ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
13/12/2016 02:57 EET

Ξεκινά ο νέος κύκλος διαπραγματεύσεων με τους εκπροσώπους των δανειστών στη «σκιά» των τοποθετήσεων Τόμσεν

sooc

Πρεμιέρα κάνει σήμερα, Τρίτη ο τρίτος κύκλος εκ του σύνεγγυς επαφών στην Αθήνα, για τη δεύτερη αξιολόγηση του τρίτου Μνημονίου, με όλες τις πλευρές να έχουν διαφορετικές προσδοκίες, την ώρα που ο Πόλ Τόμσεν έβαλε ακόμα μια φορά "φωτιά" στη διαπραγμάτευση.

Στην κυβέρνηση γνωρίζουν ότι η ολοκλήρωση της αξιολόγησης πριν το τέλος του 2016 είναι αδύνατη. Σύμφωνα με κυβερνητικά στελέχη αιτία είναι οι διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των δανειστών κυρίως στο θέμα των πρωτογενών πλεονασμάτων. Οι ίδιοι παράγοντες, οι οποίοι γνωρίζουν πολύ καλά τις λεπτομέρειες της διαπραγμάτευσης, αναφέρουν ότι η ελληνική πλευρά έχει υλοποιήσει τις υποχρεώσεις της και οι καθυστερήσεις οφείλονται στην πλευρά των θεσμών.

Ενδεικτικό του κλίματος είναι οι αναφορά του ίδιου του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα κατά την ενημέρωση του στην Πολιτική Γραμματεία του ΣΥΡΙΖΑ για τις διαπραγματεύσεις και την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, ότι το ΔΝΤ οφείλει να επιμείνει με παρρησία στη θέση του για πρωτογενή πλεονάσματα 1,5% μετά τη λήξη του προγράμματος, και όχι να πιέζει για πρόσθετα μέτρα λιτότητας.

Επιμονή ΔΝΤ για αφορολόγητο και συντάξεις

Λίγη ώρα αργότερα η απάντηση ήρθε από τον ίδιο τον Πόλ Τόμσεν. Ο κ. Τόμσεν με άρθρο του περιγράφει την κατάσταση των διαπραγματεύσεων αλλά και των διαφωνιών μεταξύ όλων των πλευρών. Επιχειρεί να ξεκαθαρίσει ότι το ΔΝΤ δεν ζητά νέα μέτρα, αλλά η επιμονή των Ευρωπαίων σε υψηλά πλεονάσματα και η αποδοχή τους από την πλευρά της Ελλάδας, οδηγούν κατευθείαν σε νέα λιτότητα.

Ωστόσο, στο ίδιο άρθρο ο κ. Τόμσεν λίγες ώρες πριν την έναρξη του νέου κύκλου επαφών της κυβέρνησης με τους θεσμούς στην Αθήνα, κάνει σαφές ότι ακόμα και με χαμηλά πλεονάσματα της τάξης του 1,5% του ΑΕΠ και όχι 3,5% του ΑΕΠ που ζητούν οι Ευρωπαίοι, η κυβέρνηση θα πρέπει να αποδεχθεί τη μείωση του αφορολόγητου και την περαιτέρω μείωση των συντάξεων.

Συγκεκριμένα ο κ. Τόμσεν γράφει ότι «αν και η Ελλάδα έχει αναλάβει μια τεράστια δημοσιονομική προσαρμογή, το έχει κάνει ολοένα και περισσότερο χωρίς να αντιμετωπίζει δύο σημαντικά προβλήματα –ένα καθεστώς φορολογίας εισοδήματος που εξαιρεί πάνω από τα μισά νοικοκυριά από οποιαδήποτε υποχρέωση (ο μέσος όρος στην υπόλοιπη Ευρωζώνη είναι 8 τοις εκατό), και ένα εξαιρετικά γενναιόδωρο συνταξιοδοτικό σύστημα που κοστίζει στον προϋπολογισμό σχεδόν 11 τοις εκατό του ΑΕΠ ετησίως (σε αντίθεση με τον μέσο όρο στην υπόλοιπη Ευρωζώνη που είναι 2¼ του ΑΕΠ).

