ΔΙΕΘΝΕΣ
18/09/2016 08:50 EEST | Updated 18/09/2016 08:50 EEST

Γιατί οι Γερμανοί προτιμούν το ρευστό

Thomas Trutschel via Getty Images
Berlin, Germany - August 03: In this Photo Illustration a person hand over Euro bills to another person on August 03, 2016 in Berlin, Germany. (Photo Illustration by Thomas Trutschel/Photothek via Getty Images)

Η χρήση «πλαστικού χρήματος» (πιστωτικών και χρεωστικών καρτών, e-banking κλπ) αποτελεί για πολλούς συνώνυμο της σημερινής, «ψηφιακής εποχής», και παράλληλα αποτελεί θέμα ιδιαίτερου ενδιαφέροντος στην Ελλάδα τον τελευταίο καιρό.

Ωστόσο, αυτό φαίνεται ότι δεν ισχύει ακριβώς στη Γερμανία, η οποία θεωρείται ως μια από τις πιο προηγμένες οικονομίες που λειτουργούν σε μεγάλο βαθμό με ρευστό στον κόσμο.

Όπως αναφέρεται σε δημοσίευμα του Quarz, κατά μέσο όρο, τα πορτοφόλια στη Γερμανία περιέχουν περίπου το διπλάσιο ρευστό (περίπου 110 ευρώ) – σε σχέση με αυτά στην Αυστραλία, τις ΗΠΑ, τη Γαλλία και την Ολλανδία, σύμφωνα με αναφορά της Federal Reserve σχετικά με το πώς οι καταναλωτές πληρώνουν για πράγματα σε επτά χώρες. Περίπου το 80% όλων των συναλλαγών στη χώρα γίνονται με ρευστό, τη στιγμή που στις ΗΠΑ το ποσοστό αυτό είναι κάτω του 50%. Επίσης, ρευστό χρησιμοποιείται ακόμα και για μεγάλες συναλλαγές.

Κανείς δεν ξέρει ακριβώς γιατί οι Γερμανοί έχουν τόσο μεγάλη προτίμηση στο ρευστό, αν και κάποιες ενδείξεις προκύπτουν από μερικές έρευνες. Κάποιοι υποστηρίζουν πως η χρήση του ρευστού κάνει ευκολότερο να διαχειρίζονται ορθά τα χρήματα και τις δαπάνες τους.

«Μια ματιά στο πορτοφόλι κάποιου παρέχει μια εικόνα για την έκταση των εξόδων και την κατάσταση του προϋπολογισμού. Με ένα μεγάλο κομμάτι του ρευστού να πηγαίνει στα έξοδα, η ποιότητα αυτής της εικόνας είναι υψηλή. Υποθέτουμε ότι για κάποιους καταναλωτές η εικόνα αυτή έχει αξία και ως εκ τούτου επιλέγουν να χρησιμοποιούν ρευστό» εκτιμούν αναλυτές της ΕΚΤ που μελέτησαν το φαινόμενο.

Άλλες εκτιμήσεις υποδεικνύουν πως στους Γερμανούς αρέσει η ανωνυμία του ρευστού, που συνδέεται με τη γενικότερη επιμονή τους σε θέματα προστασίας των προσωπικών δεδομένων και της ιδιωτικότητας. Ακόμη, υπάρχουν και ιστορικοί λόγοι, όπως ο υπερπληθωρισμός της δεκαετίας του 1920, αλλά και η κατάσταση μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν, λόγω των ελέγχων των μισθών, των τιμών, των τροφίμων κτλ από τους Συμμάχους ενίσχυσε κατά πολύ τη μαύρη αγορά. Η νομισματική μεταρρύθμιση της 20ής Ιουνίου 1948 ανάγκασε τους Γερμανούς να αλλάξουν τα χρήματά τους (reichsmark) στα νέα μάρκα (deutsche mark), σε αναλογία 10 reichsmarks με 1 deutsche mark, με αποτέλεσμα την πρακτική εξαφάνιση μεγάλου τμήματος των οικονομιών τους. Ωστόσο, τα αποθηκευμένα αγαθά επέστρεψαν στα καταστήματα. Μετά την επανένωση της Δυτικής και της Ανατολικής Γερμανίας, οι Ανατολικογερμανοί μπόρεσαν να αλλάξουν τα ostmarks τους με τα deutsche marks σε αναλογία 1 προς 1. Και ακολούθησε το ευρώ.

Ωστόσο, οι μνήμες του υπερπληθωρισμού, σημειώνεται, τείνουν να παραμένουν, ενώ επίσης οι άνθρωποι που έχουν περάσει τραπεζικές κρίσεις τείνουν να κρατούν αποθέματα σε ρευστό (αν και συνήθως σε ξένα συναλλάγματα) αντί να βάζουν τα λεφτά τους στην τράπεζα.

Το πραγματικό συμπέρασμα, παρόλα αυτά, είναι ότι δεν είναι τόσο ότι οι Γερμανοί αγαπούν το ρευστό, όσο το ότι απεχθάνονται τα χρέη- οπότε η προτίμηση στο ρευστό φαίνεται να είναι ακριβώς η αντίθετη επιλογή προς αυτή την απέχθεια, που με τη σειρά της υποδεικνύει μία βαθιά ανησυχία για το μέλλον εν γένει.