ΚΟΙΝΩΝΙΑ
19/02/2017 17:14 EET | Updated 19/02/2017 17:31 EET

Ιστορίες μαύρης εργασίας της Ελλάδας στους New York Times

SOOC

Με την αύξηση της μαύρης εργασίας στην Ελλάδα μετά τη νέα αύξηση των εισφορών, ασχολείται δημοσίευμα των New York Times.

Το δημοσίευμα μιλά για τους πάνω από 21.000 Έλληνες αυτοαπασχολούμενους που αναγκάστηκαν να κλείσουν τα «μπλοκάκια» τους το τελευταίο διάστημα, λόγω της αύξησης των εισφορών. Ωστόσο, δεν σταμάτησαν να δουλεύουν, απλά έχουν στραφεί πλέον στη μαύρη εργασία, όπως αναφέρει το δημοσίευμα.

«Οι περισσότεροι από αυτούς τους ανθρώπους συνεχίζουν να εργάζονται», δήλωσε στους New York Times ο Δημήτρης Τσαμόπουλος, λογιστής, που ενώ κατά τη διάρκεια της 7ετούς κρίσης έχει χάσει τους μισούς του πελάτες, ωστόσο τελευταία βλέπει τη δουλειά του να ανεβαίνει, όχι όμως επειδή η οικονομία ανακάμπτει. Είδε τη δουλειά του να ανεβαίνει γιατί βοηθά τους επαγγελματίες να κλείσουν τα μπλοκάκια τους.

«Όμως τώρα θα το κάνουν στην αγορά της μαύρης εργασίας. Λένε ότι χρειάζονται έναν τρόπο για να επιζήσουν», συμπληρώνει.

«Λίγα προβλήματα είναι πιο βαθιά ριζωμένα, ή δυσκολότερο να αντιμετωπιστούν, από την παραοικονομία, η οποία φαίνεται να ενισχύεται ξανά» αναφέρει το δημοσίευμα, «καθώς τα νέα μέτρα λιτότητας αναγκάζουν τους κάποτε νομοταγείς Έλληνες να καταφύγουν στη μαύρη εργασία».

Η αγορά μαύρης εργασίας στην Ελλάδα εκτιμάται στο 20-25% του ΑΕΠ, καθώς περισσότεροι σταματούν να δηλώνουν το εισόδημά τους για να αποφύγουν να πληρώσουν φόρους που, σύμφωνα με κάποιες εκτιμήσεις, έχουν αυξηθεί έως και κατά 70% του ατομικού ακαθάριστου εισοδήματος, συνεχίζουν οι New York Times. Οι απλήρωτοι φόροι φτάνουν τα 85 δισ. ευρώ πλέον, ενώ πριν από δύο χρόνια ήταν 76 δισ. ευρώ.

«Η καρδιά του ζητήματος είναι ότι ένας συνεχώς αυξανόμενος αριθμός πολιτών και επιχειρηματιών απλά δεν έχουν πλέον τους πόρους για να ανταποκριθούν στις αυξανόμενες φορολογικές υποχρεώσεις τους», δήλωσε στην εφημερίδα ο Jens Bastian, οικονομολόγος και μέλος της ομάδας των εμπειρογνωμόνων της ΕΕ που επιτηρούσαν τα προηγούμενα ελληνικά προγράμματα διάσωσης.

Μη έχοντας άλλες εναλλακτικές, συνεχίζει «πολλοί στρέφονται στην παραοικονομία».

Όπως συνεχίζει το δημοσίευμα, ένα βασικό μέρος του πλάνου της ανάκαμψης είναι να εισπραχθούν περισσότεροι φόροι από το μέρος του πληθυσμού που για καιρό φοροδιαφεύγει, όμως, επιχειρήσεις και πολίτες δηλώνουν ότι έχουν λιγότερα να δώσουν για φόρους που συνεχίζουν να αυξάνονται και ενισχύεται το κίνητρο φοροαποφυγής.

Η ανεργία παραμένει στο 23% και για κάποιους η παραοικονομία είναι σανίδα σωτηρίας, αναφέρουν οι New York Times. Άλλοι το βλέπουν ως τρόπο να εμποδίσουν την κυβέρνηση, την οποία δεν εμπιστεύονται, να ρίξει τα χρήματά τους σε μια μαύρη τρύπα, αυτή του χρέους.

Ηλεκτρολόγοι, υδραυλικοί, κομμωτές, δημοσιογράφοι και πολλοί ακόμη αυτοαπασχολούμενοι το έκαναν. Ο Γιάννης σχεδιαστής παραγωγής για την τηλεόραση, περίμενες στην ουρά για να δηλωθεί πλέον ως σύμβουλος. Εάν δεν το έκανε, είπε στους New York Times, θα του έμενε μόνο το 30% των χρημάτων που θα είχε πραγματικά κερδίσει.

«Είναι σαν να σε αναγκάζουν να γίνεις παράνομος», είπε ο Γιάννης, που δεν ανέφερε το επίθετό του από φόβο μην τον βρει η εφορία. «Βεβαίως θα συνεχίσω να εργάζομαι στη μαύρη αγορά. Πρέπει να τα βγάλω πέρα». Είπε ακόμη ότι έχει ανοίξει εταιρεία στη Βουλγαρία, όπου ο φόρος είναι 10%.

«Δεκάδες χιλιάδες Έλληνες έχουν κάνει το ίδιο στη Βουλγαρία, την Κύπρο, το Λουξεμβούργο και άλλες χώρες με χαμηλή φορολογία, για να αποφύγουν τους υψηλούς φόρους στην πατρίδα τους. Αυτό σημαίνει λιγότερα έσοδα για το ελληνικό ταμείο και τη δημιουργία άδικου ανταγωνισμού για τους επιχειρηματίες που πληρώνουν φόρους», αναφέρει το δημοσίευμα.

Στο δημοσίευμα φιλοξενείται και η ιστορία του Περικλή Λαδά, 28 ετών ο οποίος άνοιξε μια εταιρεία το 2014 με συστήματα πυρασφάλειας. Παρά την κρίση, επιχείρηση άρχισε να αναπτύσσεται γρήγορα, όπως ήδη έχει αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό από την μαύρη οικονομία, που προσφέρουν χαμηλότερες τιμές. Για παράδειγμά, σε μια προσφορά που κατέθεσε για την πυρασφάλεια ενός κτηρίου, μια άλλη εταιρεία έδωσε τις μισές τιμές αφορολόγητα. Ο μόνος λόγος που πήρε την δουλειά ο κ. Λαδάς είναι γιατί πρόσφερε εγγύηση, κάτι που ο ανταγωνιστής του δεν μπορούσε να κάνει.

«Προσπαθούμε να είμαστε υπεύθυνοι», λέει ο ίδιος, που παραδέχεται ότι θέλει να χτίσει το μέλλον του στην Ελλάδα και όχι να φύγει όπως έχουν κάνει οι φίλοι του. «Αλλά είναι δύσκολο να ανταγωνίζεται άλλους που δεν πληρώνουν τους ίδιους φόρους με σένα».

Το καθαρό του κέρδος όσο πάει και εξανεμίζεται. Όταν άνοιξε του έμενε περίπου το 60% των εσόδων του, έχοντας πληρώσει τους φόρους του. Τώρα του μένει περίπου το 30%.