Το Βερολίνο χάνει τον έλεγχο

Στρατηγικά, η όλη διαχείριση του ζητήματος με την Τουρκία είναι πέρα για πέρα λανθασμένη. Με τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις στο ναδίρ, την Άγκυρα να αγνοεί επιδεικτικά τις εκθέσεις προόδου της Κομισιόν, με μια διαρκή αναταραχή στα εσωτερικά της χώρας, με το Κουρδικό ζήτημα να πηγαινοέρχεται και τις δύο πλευρές άλλοτε να δείχνουν διάθεση συμβιβασμού, άλλοτε διάθεση ευθείας σύγκρουσης, με τα σκάνδαλα διαφθοράς να πολλαπλασιάζονται και τις ελευθερίες να καταπατώνται, είναι μέγα σφάλμα να επιλέγει η Γερμανία διμερή διάλογο για το ζήτημα των προσφύγων, προσφέροντας πληθώρα ανταλλαγμάτων.
|
Open Image Modal
ASSOCIATED PRESS

Το ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη και η επίσημη συνάντηση με Ερντογάν και Νταβούτογλου ήταν μια απονενοημένη πράξη της Άνγκελα Μέρκελ. Τόσο η ημέρα, η σπουδή για την οργάνωση της συνάντησης, όσο και οι διαρροές στα ΜΜΕ για το περιεχόμενο των συζητήσεων προδίδουν την Καγκελάριο και την αμηχανία που την κατατρύχει για να κρατήσει τις (ευνοϊκές) ισορροπίες για την ίδια και το CDU στο εσωτερικό. Μετά τους διθυράμβους για την όντως σπουδαία πρωτοβουλία του Βερολίνου να δεχθεί δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες σε μια ΕΕ που κάνει πως δεν βλέπει και δεν ακούει, ήρθε η απότομη διολίσθηση.

Στρατηγικά, η όλη διαχείριση του ζητήματος με την Τουρκία είναι πέρα για πέρα λανθασμένη. Με τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις στο ναδίρ, την Άγκυρα να αγνοεί επιδεικτικά τις εκθέσεις προόδου της Κομισιόν, με μια διαρκή αναταραχή στα εσωτερικά της χώρας, με το Κουρδικό ζήτημα να πηγαινοέρχεται και τις δύο πλευρές άλλοτε να δείχνουν διάθεση συμβιβασμού, άλλοτε διάθεση ευθείας σύγκρουσης, με τα σκάνδαλα διαφθοράς να πολλαπλασιάζονται και τις ελευθερίες να καταπατώνται, είναι μέγα σφάλμα να επιλέγει η Γερμανία διμερή διάλογο για το ζήτημα των προσφύγων, προσφέροντας πληθώρα ανταλλαγμάτων.

Όπως και σε άλλα ζητήματα μείζονος σημασίας για την ΕΕ και την Ευρωζώνη, η Γερμανία είναι εκείνη που θέτει τους όρους του παιχνιδιού. Στην ελληνική περίπτωση, το Βερολίνο επέδειξε πρωτοφανή δυσκαμψία και κραυγαλέα έλλειψη στρατηγικού βάθους στα δίκαια αιτήματα της κυβέρνησης και στον διαπραγματευτικό αγώνα που δόθηκε επί επτά μήνες. Αντίστοιχα μυωπική είναι η πολιτική διαχείριση και στο ζήτημα των ρωσικών κυρώσεων, όπως και τώρα στο ζήτημα της Τουρκίας. Το Βερολίνο λειτουργεί με γνώμονα το εθνικό του συμφέρον και μόνο, την ίδια στιγμή που ζητά από τα υπόλοιπα κράτη-μέλη να προτάξουν το ευρωπαϊκό συμφέρον πάνω από το εθνικό.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, στόχος είναι απαξίωση της αγοράς και των κοινωνικών δυνάμεων προκειμένου το γερμανικό επενδυτικό ενδιαφέρον να ισχυροποιηθεί περαιτέρω, ενώ στο ζήτημα των κυρώσεων επί της Ρωσίας, το Βερολίνο αποδυναμώνει πλήρως τον εξαγωγικό χαρακτήρα γεωργικών προϊόντων για πολλά κράτη-μέλη, θέτει εμπόδια στην συνεργασία Ελλάδας - Ρωσίας στα ενεργειακά, αλλά επεκτείνει να αναπτύσσει συνεχώς τον βόρειο αγωγό φυσικού αερίου με τη Μόσχα. Στην περίπτωση της Τουρκίας, αγνοεί πλήρως τις γεωπολιτικές διαστάσεις του άκριτου προσεταιρισμού της τουρκικής κυβέρνησης, σε μια περίοδο που η γείτονα αποτελεί βραδυφλεγή βόμβα.

Το Βερολίνο αξιοποιεί δύο δεδομένα: πρώτον, το γεγονός ότι οι πολιτικές ισορροπίες εντός της ΕΕ αποτελούν προνομιακό πεδίο δράσης της γερμανικής πολιτικής, χωρίς -προς το παρόν- ισχυρούς τριγμούς. Το δεύτερο είναι πως κανένα από τα κράτη-μέλη δεν δείχνει διάθεση συνεργασίας στο επίμαχο ζήτημα της προσφυγικής κρίσης, παρά μόνο η ιταλική και η ελληνική κυβέρνηση. Αυτό δεν αρκεί. Ούτε αρκεί να αλλάξει στάση η Ουγγαρία. Χρειάζεται πρωτοβουλία από τη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία, την Πολωνία και την Ισπανία. Ο Ματέο Ρέντσι και ο Αλέξης Τσίπρας δεν μπορούν μόνοι τους, παρά την γιγαντιαία προσπάθεια που συντελείται, ειδικά από την πλευρά της Ελλάδας.

Κατά συνέπεια το Βερολίνο «παίζει μπάλα» μόνο του. Προς το παρόν όμως. Γιατί όσο δεν χαράσσει ευρωπαϊκή στρατηγική συγκλίσεων και συμμαχιών, τόσο η Ευρωζώνη όσο και η ΕΕ θα εμφανίζουν αποκλίνουσες δυνάμεις. Με πολλές εξ αυτών συνεπικουρούμενες και από την Ουάσινγκτον.