ΔΙΕΘΝΕΣ

Το παιχνίδι των συμμαχιών: Ο συσχετισμός δυνάμεων στη Γερμανία μία εβδομάδα πριν τις εκλογές

A screen that shows the TV debate between German Chancellor Angela Merkel of the Christian Democratic Union (CDU) and her challenger Germany's Social Democratic Party SPD candidate for chancellor Martin Schulz in Berlin, Germany, September 3, 2017. German voters will take to the polls in a general election on September 24. REUTERS TV
A screen that shows the TV debate between German Chancellor Angela Merkel of the Christian Democratic Union (CDU) and her challenger Germany's Social Democratic Party SPD candidate for chancellor Martin Schulz in Berlin, Germany, September 3, 2017. German voters will take to the polls in a general election on September 24. REUTERS TV
Handout . / Reuters

Η νυν καγκελάριος, Άνγκελα Μέρκελ, θεωρείται γενικότερα το αδιαμφισβήτητο φαβορί των γερμανικών εκλογών: Οι σοσιαλδημοκράτες (SPD) του Μάρτιν Σουλτς παραμένουν σε χαμηλά ποσοστά, με το SPD να συγκεντρώνει, σε δημοσκόπηση στην κυριακάτικη Bild, 22%, τη στιγμή που ο συνασπισμός των «χριστιανικών κομμάτων» της Μέρκελ (Οι Χριστιανοδημοκράτες – CDU- της καγκελαρίου και οι Βαυαροί Χριστιανοκοινωνιστές- CSU) βρίσκεται στο 36%. Όπως αναφέρεται σε σχετικό δημοσίευμα της Deutsche Welle, τρίτο κόμμα είναι με 11% το δεξιό λαϊκιστικό/ ξενοφοβικό κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD). Ακολουθούν με 10% το κόμμα Η Αριστερά (Die Linke), με 9% οι Φιλελεύθεροι (FDP) και με 8% οι Πράσινοι.

Παρόλα αυτά, αξίζει να σημειωθεί πως δεν είναι όλα ρόδινα στο στρατόπεδο της καγκελαρίου. Σύμφωνα με το Reuters, σε δημοσκόπηση της Forschungsgruppe Wahlen για το ZDF το μπλοκ της Μέρκελ εμφανίζεται να σημειώνει μικρές μεν, απώλειες δε: Αν και βρίσκεται στο 36%, το ποσοστό αυτό συνιστά πτώση 2% σε σχέση με δημοσκόπηση που έχει προηγηθεί, ενώ οι Σοσιαλδημοκράτες (σε αυτή την έρευνα) εμφανίζονται να έχουν σημειώσει άνοδο στο 23%. Επίσης, άξιο αναφοράς είναι πως, από τους 1.383 ψηφοφόρους που συμμετείχαν στην έρευνα (12-14 Σεπτεμβρίου), το 39% δηλώνουν αναποφάσιστοι.

Το παιχνίδι των συμμαχιών

Με έξι κόμματα να αναμένεται να εισέλθουν στη γερμανική Βουλή (σήμερα είναι τέσσερα), το γερμανικό πολιτικό τοπίο θα είναι σαφώς πιο κατακερματισμένο- με αποτέλεσμα ο σχηματισμός συμμαχιών για τη δημιουργία κυβέρνησης να είναι δυσκολότερος. Γενικότερα, τα δύο πιο πιθανά σενάρια, από άποψης δημιουργίας κυβερνητικών συνασπισμών, είναι τα εξής: Είτε οι Χριστιανοδημοκράτες θα συνεχίσουν να κυβερνούν με τους Σοσιαλδημοκράτες, είτε θα επιδιώξουν να σχηματίσουν κυβέρνηση συνασπισμού με τους Φιλελεύθερους και τους Πράσινους. Όπως αναφέρει η Deutsche Welle, σε συνέδριά τους την Κυριακή, στελέχη των Φιλελεύθερων και των Πρασίνων, αν και υπογράμμισαν τις διαφορές μεταξύ των δύο κομμάτων, δεν απέκλεισαν την από κοινού συμμετοχή τους σε μια κυβέρνηση με τους Χριστιανοδημοκράτες. Στο στρατόπεδο των Σοσιαλδημοκρατών πάλι, ο νυν υπουργός Εξωτερικών, Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, δήλωσε στο SWR πως βλέπει θετικά το ενδεχόμενο μιας συμμαχίας του SDP με τους Φιλελεύθερους και τους Πράσινους (αν και, βάσει των δημοσκοπήσεων, τα ποσοστά των τριών κομμάτων δεν επαρκούν για τον σχηματισμό κυβέρνησης από μια τέτοια συμμαχία).

