Ο καραβομαραγκός Μαστρομιχάλης Χατζηνικολάου

Βέρος Συμιακός, γεννημένος προπολεμικά, στις 9 Γενάρη 1926, τότε που οι σφραγίδες στα χαρτιά και στα πασαπόρτια, ήταν γραμμένες στα ιταλικά και μονάχα στην ψυχή του νησιώτη χωρούσε η έρημη πατρίδα, η ταλαίπωρη Ελλάδα. Ο γονιός του κρατούσε από σπουδαία φαμίλια, ήταν ο πιο γραμματιζούμενος εκείνη την εποχή της Σύμης και την ημέρα που γεννήθηκε ο Μιχαλάκης του, το τρίτο παιδί από τα οκτώ που έσπειρε το ζευγάρι, γινόταν γραμματέας του Πανορμίτη, του μεγάλου, ξακουστού και θαυματουργού μοναστηριού του νησιού. Από νωρίς, ήταν δεν ήταν 10 χρονών, βρέθηκε κι ο Μιχαλάκης να ψέλνει, να τακτοποιεί κεριά και να φροντίζει το μοναστήρι, μάλιστα είχε το δικό του κελάκι!
Open Image Modal

«Το 1964 χτύπησε η πόρτα του σπιτιού μου, ήταν ο Γιάννης Πατέρας, ο μεγάλος εφοπλιστής από το Λονδίνο, ήξερε όλη την ιστορία μου, με πήγε λοιπόν στο Μιραμάρε, μου έκανε τραπέζι για να με γνωρίσει από κοντά. Κι εγώ πάνω στο φαγητό δεν έχασα την ευκαιρία, του μίλησα ανοιχτά: κ. Πατέρα τα βλέπεις αυτά που έχω καμωμένα, όλα τα έκαμα από σένα, δούλευα και με πλήρωνες σωστά και στην ώρα μου!

Εκείνος για μια στιγμή στάθηκε απορημένος, ύστερα με κοίταξε και ψέλλισε: Πρώτη φορά με ευχαριστούν, σχεδόν όλοι μας καταριούνται! Μα αν δεν κάνει ο επιχειρηματίας βαπόρια εγώ που θα δουλέψω;»

Παιδί της θάλασσας ο μαστρομιχάλης, ότι κι αν έκανε είχε κάτι από την γλυκιά αλμύρα της! Με το δημοτικό σχολειό, αυτό ήταν όλο κι όλο για γράμματα, ξεκίνησε με βοηθό το σκεπαρνάκι του και ένα Θεϊκό ταλέντο, για να κατακτήσει τον κόσμο. Μπορούσε να σχεδιάζει μέσα στο μυαλό του μικρά και μεγάλα σκάφη κι έπειτα να τους δίνει υπόσταση, πότε με το χαϊδεμα και πότε με το πελέκημα των ξύλων κι εκείνα μόλις έπεφταν στο νερό θαρρείς πως έπαιρναν μια βαθιά ανάσα, ζωντάνευαν, αυτές είναι οι αληθινές γοργόνες!

Open Image Modal

Ναυτικός, κινηματογραφιστής, εφοπλιστής!

Σα τη καραβομαραγκοσύνη δεν υπάρχει τίποτα, σε μια στιγμή κι αφού είχε χορτάσει από ξεκινήματα, τα άφησε όλα πίσω και ξαναγύρισε στις λατρεμένες ξύλινες κορούλες του!

