Φτάσαμε σε «Δεν θα πιστεύετε τι έβαλε στο τοστάκι της...», μέχρι «Διάσημη τραγουδίστρια της ποπ έσπασε το νύχι της». Κι από κάτω, όλοι κριτές, όλοι ειδικοί συνταγματολόγοι, οικονομολόγοι, αστυνόμοι-ντετέκτιβ, κανίβαλοι κανονικοί, έτοιμοι να κατασπαράξουν τον αρθρογράφο, «Τι μας νοιάζει τι έβαλε στο τοστάκι της, εμείς δεν έχουμε να φάμε! Τι είναι αυτά που γράφετε!», ή ακόμη και να σχολιάσουν χαιρέκακα, «Καλά να πάθει! Όλα τα νύχια της να σπάσει!». Ή, «ποια διάσημη; δεν την ξέρει η μάνα της!», ή ακόμα χειρότερα, «πια διάσοιμι? δεν την ξέρη ΚΑΝΙΣ!».
|
swanksalot/Flickr

Πόσοι άραγε αναγνώστες παραδοσιακών εφημερίδων ήθελαν κάποτε να επιβραβεύσουν τον αρθρογράφο της εφημερίδας, ή να διαφωνήσουν μαζί του; Πόσοι από αυτούς έστελναν γράμμα στην εφημερίδα και πόσα από αυτά τα γράμματα δημοσιεύονταν; Πόσοι καλούσαν το ραδιόφωνο για να σχολιάσουν κάτι και πόσες γραμμές από αυτές βγήκαν στον αέρα; Όχι στα new new media. Στα new new media, θα φτάσουμε να ενημερωνόμαστε από τα σχόλια και όχι από το ίδιο το άρθρο.

Τι είναι τα new new media; Είναι τα Μέσα Ενημέρωσης πέρα από τα παραδοσιακά ΜΜΕ (τηλεόραση, ραδιόφωνο, εφημερίδα). Ως τέτοια, θεωρούνται τα ιντερνετικά κανάλια και ραδιόφωνα, τα ειδησεογραφικά portals, τα blogs. Ύστερα έρχονται τα Social Media -που λειτουργούν ως Μέσα Επικοινωνίας (και κοινωνικής δικτύωσης), που σημαίνει ότι αποτελούν δίαυλο επικοινωνίας των νέων μέσων ενημέρωσης. Αλλά ας μη γελιόμαστε, όταν γίνεται σεισμός, ο πιο γρήγορος τρόπος να μάθεις τι έγινε, είναι το twitter, οπότε τα «σόσιαλ» δευτερογενώς, λειτουργούν και ως μέσα Ενημέρωσης.

Το ευτύχημα και συνάμα η καταστροφή των new new media, είναι πως «άνθισαν» στη μετά-web2 εποχή, όπου ο καθένας μας μπορεί να αντιδράσει δημόσια στο οποιοδήποτε ερέθισμα, με ένα κουμπί (like, dislike, share) ή/και με ένα σχόλιο. Το πρόβλημα είναι πως αποκτήσαμε όλοι μας τεράστια δύναμη ξαφνικά και δεν ξέρουμε πώς να τη διαχειριστούμε.

Σιωπήσαμε τόσα πολλά χρόνια, μας στέρησαν τόσα χρόνια το «μικρόφωνο», το δικαίωμα στον αντίλογο, που η οργή μας φούντωσε, μας έκανε έξαλλους, και ξεχυθήκαμε τώρα να γράφουμε σχόλια άνευ ουσίας, μεγαλύτερα από τα άρθρα.

Η τρέλα αυτή μας έκανε συχνά ανορθόγραφους, άδικους και εμμονικούς. Μέσα σε όλα, μας έκανε και ψυχαναγκαστικούς.

Και το ένα έφερε το άλλο. Όσο εμείς βρίσκαμε εύκολη πρόσβαση στο να κατακρίνουμε, να χλευάσουμε και να βρίσουμε, τα κλικ ανέβαιναν, τα new new media πληθύνονταν, η αξία του δημοσιογράφου έπεφτε, όπως και η εγκυρότητα της είδησης και φτάσαμε εδώ που φτάσαμε. Φτάσαμε σε «Δεν θα πιστεύετε τι έβαλε στο τοστάκι της...», μέχρι «Διάσημη τραγουδίστρια της ποπ έσπασε το νύχι της». Κι από κάτω, όλοι κριτές, όλοι ειδικοί συνταγματολόγοι, οικονομολόγοι, αστυνόμοι-ντετέκτιβ, κανίβαλοι κανονικοί, έτοιμοι να κατασπαράξουν τον αρθρογράφο, «Τι μας νοιάζει τι έβαλε στο τοστάκι της, εμείς δεν έχουμε να φάμε! Τι είναι αυτά που γράφετε!», (είναι οι ίδιοι που έκραζαν το Big Brother, αλλά δεν το έβλεπαν ποτέ) ή ακόμη και να σχολιάσουν χαιρέκακα, «Καλά να πάθει! Όλα τα νύχια της να σπάσει!». Ή, «ποια διάσημη; δεν την ξέρει η μάνα της!», ή ακόμα χειρότερα, «πια διάσοιμι? δεν την ξέρη ΚΑΝΙΣ!». Το ίδιο το σύστημα επιβάλλει την αντίδραση του κοινού, είτε θετικά, είτε αρνητικά. Το να διαβάσεις μια είδηση, να δεις μια φωτογραφία ή ένα βίντεο, και να μην αντιδράσεις, θεωρείται αποτυχία για αυτόν που δημοσίευσε το οτιδήποτε! Καλύτερα dislike, παρά το τίποτα.

«Έχουμε ανάγκη από το dislike, γιατί το like δεν μας φτάνει πια, ακούς Mark; Δεν μπορώ να κάνω like στο θάνατο κάποιου διάσημου, πρέπει να κάνω dislike για να δείξω το πένθος μου. Εκείνο το portal ανεβάζει συνέχεια ειδήσεις χαμηλού επιπέδου, Mark, θέλω να τους κάνω dislike παντού, να μάθουν! Mark, η μοναξιά μου είναι μεγάλη, η μοναξιά, μου αφήνει κενό, που το γεμίζω με λύσσα κακιά και αέρα κοπανιστό, που με μαγικό τρόπο γίνονται λέξεις και οι λέξεις μου μπορούν να διαβαστούν από όλο τον κόσμο. Και τότε δεν είμαι πια μόνη! Γιατί κάνουν like στα comments μου, Like στα Like μου κι έτσι νιώθω ικανοποίηση. Είμαι hater και δεν το ξέρω. Είμαι hater, γιατί δεν μπορώ να αγνοήσω αυτό που δεν με ενδιαφέρει και η καλή κουβέντα βγαίνει τόσο πικρή από τα χείλη μου, ενώ η βρισιά γλυκιά σαν καραμέλα!»

Γιατί πρέπει οπωσδήποτε να διαφωνήσω με κάτι, να ικανοποιήσω το «κοινό μου» (εκτός από άποψη, όλοι έχουν κι από αυτό, είτε είναι friends, είτε followers, είτε fans). Γιατί δεν μου έμαθε κανείς, ότι η αντίδραση είναι αποτελεσματική μόνο όταν υπάρχει καλή πρόθεση και διάθεση για επιδιόρθωση. Ότι η διάδραση, δεν σημαίνει σύγκρουση, αλλά χαρακτηρίζεται από δημιουργικότητα και οδηγεί στην παραγωγικότητα». Ο Λόγος είναι αυτός που μας διαχωρίζει από τα υπόλοιπα πλάσματα και δυστυχώς έχει χάσει τελείως τη βαρύτητά του. Τα social media, δεν έχουν ανάγκη τους haters, ο μοναδικός τρόπος να καταφέρουμε να πνίξουμε τη διαδικτυακή σαβούρα είναι η μη ανταπόκριση στο ερέθισμα.