Παρόλα αυτά, όπως προαναφέρθηκε, δεν είναι λίγοι οι «αστερίσκοι»- οι διαφορές μεταξύ των Πρασίνων και των Φιλελευθέρων και οι αμφιβολίες που εκφράζουν όσον αφορά στο ενδεχόμενο δημιουργίας ενός τέτοιου κυβερνητικού συνασπισμού (ο οποίος στα ΜΜΕ αποκαλείται «Τζαμάικα»- αναφορά στα χρώματα των εν λόγω κομμάτων, το πράσινο, το κίτρινο και το μαύρο). Ο αρχηγός του FDP Κρίστιαν Λίντνερ, είπε πως, αν το θέμα είναι να δημιουργηθεί ένας «αγωγός με χρήμα» από τη Γερμανία προς τις άλλες χώρες, χωρίς δέσμευση για την χρήση των κεφαλαίων, «δεν πρόκειται να συναινέσουμε», τονίζοντας ταυτόχρονα ότι το κόμμα του έχει κάθε ενδιαφέρον η Ευρώπη να παραμείνει ενωμένη.

«Εάν αναζητούνται νέες δυνατότητες επενδύσεων και τα λεφτά που υπάρχουν στις αγορές δεν επαρκούν, τότε μπορούμε να το συζητήσουμε. Αν πρόκειται για την προώθηση κοινών εγχειρημάτων στην βιομηχανία στην Ευρώπη, το θέλουμε περισσότερο από τον καθένα. Αλλά, εάν η σκέψη είναι μέσω ενός προϋπολογισμού της Ευρωζώνης να δημιουργηθεί ένας "αγωγός με χρήματα" από τη Γερμανία, τα οποία αυτομάτως και χωρίς δέσμευση για την χρήση τους, θα πηγαίνουν προς άλλες χώρες της Ευρώπης, τότε μια τέτοια χρηματοοικονομική αντιστάθμιση δεν μπορεί να γίνει με μας, διότι αυτή η ένωση αναδιανομής εισοδήματος δεν θα ενίσχυε την Ευρώπη, αλλά θα την αποδυνάμωνε» τόνισε σχετικά. Αναφορικά με τους Πράσινους, ο Λίντνερ είπε ότι οι θέσεις που υποστηρίζουν οι Πράσινοι σε θέματα όπως η μετανάστευση, η ενέργεια αλλά και η φορολογική πολιτική είναι διαμετρικά αντίθετες με αυτές του κόμματος του (πάντως δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο συνεργασίας, υπογραμμίζοντας πως το ζητούμενο για το κόμμα του, είπε, είναι η υλοποίηση των κεντρικών του αιτημάτων).

Επίσης, αμφιβολίες όσον αφορά και στο πώς θα μπορούσε να συνεργαστεί το κόμμα του με τους Φιλελεύθερους έχει εκφράσει και ο συμπροεδρεύων των Πρασίνων, Τζεμ Έζντεμιρ. Επίσης, συνέδριο των Πρασίνων η επικεφαλής του προεκλογικού αγώνα, Κάτριν Γκέρινγκ-Έκαρτ, αναφερόμενη στις διαφορές με τους Φιλελεύθερους, επεσήμανε προπαντός την πολιτική για τους κοινωνικά αδύναμους, το προσφυγικό αλλά και την αντιμετώπιση των αιτιών που προκαλούν την κλιματική αλλαγή.