Βέρος Συμιακός, γεννημένος προπολεμικά, στις 9 Γενάρη 1926, τότε που οι σφραγίδες στα χαρτιά και στα πασαπόρτια, ήταν γραμμένες στα ιταλικά και μονάχα στη ψυχή του νησιώτη χωρούσε η έρημη πατρίδα, η ταλαίπωρη Ελλάδα. Ο γονιός του κρατούσε από σπουδαία φαμίλια, ήταν ο πιο γραμματιζούμενος εκείνη την εποχή της Σύμης και την ημέρα που γεννήθηκε ο Μιχαλάκης του, το τρίτο παιδί από τα οκτώ που έσπειρε το ζευγάρι, γινόταν γραμματέας του Πανορμίτη, του μεγάλου, ξακουστού και θαυματουργού μοναστηριού του νησιού. Από νωρίς, ήταν δεν ήταν 10 χρονών, βρέθηκε κι ο Μιχαλάκης να ψέλνει, να τακτοποιεί κεριά και να φροντίζει το μοναστήρι, μάλιστα είχε το δικό του κελάκι! Όμως η μοίρα είχε άλλα σχέδια για κείνον τον πιτσιρικά, ήταν Νοέμβρης του '38, όταν άκουσε τη φωνή του ο Αντώνης, ο κυραμαριός Ξίξας, ο πρωτοψάλτης της Σύμης και δίχως να χάσει χρόνο, πρότεινε στον πατέρα του να τον πάρει δίπλα του, να του διδάξει βυζαντινή μουσική, γιατί όπως έλεγε, ετούτος ο μικρός είχε φωνή, είχε γερό ταλέντο.

Όμως αυτός ο δάσκαλος έκανε κι άλλη μια δουλειά, ήταν καραβομαραγκός, έτσι θα του έδειχνε κι αυτή τη τέχνη. Τότε πήγαν περίπατο τα όνειρα για ράσα, που μάλλον έκανε μονάχα ο πατέρας του Μιχαλάκη, το 12χρονο παιδί μόλις έβγαινε από το μοναστήρι και έμπαινε στη ψυχή του ξύλου, ρίζωνε στο είναι των καραβιών!

Δεν πέρασε χρόνος κι ο πιτσιρίκος βρέθηκε στο μαραγκούδικο κάποιου άλλου μάστορα, του Χάσκα Μαλαξούδη, αυτός όμως ήταν τόσο σφιχτός με τα χρήματα που ο μικρός δεν άντεξε κι έτρεξε στον πιο γνωστό και σπουδαίο καραβομαραγκό της Σύμης, στον Ψαρρό. Όμως εκείνος είχε τη φήμη ότι έριχνε καμιά ξυλιά στους μαθητές του, έτσι για να μάθουν καλύτερα τη τέχνη!

Δεν ήθελε λοιπόν ετούτον το μικρό για παραγιό, αφού ήταν το παιδί του γραμματιζούμενου, του Χατζηνικολάου! Τελικά ο Μιχαλάκης πες-πες τα κατάφερε και πολύ γρήγορα φάνηκε το ταλέντο, ξύπναγε χαράματα και δούλευε χωρίς ανάσα, έγινε ο παραγιός και πήρε το κλειδί από το καρνάγιο του μουστακαλή μάστορα, που κάπνιζε μια μεγάλη πίπα και κάθε τόσο έκαιγε το πουκάμισο του που ήταν καμωμένο από ποπλίνα!

Ήταν Σεπτέμβρης του 1942, μέσα στη καρδιά του πολέμου, όταν το θανατικό χτύπησε τη πόρτα της φαμίλιας Χατζηνικολάου. Ο πατέρας και προστάτης της φαμίλιας επέστρεφε στη Σύμη από τη Ρόδο, με το ατμόπλοιο ΦΙΟΥΜΕ, το γνωστό cavalo da tiro del Egeo, (άλογο για το όργωμα του Αιγαίου) όταν το ελληνικό υποβρύχιο Νηρέας το έβαλε σημάδι. Με τρεις τορπίλες το έστειλε στα γρήγορα στον πάτο της θάλασσας και μαζί του, 214 από τους 287 επιβαίνοντες, σώθηκαν μονάχα 73 άνθρωποι, δυστυχώς ο γραμματέας του Πανορμίτη, ο Χατζηνικολάου, χάθηκε μέσα στη θάλασσα.

Σκληρά, στρυφνά και δύσκολα εκείνα χρόνια, ο Μιχάλης ψάχνει αληθινό μεροκάματο, έτσι φεύγει από τον Ψαρρό και τραβά πια σα μάστορας σε ένα άλλο μαραγκούδικο, είχε μεροκάματο 35 φράγκα, μόλις άνοιξε ο ένας κουμπαράς της οικογένειας!

