρχαία Ελλάδα, όπου το να έχει μια πόλη- κράτος Ολυμπιονίκες ήταν παρείχε ιδιαίτερη αίγλη, ενισχύοντας το γόητρό της σε κάθε διάσταση: Ένα από τα πιο κοφτερά μυαλά που ηγήθηκαν της αρχαίας Μακεδονίας, ο Αλέξανδρος ο Α' (πρόγονος του Μ. Αλεξάνδρου) που βασίλεψε κατά την ταραγμένη περίοδο των Περσικών Πολέμων, χρειάστηκε να παίξει ένα λεπτό «παιχνίδι», υποστηρίζοντας εμπράκτως, αν και συγκαλυμμένα, τους νότιους Έλληνες, χωρίς να προκαλεί την οργή της Περσικής Αυτοκρατορίας, στην οποία ήταν υποτελής. Στο πλαίσιο της προσέγγισής του προς τους νότιους Έλληνες, ο Αλέξανδρος συμμετείχε στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 504 π.Χ, κίνηση με την οποία «υπενθύμισε» στον νότο ότι στη βόρεια Ελλάδα βρισκόταν το ελληνικότατο βασίλειο της Μακεδονίας, το οποίο και εξακολουθούσε και θα εξακολουθούσε να βρίσκεται στην πλευρά του ελληνικού έθνους, όποιες δυσκολίες και αν συνεπαγόταν κάτι τέτοιο. Σε αυτό το σημείο αξίζει να σημειωθεί πως το θέμα του δικαιώματος της συμμετοχής του στους Ολυμπιακούς ως Έλληνας εξετάστηκε από τους Ελλανοδίκες, οι οποίοι έκριναν ότι προφανώς και το δικαιούται, λόγω της καταγωγής του από τη δυναστεία των Τημενιδών του Άργους- μια απόφαση η οποία αντηχεί στους αιώνες, φτάνοντας και στο σήμερα, δεδομένου μάλιστα του γνωστού ζητήματος για την ονομασία των Σκοπίων και των ανεδαφικών ισχυρισμών των κυβερνήσεων της ΠΓΔΜ.

theodosius the great

Στο ευρύτερο πλαίσιο της «άλλης πλευράς» των Ολυμπιακών Αγώνων αξίζει να σημειωθεί ότι τα τέλη του 4ου αιώνα η κατάργησή τους αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στον Θεοδόσιο τον Α' (ο επονομαζόμενος «Μέγας»), λόγω του ιδιαίτερα «εμπορευματοποιημένου»/ «ωφελιμιστικού» χαρακτήρα που είχαν αποκτήσει – αν και θα ήταν μάλλον ορθότερο να θεωρηθεί πως αυτό έγινε περισσότερο στο πλαίσιο της ευρύτερης πολιτικής του Θεοδοσίου, υπέρ του Χριστιανισμού και κατά της παλιάς, πολυθεϊστικής «εθνικής» θρησκείας.

Σαφώς το επιθυμητό, το ιδεατό, ήταν, είναι και θα είναι – όπως είχε πει ο πρώην πρόεδρος της Ολυμπιακής Επιτροπής, Έιβρι Μπρούντατζ - ο διαχωρισμός του αθλητισμού από την πολιτική. Ωστόσο, ο κόσμος μας, όπως ξέρουμε όλοι, είναι ο κόσμος του Ανθρώπου, και προφανώς έχει ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι με την πολιτική, και αυτό έχει αποδειχθεί πολλάκις, καθώς «παραδοσιακά» οι κυβερνήσεις χρησιμοποιούν τους Ολυμπιακούς Αγώνες ως μέσον προβολής των πολιτικών τους θέσεων- μέσω «ειδικών» επιλογών ή πιο «απόλυτων» ενεργειών όπως το μποϊκοτάζ. Επίσης, δεν πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός πως πρόκειται για μοναδική δυνατότητα προβολής γοήτρου, καθώς η αίγλη του να έχει μια χώρα πολλούς ολυμπιονίκες εξακολουθεί να υφίσταται και σήμερα - και ως γνωστόν είναι οι χώρες με τη μεγαλύτερη δύναμη, οι οποίες μπορούν να διαθέτουν τους περισσότερους πόρους και τη μεγαλύτερη προσοχή, που επιδιώκουν την «αριστεία» και στον συγκεκριμένο «στίβο».

Όταν η πολιτική «εισέβαλε» στους Ολυμπιακούς Αγώνες

Όταν μιλάει κάποιος για «εισβολή» της πολιτικής στους Ολυμπιακούς Αγώνες, το μυαλό των περισσότερων πάει στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Μόσχας του 1980, εν μέσω του Ψυχρού Πολέμου, όταν πάνω από 60 χώρες, περιλαμβανομένης της Δυτικής Γερμανίας και της Ιαπωνίας, μποϊκόταραν τους Αγώνες, με τις ΗΠΑ να ηγούνται της συγκεκριμένης κίνησης. Ο λόγος που παρουσιάστηκε για την ενέργεια αυτή ήταν η σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν.