Ο «αιώνιος υπουργός»

Ανεξαρτήτως από το πόσο θα μπορούσαν να αλλάξουν τα πράγματα πάντως, μάλλον κάποια βασικά φαίνεται πως θα παραμείνουν ίδια. Από τη συζήτηση για τις γερμανικές εκλογές δεν θα μπορούσε να απουσιάζει και η φυσιογνωμία του Γερμανού ΥΠΟΙΚ, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε: Σε αναλυτικό της άρθρο η εφημερίδα Tageszeitung τον χαρακτηρίζει «ο αιώνιος υπουργός», επισημαίνοντας πως κατά πάσα πιθανότητα ο Β. Σόιμπλε θα είναι και πάλι υπουργός Οικονομικών μετά τις επικείμενες ομοσπονδιακές εκλογές.

Ο αρθρογράφος της εφημερίδας επισημαίνει ότι ο Γερμανός πολιτικός παραμένει εξαιρετικά δημοφιλής στη χώρα του. «Στην Ευρώπη φοβούνται τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, αλλά στη Γερμανία τον αγαπούν» γράφει χαρακτηριστικά η Tageszeitung αναφερόμενη σε δημοσκόπηση που θέλει το 70% των ερωτηθέντων να δηλώνει ικανοποιημένο με το έργο του υπουργού και επισημαίνει: «Το αποκορύφωμα της κρίσης είναι πλέον παρελθόν, όχι όμως και η κρίση εν γένει. Θα απασχολήσει και την επόμενη γερμανική κυβέρνηση, τη στιγμή μάλιστα που μετά τις εκλογές θα κληθεί να πάρει κομβικής σημασίας αποφάσεις. Για παράδειγμα θα πρέπει να αποφασίσει εάν η Ευρώπη θα προχωρήσει για πρώτη φορά σε ελάφρυνση χρέους για την Ελλάδα. Εδώ και χρόνια το ΔΝΤ ζητά μια τέτοια ελάφρυνση. Όταν τον Ιούλιο η Ελλάδα χρειαζόταν επειγόντως νέα χρήματα, το ΔΝΤ την έθεσε ως προϋπόθεση για τη συμμετοχή στην επόμενη δανειακή βοήθεια. Όμως ο Σόιμπλε επέμεινε και τελικά επέβαλε τις θέσεις του στις διαπραγματεύσεις: για την ελάφρυνση χρέους θα αποφασίσουν η ΕΕ και το ΔΝΤ την επόμενη χρονιά – μετά τις εκλογές. Πώς θα το διαχειριστεί η νέα γερμανική κυβέρνηση; Εάν ακολουθήσει τον Σόιμπλε, τότε μάλλον θα παραμείνει σκληρή. Ο υπουργός Οικονομικών είπε πρόσφατα στο Ανόβερο: "Κατά καιρούς δεν ήμουν ιδιαίτερα δημοφιλής στην Ελλάδα. Δεν πειράζει όμως, σημασία έχει ότι η χώρα έχει αρχίσει να συνέρχεται. Αυτό δεν θα συνέβαινε εάν δεν εφάρμοζε τις μεταρρυθμίσεις για τις οποίες την πιέσαμε. Και γι’ αυτό το λόγο (σ.σ. η πολιτική αυτή) θα πρέπει να διατηρηθεί στην Ευρώπη!". Αυτή η δήλωση δεν προμηνύει κούρεμα χρέους» σχολιάζει ο αρθρογράφος.

(με πληροφορίες από Deutsche Welle, Reuters, ΑΠΕ-ΜΠΕ)