Έτσι συνήθισε να επαναλαμβάνει η μάνα του, όταν τις έλεγαν για τα οκτώ στόματα που είχε να θρέψει, «έχουμε πέντε κλειστούς κουμπαράδες, πέντε αρσενικά παιδιά!»

Όταν κάποτε ο πόλεμος πια τελείωσε ο 19χρονος Μιχάλης ήταν και επίσημα μάστορας, έχει κερδίσει και άδεια εργασίας από τους Ιταλούς, που το 1946 την ανανέωσαν οι Ελληνικές αρχές, μπορούσε να αναλάβει επίσημα και να κατασκευάσει σκάφη που θα έφταναν μέχρι τους 30 τόνους!

Open Image Modal

1947, αλλαγή πορείας και ζωής. Περισσότερη θάλασσα

Κάποτε ένα γερονταράκι, ένας πολύπειρος βαπορίσιος καπετάνιος, του έδωσε μια αθάνατη συμβουλή, «ο μικρός τόπος δεν είναι για σένα Μιχαλάκη, τράβηξε για τον Πειραιά ή τη Ρόδο».

Ο μαστρομιχάλης Χατζηνικολάου, θα ανέβει στην Αθήνα, θα βρεθεί με μέσο στην οδό Νίκης αρ. 22. Εκεί ήταν τα γραφεία της ναυτιλιακής εταιρίας Διαμαντή-Πατέρα, στην είσοδο θα τον καλοσωρίσει ο Παντελής Πατέρας, θα του σφίξει το χέρι για να νιώσει την αληθινή δύναμη του εργάτη και αφού κανονίσει την ειδικότητα ναυτόπαις, θα του δώσει 40 λίρες και ένα χαρτάκι στα εγγλέζικα, με το λιμάνι Αμβέρσα και το όνομα του φορτηγού πλοίου, εκεί τον πέρίμενε το λίμπερτυ Gladiator.

Για τον Συμιακό καραβομαραγκό Μιχάλη Χατζηνικολάου μόλις ξεκινούσε μια περιπέτεια που κράτησε οκτώ ολόκληρα χρόνια.

Αθήνα, Βρυξέλλες κι από εκεί Αμβέρσα! Ήταν 15 Ιουνίου 1951, ο ουρανός είχε ανοίξει και έριχνε μια βροχή που έλεγες πως δε θα σταματούσε ποτέ, δίχως γλώσσα ο Μιχάλης, κατάφερε να φτάσει τα μέσανυχτα στο καράβι.

Σήμερα όταν περιγράφει στους νεώτερους την ιστορία και την αγωνία εκείνων των ημερών δεν φαίνεται να μπορούν να τον νιώσουν.

Το φορτηγό έλυσε και σάλπαρε για Κίνα, τραβούσαν για τη Φορμόζα, με καπετάνιο τον Γιώργο Γλυνό, από τις Οινούσσες.

Στο καράβι δούλεψε με τέτοια αυταπάρνηση και πάθος που από τον πρώτο μήνα του αναγνώρισαν την αξία του και έδωσαν κανονικό μισθό, του χάρισαν τα ναύλα, και μέτρησαν τις ώρες του διπλές, εκεί που θα έπαιρνε 5 λίρες βλέπει στο χαρτί του 100 κι εκείνος δεν άντεξε, βγήκε στο κατάστρωμα κι εκεί πάνω στον υγρό αέρα κάθισε κι έκλαψε με την ψυχή του, συγκινήθηκε, ένιωσε πως τίποτε δεν πάει χαμένο, αρκεί να είσαι αληθινός, αυτά που λες πως κάνεις να μπορείς και να τα σηκώσεις και να παλέψεις.

Gladiator, Educator, Creator. Οκτώ χρόνια στα τρια λίμπερτυ, ξεμπαρκάριζε για λίγες μέρες και μετά έτρεχε σε ένα λιμάνι για να ξαναγίνει το αίμα, η ανάσα του φορτηγού.

Ήταν ο μηχανικός κουβέρτας, εκείνος ετοίμαζε και έστρωνε τα αμπάρια, φρόντιζε τις μπίγες και όλα τα ξύλινα τμήματα του πλοίου, ήταν σαν λοστρόμος.