Το μποϊκοτάζ αυτό είχε αποτέλεσμα να συμμετέχουν 81 χώρες αντί για 120 – και η σοβιετική απάντηση ήρθε το 1984, στο Λος Άντζελες, όταν η ΕΣΣΔ ηγήθηκε ενός μποϊκοτάζ από 14 χώρες του σοσιαλιστικού μπλοκ, υποστηρίζοντας πως οι Ολυμπιακοί του Λος Άντζελες παραβίαζαν το Ολυμπιακό ιδεώδες, χρησιμοποιώντας τους Αγώνες για οικονομικό κέρδος.

Ωστόσο, προφανώς και η συγκεκριμένη ψυχροπολεμική αντιπαράθεση δεν ήταν η μόνη περίπτωση που η πολιτική «διείσδυσε» στους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες. Στους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς, του 1896 στην Ελλάδα, οι ομάδες της Γερμανίας και της Γαλλίας ήταν απρόθυμες να συμμετέχουν, καθώς οι σχέσεις των δύο χωρών δεν ήταν καλές εξαιτίας του ατυχούς για τη Γαλλία γαλλοπρωσικού πολέμου πριν από 20 χρόνια. Το 1908, στο Λονδίνο, η τσαρική Ρωσία άσκησε πιέσεις για να μην υψωθεί η φινλανδική σημαία στη διοργάνωση, με την Αγγλία να κάνει το ίδιο για την ιρλανδική. Το 1916 οι Ολυμπιακοί Αγώνες, που ήταν να γίνουν στο Βερολίνο, ματαιώθηκαν, και στους επόμενους , το 1920 (Αντβέρπη, Βέλγιο) δεν κλήθηκαν οι ηττημένοι του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, με τη Γερμανία να επιδέχεται την ίδια «ποινή» το 1924 και – στον απόηχο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου- το 1948, μαζί με την Ιαπωνία.

Το 1936 ήταν μια ιδιαίτερα «φορτισμένη» Ολυμπιάδα, που έλαβε χώρα στο Βερολίνο, την «καρδιά» του Γ' Ράιχ, με τον Αδόλφο Χίτλερ να επιδιώκει να αποδείξει τις θεωρίες περί ανωτερότητας της Αρείας φυλής και τον αφροαμερικανό δρομέα Τζέσε Όουενς να δίνει τη δική του απάντηση, με τέσσερα μετάλλια, σε έναν «οιωνό» της καταστροφικής σύγκρουσης που θα άρχιζε λίγα χρόνια αργότερα. Οι Ολυμπιακοί του 1940 που ήταν να γίνουν στο Τόκιο ματαιώθηκαν λόγω του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, όπως και αυτοί του 1944, που ήταν να γίνουν στο Λονδίνο. Στους Ολυμπιακούς του 1948, που έγιναν στο Λονδίνο, όπως προαναφέρθηκε, δεν κλήθηκαν η Γερμανία και η Ιαπωνία -ενώ η ΕΣΣΔ κλήθηκε, αλλά δεν εμφανίστηκε. Το 1952, στο Ελσίνκι, ήταν η «αυγή» του ψυχροπολεμικού κλίματος στους Αγώνες, με την ΕΣΣΔ να επιστρέφει μετά από 40 χρόνια ρωσικής απουσίας, και τη Γερμανία να συμμετέχει για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο.

Το 1956, έγινε μποϊκοτάζ στους Ολυμπιακούς της Μελβούρνης από την Αίγυπτο, το Ιράκ και τον Λίβανο για την επιχείρηση κατάληψης της διώρυγας του Σουέζ, ενώ η Ολλανδία, η Ισπανία και η Ελβετία αποσύρθηκαν επίσης, για να διαμαρτυρηθούν για τη σοβιετική εισβολή στην Ουγγαρία- επίσης, δεν συμμετείχε η Κίνα λόγω της αναγνώρισης της Ταϊβάν από την Επιτροπή. Η Νότια Αφρική του απαρτχάιντ συμμετείχε για τελευταία φορά σε Ολυμπιακούς το 1960, στη Ρώμη- θα έμενε εκτός, λόγω των φυλετικών διακρίσεων, μέχρι το 1992, οπότε και συμμετείχε ξανά. Το 1964 στο Τόκιο η Ινδονησία και η Βόρεια Κορέα αποσύρθηκαν λόγω αντίθεσης με απόφαση της Ολυμπιακής Επιτροπής για απαγόρευση της συμμετοχής ομάδων που είχαν αγωνιστεί στη διοργάνωση GANEFO (Games of the New Emerging Forces), ενώ για την Ιαπωνία επρόκειτο για μια σημαντική ευκαιρία συμβολισμού προκειμένου να επιδείξει ότι είχε καταφέρει να αναγεννηθεί από τις στάχτες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

Το 1968 στην Πόλη του Μεξικού οι Αμερικανοί σπρίντερ Τόμι Σμιθ και Τζων Κάρλος ύψωσαν τις γροθιές του στον αέρα, στον γνωστό «black power» χαιρετισμό, διαμαρτυρόμενοι για τις φυλετικές διακρίσεις. Το 1972 στο Μόναχο γράφτηκε μια από τις πιο μαύρες σελίδες της ολυμπιακής ιστορίας, όταν οκτώ ένοπλοι Παλαιστίνιοι της τρομοκρατικής οργάνωσης «Μαύρος Σεπτέμβρης» εισέβαλαν στο Ολυμπιακό χωριό, σκότωσαν δύο Ισραηλινούς αθλητές και πήραν ομήρους άλλους εννιά, απαιτώντας την απελευθέρωση 200 κρατουμένων από το Ισραήλ. Ακολούθησε αιματοχυσία, στο τέλος της οποίας είχαν χάσει τη ζωή τους συνολικά Ισραηλινοί αθλητές, πέντε Παλαιστίνιοι και ένας αστυνομικός.

