Πολίτικη κουζίνα

Κάτι Κυριακάτικα μεσημέρια, όπου μαζευόταν η οικογένεια γύρω από ένα τραπέζι γεμάτο λαχταριστά ορεκτικά και νόστιμα φαγητά, τα θυμάμαι από παιδί. Τα έκανε στο σπίτι τους, ο κρητικός παππούς. Κόρες, γαμπροί, εγγόνια, όλοι εκεί. Τρώγαμε, έπιναν, παίζαμε, γλεντούσαν, γελούσαμε. Ήμασταν μαζί. Αργότερα τα συνέχισαν οι γονείς. Κρητικιά η μαμά, καλονοικοκυρά, φιλόξενη κι αρχόντισσα. Το τραπέζι στρωμένο άψογα, τα κρυστάλλινα ποτήρια στη σειρά, λίγα λουλούδια, πολλά ορεκτικά και το στήσιμο των πιάτων ειδικότητα της.
|
Open Image Modal
Anadolu Agency via Getty Images

Κάτι Κυριακάτικα μεσημέρια, όπου μαζευόταν η οικογένεια γύρω από ένα τραπέζι γεμάτο λαχταριστά ορεκτικά και νόστιμα φαγητά, τα θυμάμαι από παιδί. Τα έκανε στο σπίτι τους, ο κρητικός παππούς. Κόρες, γαμπροί, εγγόνια, όλοι εκεί. Τρώγαμε, έπιναν, παίζαμε, γλεντούσαν, γελούσαμε. Ήμασταν μαζί.

Αργότερα τα συνέχισαν οι γονείς. Κρητικιά η μαμά, καλονοικοκυρά, φιλόξενη κι αρχόντισσα. Το τραπέζι στρωμένο άψογα, τα κρυστάλλινα ποτήρια στη σειρά, λίγα λουλούδια, πολλά ορεκτικά και το στήσιμο των πιάτων ειδικότητα της.

Μερακλής ο μπαμπάς. Από οικογένεια μαγείρων. Εραστής του είδους ο ίδιος. Ειδικότητά του τα παραδοσιακά, «βαριά» φαγητά. Μαγείρευε από την προηγούμενη και τηλεφωνούσε συχνά πυκνά να ενημερώνει για την πορεία παρασκευής των εδεσμάτων.

Η ιστορία επαναλαμβάνονταν. Οι ρόλοι μεταβιβάζονταν μόνο. Κόρες, γιος, γαμπροί, εγγόνια, όλοι εκεί. Τρώγαμε, πίναμε πια, έπαιζαν, γλεντούσαμε, γελούσαμε. Ήμασταν μαζί.

Εκείνος έφυγε. Τα παιδιά μεγάλωσαν. Η ζωή του σήμερα τους δημιουργεί υποχρεώσεις που τότε εμείς δεν είχαμε. Παιδικά πάρτι, παιδικά θέατρα, σχολικές εκδρομές, συναντήσεις φίλων.

Μαζί τους μεγαλώσαμε κι εμείς. Και οι ευθύνες μεγάλωσαν. Και οι υποχρεώσεις αυξήθηκαν. Όπως και οι ώρες δουλειάς. Και οι καθημερινές φεύγουν. Και τα Σαββατοκύριακα γεμίζουν. Γεμίζουν και οι Κυριακές. Δύσκολο πια να συντονιστούμε όλοι, άνευ υποχρεώσεων, για εκείνα τα Κυριακάτικα τραπέζια. Αραίωσαν κι αυτά.

Τις όποιες «άδειες» Κυριακές μένουμε σπίτι μας, οι πέντε μας, να μιλήσουμε, να διαβάσουμε, να ξεκουραστούμε, να παίξουμε, να γελάσουμε. Να βρεθούμε.

Σήμερα δεν ήταν μια τέτοια, «άδεια» Κυριακή. Ούτε όμως μια Κυριακή απ' τις άλλες, εκείνες τις γεμάτες.

Ίσως να ξεκίνησε ως «γεμάτη». Κατέληξε όμως σίγουρα σαν μια από εκείνες που θα θυμάμαι.

Σήμερα δυο ιδιαίτεροι Πολίτες (ναι, Πολίτες από ΤΗΝ Πόλη) μας φιλοξένησαν στο σπίτι τους. Πολίτες και λίγο Κρητικοί. Νοικοκυραίοι, φιλόξενοι, άρχοντες. Βρήκαμε το τραπέζι στρωμένο στην εντέλεια. Τα σερβίτσια πολλά, τα ποτήρια κρυστάλλινα, τα ορεκτικά άφθονα. Οι μυρωδιές πλημμύριζαν τον χώρο.

Η παρέα καινούργια, χαμογελαστή, ευχάριστη. Η οικειότητα άμεση και διάχυτη. Κι ύστερα περάσαμε στο τραπέζι. Και ζήσαμε την Πολίτικη Κουζίνα! Το ένα φαγητό διαδεχόταν το άλλο. Το ένα καλύτερο από το άλλο. Μελιτζανοσαλάτα, σουτζουκάκια, μπακαλιάρος, σκορδαλιά, μελωμένο χοιρινό, πατατούλες φούρνου, κοκκινιστό, χιουνκιάρ, ντολμαδάκια γιαλαντζί, φασόλια πιαζ, τυροπιτάκια, κολοκυθοκεφτέδες, μελιτζάνες γιαουρτλού, ρύζι πολιτικό, μπαμπάς με ρούμι κι άλλα κι άλλα κι άλλα!

Όλα νόστιμα. Όλα φτιαγμένα με γνώση και μεράκι. Όλα σε κράταγαν εκεί. Στο τραπέζι. Μαζί. Και τρώγαμε και πίναμε και μιλούσαμε και γελούσαμε και τα παιδιά έπαιζαν. Και οι ώρες περνούσαν, χωρίς ποτέ να δυσανασχετήσουμε. Χωρίς ποτέ να κοιτάξουμε το ρολόι. Χωρίς ποτέ να το νιώσουμε ως υποχρέωση. Μόνο το νιώσαμε ως μαζί.

Και πιο «μαζί» το έκανε το αυστηρό βλέμμα που έλεγε «κάτσε κάτω, θέλω να σε περιποιηθώ», ως απάντηση στην τολμηρή ερώτηση «να σε βοηθήσω να σηκώσουμε το τραπέζι;». Αλλά και τα ταπεράκια που μας φίλεψαν φεύγοντας. Κι αυτά «μαζί» έλεγαν. Και το ευχάριστο κλίμα και η παρέα. Κι αυτά μαζί.

Γιατί οι ζωή είναι απρόοπτη. Και οι άνθρωποι δεν σταματούν ποτέ να μας εκπλήσσουν. Ευτυχώς κάποιες φορές ευχάριστα. Και κάπως έτσι οι μνήμες αναμοχλεύονται. Και οι Κυριακές αναβιώνουν.