Κάποτε, μεσοπέλαγα, ενώ με το Creator τραβούσαν για τον Καναδά έσπασε το μαντεμένιο ψυγείο, από εκεί που περνά ο ατμός και ψύχεται, το εργαλείο λέγεται Odessa, έμειναν λοιπόν ακυβέρνητοι, έφτασαν και περίμεναν τα ρυμουλκά να τα φωνάξουν για να σώσουν την κατάσταση. Κι ενώ το πλοίο και οι ναυτικοί παραλίγο να χαθούν απο το μπότζι, εκείνος έβαλε το μυαλό του να δουλέψει και με τα χέρια ετοίμασε ένα ξύλινο καλούπι, έπειτα χρησιμοποίησε ποτάσα και νερό, το έριξε στο τσιμέντο για να γίνει ταχεία πήξη κι έτσι έφτιαξε το κουτί, κατάφερε να αποκαταστήσει τη βλάβη.

Ο μαραγκός λοιπόν είχε δύναμη! Αυτός πήγε το καράβι στο λιμάνι και για δώρο του έδωσαν 300 λίρες! Μα το καράβι δεν προσέφερε μονάχα χρήματα και ταξίδια, έφερε και το κορίτσι που έγινε σύζυγος, η σύντροφος ζωής για τον καραβομαραγκό!

Αιτία ένας δόκιμος από τη Χίο, εκείνος έδειξε στον μαστρομιχάλη τη φωτογραφία της αδελφής του, της Θεοδώρας, κι εκείνος σα να θαμπώθηκε και έδεσε το αίσθημα κόμπο μέσα στη καρδιά του. Ήταν 32 χρονών και η μάνα του, μέσα στα γράμματα, έστελνε ένα σωρό κουβέντες για προξενιά με ένα από τα κορίτσια της Σύμης, δεν θα έπαιρνε δα και μια ξένη ο γιος της. Όμως εκείνος είχε άλλα κατά νου!

Ξεμπαρκάρισε τον Φλεβάρη του 1958, με το «Κορινθία» κατέβηκε στον Πειραιά προβληματισμένος. «Ο ναυτικός όσο είναι στη θάλασσα έχει το μυαλό στη στεριά, είναι που θέλει, διψάει για αποκατάσταση» με αυτά μέσα στο μυαλό δεν έφυγε για τα Δωδεκάνησα, διάλεξε να πάρει το καράβι της γραμμής για τη Χίο, ήθελε να γνωρίσει το 25χρονο κορίτσι της φωτογραφίας, ήταν πιο μορφωμένο, είχε τελειώσει την Ανωτάτη Εμπορική, μα αν τα ταίριαζαν ήταν αποφασισμένος, θα έδεναν για πάντα τις ζωές τους.

Κυριακή χαράματα έφτασε στη Χίο, αξύριστος, φοβισμένος και ντροπαλός, δεν πήγαινε με θάρρος. Μπήκε σε ένα γειτονικό καφενείο και ζήτησε το σπίτι του κοριτσιού, τότε αυθόρμητα ο καφετζής τον ρώτησε:

-Μπας και είσαι ο γαμπρός που περιμένουν;

Την άλλη μέρα το ζευγαράκι ταξίδεψε για τη Ρόδο! Πήγαιναν μαζί στη μάνα του, να πάρουν την ευχή της!

Open Image Modal

Η Βουγιουκλάκη, ο Σακελλάριος και η «προγραμμασιόν» του καραβομαραγκού

Το καλοκαίρι του 1958 ο ναυτικός άλλαξε πορεία, στην Ρόδο έφτιαξε το θερινό κινηματογράφο Τιτάνια και το 1960 έχτισε το χειμερινό Τιτάνια, έγινε λοιπόν επιχειρηματίας των φιλμ και της εικόνας.

Λίγα χρόνια νωρίτερα είχε αγοράσει ένα οικόπεδο μέσα στην πόλη της Ρόδου, τα αδέλφια Χατζηνικολάου έλεγαν να το κάνουν νυχτερινό κέντρο, μα ένας θείος τους απέτρεψε από τέτοιες δουλειές της νύχτας. Έτσι βρέθηκε να παρακολουθεί το μοναδικό σινεμαδάκι της Ρόδου, το «Απολλωνάκι», ακόμη τότε δεν γνώριζε τι θα πει ταινία, έτσι στην πρώτη σεζόν πήρε τον Στάθη Βασιλάκη, για να ετοιμάζει πρόγραμμα και μαζί ανέβηκαν στην εταιρία Δαμασκηνού- Μιχαηλίδη, που είχαν διευθυντή τον Καλιακούδα.

«Στις 25 Μαιου 1958 βάλαμε μπροστά την μηχανή προβολής, πρώτη μας παρθενική ταινία «Ο κόκκινος κουρσάρος» με πρωταγωνιστή τον Μπάρτ Λάγκαστερ, γεμίσαμε ακόμη και με όρθιους! Το πρώτο καλοκαίρι σπάσαμε το ταμείο, κόψαμε 70.000 εισιτήρια. Την επόμενη χρονιά έτρεξα στην εταιρία διανομής και κανόνισα για το πρόγραμμα. Φτάσαμε λοιπόν τα 90.000 εισιτήρια για τη σεζόν του καλοκαιριού 1959!

Τότε είπα πως ήταν ώρα να φτιάξουμε χειμερινό κινηματογράφο! Είμασταν 3 οικογένειες, πήγα στη τράπεζα, είχα κάμει γνωριμίες και τα κατάφερα, μου λένε είστε μαραγκός; Πάρτε βιοτεχνικά δάνεια και έτσι αγόρασα το οικόπεδο, πήγα σε όλους και έβαλα χρέος, όμως τα καταφέραμε και στις 25 Νοεμβρίου 1960 έγινε η πρώτη προβολή, ήταν η ταινία «ο θαλασσόλυκος» με τον Τζέρυ Λιούις, τότε λοιπόν σε μια μέρα και στις τρεις προβολές κόψαμε 3.200 εισιτήρια! Παλεύαμε να ξεχρεώσουμε και για να κάνουμε οικονομία τρώγαμε στο μπαρ του σινεμά».

Το 1964 γυρίστηκε στην Ρόδο η 23η ταινία της Αλίκης Βουγιουκλάκη με συμπρωταγωνιστές τα μεγαλύτερα ονόματα της εποχής. Πρόκειται για το «Δόλωμα», μια σπουδαία παραγωγή της Φίνος Φιλμ με σκηνοθέτη τον Αλέκο Σακελλάριο, στην ταινία είχε την συμμετοχή του και ο μαστρομιχάλης Χατζηνικολάου, αφού φρόντιζε για τα γυρίσματα που πραγματοποιήθηκαν στην Καλλιθέα της Ρόδου. Στις 9 Νοέμβρη 1964, στην πρεμιέρα της ταινίας, η Αλ. Βουγιουκλάκη και ο σκηνοθέτης Αλ. Σακελλάριος ταξίδεψαν στη Ρόδο, στον κινηματογράφο Τιτάνια του μαστρομιχάλη! Το φιλμ σε όλη την Ελλάδα έκοψε 500.000 εισιτήρια!

Open Image Modal

Ο καραβομαραγκός αγοράζει και καράβια

«Καλοκαιρι 1964 βλέπω μέσα στο λιμάνι το ξιφιάδικο "Ηλίας", το είχαν βγάλει σε πλειστηριασμό, μου άρεσε, είχα 18.000, έτσι προχώρησα και το πήρα.

Ήταν το πρώτο σκάφος που έκανε τουρισμό από Ρόδο-Σύμη... στην αρχή με 1, 2, 3 επιβάτες μέχρι που φτάσαμε τους 100...

Το καλοκαίρι κάθε Τετάρτη, Παρασκευή και Κυριακή. Αλλά και το χειμώνα κάναμε την άγονη γραμμή.»

Ο Χατζηνικολάου συνέχισε με δεύτερο καράβι! Μετά το «Ηλίας» έφερε το «Χαριτωμένη», ένα σιδερένιο βαπόρι από την Ιταλία, είχε προυπολογισμό 3.500.000, όμως τελικά το πλοίο στοίχισε 9.500.000 δραχμές.