Το 1976, 30 αφρικανικές χώρες μποϊκόταραν τους Ολυμπιακούς του Μόντρεαλ, όταν η Ολυμπιακή Επιτροπή αρνήθηκε να απαγορεύσει τη συμμετοχή στη Νέα Ζηλανδία, η ομάδα ράγκμπι της οποίας είχε επισκεφθεί τη Νότια Αφρική του απαρτχάιντ. Επίσης η Ταϊβάν αποσύρθηκε λόγω των πιέσεων της Κίνας προς τον Καναδά για να αρνηθεί στην αποστολή της Ταϊβάν το δικαίωμα συμμετοχής.

Το 1988 στη Σεούλ, μετά την ψυχροπολεμική «ολυμπιακή σύγκρουση» του 1980 και του 1984, αν και δεν υπήρχε κάποιο οργανωμένο μποϊκοτάζ, απείχαν η Βόρεια Κορέα, η Αιθιοπία, η Νικαράγουα και η Κούβα, με τη Νότια Κορέα να χρησιμοποιεί τους αγώνες ως ισχυρό μήνυμα συμβολισμού για τη μετάβαση από τη δικτατορία στη Δημοκρατία. Το 1992, στη Βαρκελώνη, έγιναν οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, με τη Λετονία, τη Λιθουανία και την Εσθονία να αποστέλλουν ξεχωριστές ομάδες, και την ενωμένη πλέον Γερμανία να κατεβάζει τη δική της ομάδα, ενώ συμμετείχε επίσης για πρώτη φορά μετά από 32 χρόνια η Νότια Αφρική. Το 1996, οι Ολυμπιακοί της Ατλάντα ήταν οι πρώτοι που έγιναν χωρίς κρατική στήριξη, με πολλούς να διαμαρτύρονται για αυτό που θεωρούσαν ως εμπορευματοποίηση των Αγώνων- ενώ στιγματίστηκαν επίσης από μια έκρηξη βόμβας που σκότωσε δύο άτομα και τραυμάτισε δεκάδες.

Οι Ολυμπιακοί του Σίδνεϊ το 2000 ήταν οι μεγαλύτεροι μέχρι τότε, με 10.651 αθλητές, σηματοδοτώντας μια εποχή «ακμής», όπως και το 2004, με την επιστροφή των Αγώνων στον χώρο όπου γεννήθηκαν, στην Ελλάδα. Οι Ολυμπιακοί του 2008 στο Πεκίνο χαρακτηρίστηκαν από επικρίσεις σε βάρος της Κίνας από οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που διαμαρτύρονταν για αυτό που έβλεπαν ως «νομιμοποίηση» απολυταρχικών πρακτικών της κινεζικής κυβέρνησης, ενώ το 2012 ήταν η τρίτη φορά που το Λονδίνο φιλοξένησε τους Ολυμπιακούς Αγώνες, με έμφαση στη βιωσιμότητα των Ολυμπιακών έργων μετά τη λήξη των Αγώνων, ενώ επίσης ήταν η πρώτη φορά κατά την οποία συμμετείχαν γυναίκες αθλήτριες σε όλα τα αθλήματα του προγράμματος.

Είναι αλήθεια πως, στην περίπτωση των Ολυμπιακών του Ρίο, οι οιωνοί ομολογουμένως δεν διαφαίνονταν πολύ καλοί, τόσο λόγω σειράς πολιτικών και κοινωνικών ζητημάτων στη Βραζιλία- με ουκ ολίγους να θεωρούν ότι θα έπρεπε οι προτεραιότητες να είναι άλλες, και όχι οι Ολυμπιακοί- όσο και αμφιβολιών σχετικά με το κατά πόσον η διοργάνωση είναι αυτή που θα έπρεπε να είναι, αλλά και ανησυχιών περί πιθανών τρομοκρατικών ενεργειών. Επίσης, σε επίπεδο διεθνούς πολιτικής, δεν γίνεται να παραλειφθούν οι εντάσεις που έχουν προκύψει λόγω αποκλεισμών Ρώσων αθλητών, στο ευρύτερο πλαίσιο της επιδείνωσης των σχέσεων μεταξύ Δύσης και Ρωσίας μετά την κρίση στην Ουκρανία.

Το μόνο που μπορεί να ελπίζει κανείς είναι τα πράγματα να πάνε κατ'ευχήν.

Πηγές: