ΚΟΙΝΩΝΙΑ
04/11/2016 10:12 EET | Updated 04/11/2016 10:33 EET

Πάνω από 1.000 αστυνομικοί και 41 συλλήψεις στην εξάρθρωση του κυκλώματος «μαμούθ» ληστειών και διαρρήξεων

ΕΛΑΣ

Πρωτοφανούς έκτασης ήταν το κύκλωμα οργανωμένου εγκλήματος (ληστείες και διαρρήξεις), με δράση στην Αττική και άλλες περιοχές της επικράτειας, το οποίο εξάρθρωσε η αστυνομία.

Όπως ανακοινώθηκε από την αστυνομία, το εγκληματικό δίκτυο είχε ως ορμητήριο περιοχές της Δυτικής Αττικής, όπου λειτουργούσε ο κεντρικός πυρήνας των οργανώσεων, με κύριο αντικείμενο το σχεδιασμό και το συντονισμό της δράσης των υποομάδων.

Επιπλέον διακριβώθηκε ότι οι εγκληματικές οργανώσεις διέθεταν ποιοτικά χαρακτηριστικά «επαγγελματικού τύπου» διάπραξης των αδικημάτων που δραστηριοποιούντο.

Επιπλέον αξίζει να επισημανθεί ότι τα ηγετικά στελέχη του εγκληματικού δικτύου, έχοντας αποκομίσει από την εγκληματική τους δραστηριότητα μεγάλη οικονομική επιφάνεια, ζούσαν πολυτελή ζωή χωρίς να έχουν επαγγελματική δραστηριότητα ή άλλους πόρους διαβίωσης.

Για την εξάρθρωση του δικτύου, την Τρίτη 2 Νοεμβρίου, πραγματοποιήθηκε μια από τις μεγαλύτερες αστυνομικές επιχειρήσεις των τελευταίων ετών, στην οποία συμμετείχαν πάνω από 1.000 αστυνομικοί από διάφορες Υπηρεσίες και 37 δικαστικοί λειτουργοί.

Κατά τη διάρκεια της επιχείρησης:

  • συνελήφθησαν σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και άλλες περιοχές 41 μέλη του εγκληματικού δικτύου.
  • πραγματοποιήθηκαν περισσότερες από 60 έρευνες και
  • κατασχέθηκαν - μεταξύ άλλων -πάνω 600.000 ευρώ σε μετρητά, 120 κιλά ασημιού σε ράβδους, φύλλα χρυσού, χρυσές λίρες, πλήθος χρυσαφικών – κοσμημάτων μεγάλης αξίας και περισσότερα από 60 πολυτελή οχήματα.

Από τη μορφολογία των υποθέσεων διαγράφεται ότι τα μέλη του εγκληματικού δικτύου εμπλέκονται σε εκατοντάδες περιπτώσεις ληστειών και διαρρήξεων, ενώ το οικονομικό όφελος που αποκόμισαν εκτιμάται ότι ανέρχεται σε δεκάδες εκατομμύρια ευρώ. Μέχρι στιγμής έχουν συνδεθεί προανακριτικά με 300 περίπου υποθέσεις.

Η «ακτινογραφία»

Αναλυτικότερα, όπως ανακοινώθηκε από την αστυνομία, εξαρθρώθηκαν δύο πολυμελείς εγκληματικές ομάδες, που, διαρθρωμένες σε υποομάδες, διέπρατταν συστηματικά ληστείες και διακεκριμένες περιπτώσεις κλοπών από κατοικίες σε διάφορες περιοχές της επικράτειας.

Στο πλαίσιο της επιχείρησης εντοπίστηκαν και συνελήφθησαν συνολικά 41 άτομα, ηλικίας από 19 έως 66 ετών (38 ημεδαποί, 1 υπήκοος Συρίας, 1 υπήκοος Αλβανίας και 1 ομογενής από το Καζακσταν). Ταυτόχρονα, έχουν ταυτοποιηθεί άλλα 48 άτομα για τη συμμετοχή τους στις παράνομες δραστηριότητες των οργανώσεων, οι οποίοι και αναζητούνται για να συλληφθούν, μεταξύ των οποίων και τρεις αστυνομικοί.

Οι δυο οργανώσεις διατηρούσαν άμεση και συνεχή επικοινωνία μεταξύ τους, αναφορικά με τους τομείς δραστηριοποίησης τους, ώστε να μη συμπίπτει χρονικά και τοπικά η δράση τους.Ωστόσο, σε περιπτώσεις επιπλοκών και συλλήψεων, τα μέλη της μίας οργάνωσης υποστήριζαν «επιχειρησιακά» τις δραστηριότητες της άλλης ομάδας.

Τα κλοπιμαία τα προωθούσαν σε συγκεκριμένους κλεπταποδόχους, οι οποίοι έχοντας αναπτύξει «κατάλληλο δίκτυο πελατών», τα διέθεταν στην αγορά, αποκομίζοντας με τον τρόπο αυτό μεγάλα παράνομα οικονομικά οφέλη, που διαμοιράζονταν με τα μέλη της οργάνωσης.

Τα μέλη της οργάνωσης παρακολουθούσαν τις συχνότητες του κέντρου της Άμεσης Δράσης μέσω ασυρμάτων, στις περιοχές όπου δραστηριοποιούνταν, με σκοπό την άμεση ενημέρωση των συνεργών τους και την έγκαιρη διαφυγή τους σε περίπτωση κινητοποίησης των αστυνομικών δυνάμεων. Μάλιστα, γνώριζαν πολύ καλά την κωδικοποίηση των σημάτων και των εντολών των ενδοασυρματικών επικοινωνιών, για τις οποίες είχαν ενημερωθεί από τους αστυνομικούς συνεργούς τους.

Χρησιμοποιούσαν κατάλληλο εξοπλισμό κατά τη διάπραξη των κλοπών όπως γάντια και αυτοσχέδιες κουκούλες, με σκοπό το δυσχερή εντοπισμό αποτυπωμάτων και βιολογικού υλικού, παραλάμβαναν τον εξοπλισμό τους (κινητά τηλέφωνα, διαρρηκτικά εργαλεία, κουκούλες, γάντια κ.λπ.) από ειδικά διαμορφωμένους χώρους, πριν από την τέλεση των διαρρήξεων και επικοινωνούσαν μεταξύ τους με συνδέσεις κινητής τηλεφωνίας, ενεργοποιημένες με στοιχεία άλλων ατόμων ( ghost phones ), ενώ συνομιλούσαν μεταξύ τους με κωδικοποιημένες εκφράσεις και σύνθετη ορολογία.

Χρησιμοποιούσαν επίσης «στόλο» οχημάτων μεγάλης ιπποδύναμης, τα οποία τα μεταβίβαζαν σε ανυποψίαστα ή και ανύπαρκτα άτομα. Επιπλέον, για το δυσχερή εντοπισμό των οχημάτων τους, αφαιρούσαν πινακίδες κυκλοφορίας από άλλα οχήματα και τις τοποθετούσαν στα δικά τους, φροντίζοντας να αλλάζουν συνεχώς τα χαρακτηριστικά τους με τη χρήση μεμβρανών διαφορετικού χρώματος. Επέλεγαν για την οδήγηση των οχημάτων τους έμπειρους οδηγούς, οι οποίοι λάμβαναν ιδιαίτερα μέτρα αντιπαρακολούθησης (για παράδειγμα πραγματοποίηση ελιγμών, αυξομείωση ταχύτητας κ.λπ.). Επίσης, σε περιπτώσεις εντοπισμού τους από αστυνομικούς, ακολουθούσε πάντα καταδίωξη και δεν δίσταζαν ακόμα και να εμβολίσουν τα αστυνομικά οχήματα.

Τα μέλη των εγκληματικών οργανώσεων, στο πλαίσιο της παράνομης δράσης τους, αποκόμιζαν πολύ μεγάλα οικονομικά οφέλη, που τους παρείχαν τη δυνατότητα να διαβιούν σε πολυτελείς κατοικίες – μεζονέτες, σε περιοχές της Δυτικής Αττικής και της Θεσσαλονίκης και να κατέχουν υπερπολυτελή αυτοκίνητα. Αξίζει να σημειωθεί, ότι οι δράστες επιδίδονταν συστηματικά σε βανδαλισμούς των οικιών, προκαλώντας σε αυτές και στον εξοπλισμό τους μεγάλες υλικές ζημιές. Μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις άφηναν ακόμα και τις βρύσες ανοικτές προκειμένου να πλημμυρίσουν τις οικίες.

Οι δύο ομάδες

Η πρώτη εγκληματική οργάνωση αποτελούνταν από 4 αυτοτελείς επιχειρησιακές υποομάδες, τις οποίες διεύθυναν 4 αρχηγικά μέλη. Σημαντικό ρόλο στη δράση της οργάνωσης διαδραμάτιζε μία από τις υποομάδες, η οποία αποτελούνταν από επίλεκτα μέλη και των άλλων τριών και δραστηριοποιούταν αποκλειστικά στη διάρρηξη γραφείων εργοστασίων και εταιρειών. Στην περίπτωση αυτή, αφαιρούσαν συνήθως χρηματοκιβώτια, που περιείχαν μεγάλα χρηματικά ποσά, όπως επίσης προέβαιναν στην διάρρηξη αυτόματων μηχανημάτων ανάληψης χρημάτων (Α.Τ.Μ.) τόσο στην Αττική, όσο και στην ευρύτερη επικράτεια.

Αναφορικά με τη μεθοδολογία της συγκεκριμένης εγκληματικής ομάδας, μεταξύ άλλων προκύπτει ότι τα μέλη της προέβαιναν σε αποπροσανατολιστικά τηλεφωνήματα στο τηλεφωνικό κέντρο της Άμεσης Δράσης, καταγγέλλοντας ψευδή περιστατικά σε σημεία, τα οποία απείχαν γεωγραφικά από την περιοχή δράσης τους.

Όπως προέκυψε μέχρι στιγμής από την εξέλιξη της έρευνας, η συγκεκριμένη εγκληματική οργάνωση εμπλέκεται σε περισσότερες από 250 περιπτώσεις κλοπών – διαρρήξεων σε διάφορες περιοχές της Αττικής και κυρίως στα Βορειαονατολικά Προάστια (Κηφισιά, Εκάλη, Νέα Ερυθραία, Άγιο Στέφανο, Πικέρμι, Ραφήνα κ.λπ.) καθώς και σε περιοχές της Θεσσαλονίκης και της Κατερίνης.

Η δεύτερη εγκληματική οργάνωση διέπραττε κλοπές – διαρρήξεις σε οικίες κυρίως της Δυτικής Αττικής, όπου αφαιρούσαν χρήματα, χρηματοκιβώτια και άλλα τιμαλφή. Τη συγκεκριμένη οργάνωση διηύθυνε ένα μέλος της και κύριο χαρακτηριστικό της ήταν ότι χρησιμοποιούσε ως «επιχειρησιακά» οχήματα, συνηθισμένα μικρά αυτοκίνητα πόλης, ώστε να μην προκαλούν την προσοχή των διωκτικών Αρχών και των πολιτών.

Για τη συγκεκριμένη εγκληματική ομάδα προκύπτει, ότι είχε επεκτείνει τη δράση της και σε άλλες περιοχές της χώρας και συγκεκριμένα στην Αλεξανδρούπολη, τα Ιωάννινα, τη Θεσσαλονίκη, την Ορεστιάδα κ.λπ. Παράλληλα, το αρχηγικό της μέλος με σκοπό τον εντοπισμό κατάλληλων προς διάρρηξη οικιών, πραγματοποιούσε συχνά ταξίδια στις προαναφερόμενες πόλεις και με τη βοήθεια μελών που διαβιούσαν σε αυτές, προχωρούσαν σε προπαρασκευαστικές πράξεις και στη συνέχεια σε διαρρήξεις και κλοπές.Στο πλαίσιο της εγκληματικής της δραστηριότητας, τα μέλη της, πραγματοποίησαν περισσότερες από 50 περιπτώσεις κλοπών – διαρρήξεων.

Οι δράστες με την κακουργηματικού χαρακτήρα δικογραφία οδηγήθηκαν στις αρμόδιες Εισαγγελικές αρχές. Βαρύνονται – κατά περίπτωση – για τα αδικήματα της σύστασης και συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση, της ληστείας και των διακεκριμένων κλοπών, κατά συναυτουργία και κατ’ εξακολούθηση, της αποδοχής και διάθεσης προϊόντων εγκλήματος, κατ’ εξακολούθηση, της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, της πλαστογραφίας και της νομοθεσίας για τα ναρκωτικά.

Photo gallery Εξάρθρωση κυκλώματος- μαμούθ See Gallery