ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
17/01/2017 02:50 EET | Updated 17/01/2017 02:50 EET

Το δίλημμα για το ΔΝΤ: Αποχώρηση ή νέα μέτρα. Σε συνεννόηση Σόιμπλε και Τόμσεν

ARIS MESSINIS via Getty Images-NurPhoto via Getty

Το δίλημμα που θέτουν με διαδοχικές δηλώσεις τους όλοι οι παράγοντες οι οποίοι θα κρίνουν το μέλλον των διαπραγματεύσεων είναι σαφές και η ελληνική κυβέρνηση καλείται μέσα στις επόμενες ημέρες να το απαντήσει.

Η λήψη νέων μέτρων σε συνδυασμό με την χρονική επέκταση εφαρμογής του δημοσιονομικού «κόφτη» και μετά το 2018 θα αποτελούσε τη λύση για την παραμονή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στο Ελληνικό πρόγραμμα παρατείνοντας χρονικά το υφιστάμενο Μνημόνιο.

Η άλλη λύση θα ήταν η οριστική αποχώρηση του Ταμείου και η έναρξη ενός νέου γύρου (πολύμηνων;) διαπραγματεύσεων με στόχο τη συμφωνία ενός νέου μεγαλύτερης διάρκεια Μνημονίου μεταξύ της κυβέρνησης και των Ευρωπαίων δανειστών.

Το δίλημμα το έθεσε ο ίδιος ο ενορχηστρωτής των παρασκηνιακών διαβουλεύσεων, υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ξεκαθαρίζοντας ότι προτιμά την παραμονή του ΔΝΤ στο Ελληνικό πρόγραμμα και ως εκ τούτου τη λήψη επιπλέων μέτρων.

Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών δεν κινείται εν αγνοία του ΔΝΤ. Ο ίδιος βρίσκεται σε πλήρη συνεννόηση με τον Πόλ Τόμσεν, προωθώντας παράλληλα ως λύση τα μέτρα που προτείνει εδώ και πολύ καιρό ο «σκληρός» του Ταμείου.

Η επιμονή του ΔΝΤ στα σκληρά μέτρα

Τα μέτρα είναι αυτά που ο ίδιος ο Πόλ Τόμσεν τα έχει καταγράψει σε δύο άρθρα του και προ ημερών υπενθύμισε ο εκπρόσωπος του Ταμείου Τζέρι Ράις. Διεύρυνση της φορολογικής βάσης (νέα μείωση αφορολόγητου, κατάργηση φοροαπαλλαγών) και μεγαλύτερες περικοπές στις υφιστάμενες συντάξεις, με στόχο να επιτευχθούν τα πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% του ΑΕΠ.

Ειδικά οι δύο πρόσφατες παρεμβάσεις του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, όπως και οι χθεσινές δηλώσεις του επικεφαλής του ESM Κλάους Ρέγκλινγκ, ο οποίος θεωρείται ότι κινείται απόλυτα στη γραμμή Σόιμπλε, καθιστούν ξεκάθαρο ότι ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών βρίσκεται πολύ κοντά σε συμφωνία με το ΔΝΤ, προκειμένου το Ταμείο να παραμείνει στο πρόγραμμα.

Και αυτό γιατί από Ευρωπαϊκούς κύκλους θεωρείται ότι ο κ. Σόιμπλε δεν θα επιτρέψει να προκληθούν προεκλογικά νέες συζητήσεις περί λανθασμένης Γερμανικής επιλογής σχετικά με την εμπλοκή του Ταμείου το προγράμματα «διάσωσης» εάν αυτό αναγκαστεί να αποχωρήσει πρίν το τέλος των Μνημονίων.

Η ελληνική απόφαση

Η κυβέρνηση καλείται να διαλέξει μεταξύ δύο ιδιαίτερα δημοσιονομικά δύσκολων και πολιτικά επικίνδυνων λύσεων οι οποίες προτείνονται από την πλευρά των δανειστών ως όρος για την επανεκκίνηση των διαπραγματεύσεων. Από τις επαφές των προηγούμενων ημερών που είχε ο Ευκλείδης Τσακαλώτος σε Παρίσι και Βρυξέλλες η Ελληνική πλευρά κατάφερε να αποσπάσει μόνο τη «συμπάθεια» των συνομιλητών της. Τόσο στην Κομισιόν όσο και στην Γαλλική Κυβέρνηση δηλώνουν αδυναμία να παρέμβουν δραστικά στις διαπραγματεύσεις, καθώς την μπαγκέτα του μαέστρου την κρατά ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών.

Υπό αυτές τις συνθήκες το οικονομικό επιτελείο προετοιμάζει την εναλλακτική του πρόταση, στο πλαίσιο των απαιτήσεων του ΔΝΤ επιχειρώντας ωστόσο να αποφύγει την ψήφιση των μέτρων από τη Βουλή. Όλες οι πληροφορίες συγκλίνουν στο γεγονός ότι στην Ελληνική πρόταση περιλαμβάνεται και η παράταση του κόφτη και η μείωση του αφορολόγητου, αλλά και ο περιορισμός της προσωπικής διαφοράς για τις υφιστάμενες συντάξεις.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα ωστόσο είναι πως αυτά τα μέτρα θα συμφωνηθούν με τους δανειστές χωρίς όμως να «δοκιμαστούν» σε μια κοινοβουλευτική ψηφοφορία. Η λύση του γρίφου είναι δύσκολη και τα χρονικά περιθώρια στενά καθώς οι πρώτες απαντήσεις από την κυβέρνηση θα πρέπει να δοθούν έως το Eurogroup της 26ης Ιανουαρίου.

Στόχος είναι σε αυτή τη συνεδρίαση να γίνει συζήτηση μεταξύ των υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης επί συγκεκριμένων προτάσεων. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μπορούσε να ανοίξει το δρόμο για την επιστροφή στην Αθήνα των επικεφαλής των τεχνικών κλιμακίων των θεσμών.

Το νέο ορόσημο για μια πολιτική συμφωνία επί της δεύτερης αξιολόγησης είναι η συνεδρίαση του Eurogroup στις 20 Φεβρουαρίου. Η Αθήνα επιθυμεί να μη χαθεί και αυτό το ορόσημο προκειμένου να προλάβει τη συνεδρίαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας το Μάρτιο όπου θα συζητηθεί το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Περισσότερο όμως στην κυβέρνηση επιθυμούν μια γρήγορη λύση προκειμένου να μην υλοποιηθεί ο σχεδιασμός Σόιμπλε για μια μακρόσυρτη διαπραγμάτευση η οποία θα καταλήξει το καλοκαίρι επαναφέροντας στο προσκήνιο τον «εφιάλτη» της ταμειακής ασφυξίας.

Αντίστοιχη επιθυμία, για διαφορετικούς λόγους, έχει και ένα σημαντικό μέρος των δανειστών. Αρκετοί παράγοντες από την πλευρά των Ευρωπαίων, βλέπουν ότι η παράταση της Ελληνικής εκκρεμότητες μετά το Μάρτιο ενδέχεται να προκαλέσει προβλήματα στον εκλογικό κύκλο που ξεκινά σε Ολλανδία, Παρίσι και φυσικά το Βερολίνο.

Αρκετοί είναι και αυτοί που δηλώνουν την ανησυχία τους σχετικά με την στάση που θα κρατήσει το Ταμείο μετά την ανάληψη της προεδρίας των ΗΠΑ από τον Ντόναλντ Τράμπ, με αποτέλεσμα να πιέζουν για την επίσπευση των διαδικασιών.

Ωστόσο, το χρόνο ρυθμίζει ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και οι κινήσεις του έως τώρα δεν δείχνουν ότι βιάζεται να κλείσει το Ελληνικό ζήτημα καθώς εκτιμά ότι ασκώντας πιέσεις κερδίζει «πόντους» στο εσωτερικό της χώρας του εν μέσω προεκλογικής περιόδου.