Επίδομα ανεργίας και απελευθέρωση απολύσεων

Αντίστοιχα, μέσω του άρθρου του επαναλαμβάνει ότι η κυβέρνηση θα πρέπει να αποδεχθεί την απαίτηση του ΔΝΤ για απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων, καθώς όπως αναφέρει, η κυβέρνηση ενδιαφέρεται για την προστασία των εργαζόμενων από τις απολύσεις και όχι να παρέχει ένα ικανοποιητικό επίδομα ανεργίας σε αυτούς που θα απολυθούν.

Χαρακτηριστικά ο κ. Τόμσεν γράφει ότι «η Ελλάδα δεν διαθέτει το είδος της αποζημίωσης της ανεργίας και άλλες καλά- στοχευμένες κοινωνικές παροχές που είναι συνηθισμένες σε άλλες χώρες της Ευρώπης, και που είναι πολύ σημαντικές για την ευρεία κοινωνική υποστήριξη σε μια σύγχρονη οικονομία προσανατολισμένη προς τις αγορές».

Συνεχίζει μάλιστα τονίζοντας ότι η κυβέρνηση δείχνει «διστακτικότητα να άρει τους περιορισμούς στις συλλογικές απολύσεις που είναι μια αναχρονιστική απαίτηση που απαιτεί προέγκριση και που δεν υπάρχει στις περισσότερες άλλες Ευρωπαϊκές χώρες. Η διστακτικότητα της δεν οφείλεται στο γεγονός ότι οι περιορισμοί στις απολύσεις είναι καλή ιδέα αυτή καθαυτή, αλλά επειδή η Ελλάδα δεν διαθέτει επαρκή αποζημίωση της ανεργίας. Αντί να παρέχει υποστήριξη σε απολυμένους εργαζόμενους, αντ’ αυτού η κυβέρνηση περιορίζει τη δυνατότητα των εταιρειών να τους απολύσει».

Στο ίδιο μήκος κύματος και η επικεφαλής των τεχνικών κλιμακίων του ΔΝΤ για την Ελλάδα, Ντέλια Βελκουλέσκου η οποία χθες στο συνέδριο του Capital Link στη Νέα Υόρκη είπε ότι ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ είναι υπεραισιόδοξος, ενώ πρόσθεσε ότι η μειωμένη ανταγωνιστικότητα, τα «κόκκινα» δάνεια και οι αδύναμες δημοσιονομικές επιδόσεις παραμένουν παράγοντες ανησυχίας για το ελληνικό πρόγραμμα.

Ο τρίτος γύρος επαφών

Υπό αυτές τις συνθήκες ο νέος κύκλος επαφών που ξεκινά σήμερα Τρίτη στην Αθήνα μοιάζει πολύ δύσκολο να καταλήξει σε συμφωνία όλων των πλευρών, καθώς οι διαφορές που χωρίζουν τους θεσμούς μεταξύ τους, αλλά και τους δανειστές με την κυβέρνηση είναι τεράστιες.

Πέρα των ανοιχτών θεμάτων τα οποία περιλαμβάνονται στην δεύτερη αξιολόγηση και αφορούν, μεταξύ άλλων, τα εργασιακά, τη ρύθμιση των κόκκινων δανείων, την αγορά ενέργειας και το άνοιγμα των αγορών, στο τραπέζι αναμένεται να βρεθεί και η πρόταση για την αναμόρφωση και χρονική επέκταση του δημοσιονομικού «κόφτη», σε μια προσπάθεια της κυβέρνησης να αποφύγει τη ψήφιση νέων μέτρων από τώρα τα οποία θα αφορούν τη διετία 2019-2020.

Η συζήτηση έχει προχωρήσει μεταξύ Ελλάδας και Ευρωπαίων, ωστόσο το ΔΝΤ προκειμένου να αποδεχθεί μια τέτοια λύση ζητά να περιγραφούν συγκεκριμένοι κωδικοί του προϋπολογισμού οι οποίοι θα αφορούν περικοπή δαπανών του Δημοσίου.

Σε αυτό το κλίμα οι επικεφαλής των τεχνικών κλιμακίων των θεσμών θα επιχειρήσουν να να «μετρήσουν» τις αντοχές κάθε πλευράς. Και αυτό γιατί κανείς αυτή τη στιγμή δεν μπορεί να πει με σιγουριά αν υπάρχει χρονικό ορόσημο για την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης, από τη στιγμή που το «κουβάρι έχει μπλεχτεί» και κανείς δεν δείχνει πραγματική διάθεση να το ξεμπλέξει, τουλάχιστον σε αυτό το χρονικό σημείο.