ΔΙΕΘΝΕΣ
25/05/2017 08:42 EEST | Updated 25/05/2017 08:43 EEST

Politico: Η Γερμανία αντεπιτίθεται στον κυβερνοχώρο

Balefire9 via Getty Images
Red word 'SECURITY BREACH' revealed revealed in green computer machine code through a magnifying glass.

Τις δυνάμεις στον κυβερνοχώρο κινητοποιεί η Γερμανία, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις ψηφιακές επιθέσεις, σύμφωνα με δημοσίευμα του Politico.

Όπως σημειώνεται, καταλύτης για την αντίδραση του Βερολίνου ήταν ένα περιστατικό του 2015, κατά το οποίο χάκερ έφτασαν στο σημείο να κινούνται ανενόχλητοι στο δίκτυο της γερμανικής βουλής για εβδομάδες. Πλέον, οι γερμανικές υπηρεσίες ετοιμάζονται για αντεπιθέσεις- παρεμποδίζοντας τις εισερχόμενες επιθέσεις παραβιάζοντας τα συστήματα των χάκερ με σκοπό τη διαγραφή δεδομένων ή ακόμη και την καταστροφή τους.

Στόχος της γερμανικής κυβέρνησης είναι να αποσταλεί το μήνυμα πως θα εξετάζονται πιο επιθετικά μέσα αντιμετώπισης των επιθέσεων hacking. Με αυτόν τον τρόπο, το Βερολίνο παρουσιάζει διάθεση να παρακάμψει ταμπού δεκαετιών, όπως το αυστηρό πλαίσιο που καθορίζει τη χρήση ενόπλων δυνάμεων για την αντιμετώπιση του εγκλήματος.

Νωρίτερα μέσα στο έτος, ο γερμανικός στρατός δημιούργησε έναν νέο σχηματισμό από 13.500 «κυβερνοπολεμιστές» και εξωτερικούς συνεργάτες. Ταυτόχρονα, το υπουργείο Εσωτερικών έθεσε σε λειτουργία μια κυβερνομονάδα στο Μόναχο όπου 400 άτομα θα προσληφθούν για την ανάπτυξη εργαλείων αποκωδικοποίησης κρυπτογράφησης και μεθόδων αντεπίθεσης σε περίπτωση κυβερνοεπιθέσεων.

Ωστόσο, όπως υπογραμμίζεται στο δημοσίευμα του Politico, τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα από νομικής άποψης: Η καταστροφή ενός άλλου συστήματος υπολογιστή είναι παράνομη και δεν υπάρχει ξεκάθαρη νομική βάση για το «hacking αντεπίθεσης». Επίσης, τίθεται το ερώτημα ποια από τις γερμανικές υπηρεσίες ασφαλείας θα ήταν υπεύθυνη για τέτοιου είδους επιχειρήσεις.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, η απειλή των κυβερνοεπιθέσεων έχει αυξηθεί κατακόρυφα τα τελευταία χρόνια, και, σύμφωνα με αξιωματούχους, οι γερμανικές εταιρείες υφίστανται ζημιές ύψους 50 δισ. ευρώ κάθε χρόνο. Ακόμη, πέρα από το κόστος της βιομηχανικής κατασκοπείας, οι παραβιάσεις σε κρατικούς φορείς και οι προβληματισμοί σχετικά με πιθανώς καταστροφικές επιθέσεις που θα μπορούσαν να προκαλέσουν κατάρρευση των υποδομών της χώρας έχουν αυξήσει την πίεση στο Βερολίνο για αντιμετώπιση της απειλής.

Μερικοί ειδικοί ασφαλείας υποστηρίζουν πως σε κάποιες περιπτώσεις η επίθεση εναντίον ενός server με στόχο την κατάρρευσή του δεν είναι απλά ενδεικνυόμενη αλλά και αναπόφευκτη. «Πάρτε για παράδειγμα έναν server ο οποίος κυκλοφορεί κρατικά μυστικά ή δεδομένα πιστωτικών καρτών» αναφέρει ο Μάρτιν Σάλμπρουχ, πρώην γενικός διευθυντής στο γερμανικό υπουργείο Εσωτερικών, που επέβλεπε την εθνική στρατηγική κυβερνοασφαλείας για πάνω από μια δεκαετία. «Σε αυτή την περίπτωση, δεν μπορείς να μπλοκάρεις όλο το Ίντερνετ. Αλλά υπάρχει ανάγκη να εμποδίσουμε τον server από το να εξαπλώσει τις πληροφορίες» πρόσθεσε.

Σε αυτό το πνεύμα, ειδικοί εκτιμούν πως η «αντεπίθεση hacking» θα επέφερε αυτό που είναι γνωστό ως μονοπώλιο του κράτους στη βία: Οι σωστές αρχές πρέπει να χρησιμοποιήσουν βία προκειμένου να επιβάλουν τον νόμο και να διατηρήσουν την ασφάλεια στον κυβερνοχώρο. Ωστόσο, όπως υπογραμμίζεται σε δημοσίευμα, υπάρχουν προβλήματα, όπως το ότι είναι πολύ δύσκολο να διαπιστωθεί πέρα από κάθε αμφιβολία ότι για ένα περιστατικό ευθύνεται ένας συγκεκριμένος δράστης ή δράστες. Επίσης, οι χάκερ συχνά θέτουν υπό τον έλεγχό τους «τρίτους» server, που βρίσκονται σε άλλη χώρα, και μετά εκτοξεύουν την επίθεση από εκεί. Οι επιχειρήσεις «αντεπίθεσης», που πρέπει να λάβουν χώρα όσο το δυνατόν ταχύτερα για να είναι αποτελεσματικές, θα στόχευαν πρωτευόντως αυτούς τους «τρίτους», πιθανώς πλήττοντας ανθρώπους που δεν έχουν σχέση με τους πραγματικούς δράστες.

Σε κάθε περίπτωση, η καγκελάριος Μέρκελ έχει θέσει ως προτεραιότητα τη δημιουργία ενός νομικού πλαισίου για «επιχειρήσεις δικτύων υπολογιστών» (τον ευρύτερο τεχνικό όρο για τέτοιου είδους αντεπιθέσεις hacking). Παρόλα αυτά, εξακολουθεί να τίθεται το θέμα της υπηρεσίας που θα ήταν υπεύθυνη για κάτι τέτοιο- με τον Χανς Γκέοργκ Μάασεν, πρόεδρο της υπηρεσίας Εσωτερικής Ασφαλείας της χώρας, να προτείνει ένα μοντέλο αντίστοιχο του «πραγματικού» (μη ψηφιακού) κόσμου: Η αστυνομία να αναλάβει τους κακοποιούς, οι υπηρεσίες πληροφοριών την αντικατασκοπεία και οι ένοπλες δυνάμεις τις στρατιωτικού τύπου επιθέσεις.