Ο μαστρομιχάλης ήταν ο πρώτος που άνοιξε την Άγονη γραμμή από το Βόρειο στο Νότιο Αιγαίο και την κράτησε 4 χρόνια.

Στο τέλος της δεκαετίας του '70 ξεκινούσε η τηλεόραση και έσβηνε ο κινηματογράφος, και για τον Χατζηνικολάου είχε έρθει η στιγμή για μεγάλες αλλαγές.

«Ένας μαραγκός δεν μπορεί να γίνει ούτε εφοπλιστής, ούτε επιχειρηματίας παραμένει πάντα καραβομαραγκός!»

Είχα το σκεπαρνάκι μου, είχα τη τέχνη μου

Στις αρχές του 1980 ο μαστρομιχάλης επιστρέφει με πάθος και αμείωτη φόρα σε εκείνα που πρωτοαγάπησε, νοίκιασε τα βράχια πέρα από το λιμάνι της Ρόδου και εκεί έστησε το καρνάγιο του. Το πιο μεγάλο καΐκι που έχει χτίσει με τα χέρια του, από το σχέδιο μέχρι τη κατασκευή και το ρίξιμο στο νερό είναι το 22μετρο «Σοφία» με ιδιοκτήτη τον Αντώνη Θεοδοσίου, σήμερα αυτό το σκάφος βρίσκεται στη Σύμη.

Open Image Modal

Μαθήματα στη σχολή ναυπηγών

Το 1979, ανέβηκε στην Αθήνα, έκανε σχέδια υδροδυναμικής και ζήτησε ακρόαση, ήθελε να τα δείξει σε κάποιον καθηγητή. Είχε σχεδιάσει έναν πρωτότυπο μηχανισμό και ήθελε να δώσει κίνηση με τη δύναμη της ανώσεως. Πήγε λοιπόν στον πρύτανη, μπήκε στο γραφείο, ήταν Σεπτέμβρης 1979, εκείνος ήταν Πολιτικός Μηχανικός, έτσι τον έστειλε στον κοσμήτορα, τον ναυπηγό Ηλιάδη. Ήταν απόγεμα, είχε ησυχία, μόλις εκείνος έφτασε τον πλησίασε, στην αρχή ήταν λίγο διστακτικός, από τις πρώτες κουβέντες του είπε: «η επιστήμη καλπάζει, δεν την προλαβαίνεις!»

Αφού είπαν διάφορα για τις τριβές, ο καθηγητής ρώτησε όλος περιέργεια για τις γραμματικές γνώσεις του καραβομαραγκού, κι εκείνος του απάντησε πως ήταν του δημοτικού κι αν σπούδαζε τότε θα γινόταν σαν εκείνον, επιστήμονας. Μετά του είπε πως ήταν καραβομαραγκός, όμως εκείνα τα χρόνια ήταν ακόμη ιδιοκτήτης κινηματογράφων!

Ο μαστρομιχάλης Χατζηνικολάου περιγράφει εκείνες τις στιγμές: «Μόλις ο καθηγητής άκουσε ότι είμαι καραβομαραγκός πετάχτηκε από την καρέκλα: Ώχ και σε χρειαζόμαστε, λέει εκείνος, κάνουμε ένα τρεχαντήρι και έχουμε ανάγκη να βοηθήσετε!»

Πήγαμε στο γραφείο και καθίσαμε 3 ώρες, τέσσερις καθηγητές ήταν από πάνω μου και τότε τους δεν κρατήθηκα:

κ. καθηγητά θα προσπαθήσω να βοηθήσω, πριν ξεκινήσω την κατασκευή του σκάφους, το βάζω στο μυαλό μου. Εκεί το σχεδιάζω, το ταξιδεύω και μετά πιάνω το μολύβι, όχι να γράψω κι ό,τι βγει. Λέμε λοιπόν τρεχαντήρι και το μυαλό δουλεύει από πείρα, είχα πείρα, τη γραμμή να ταξιδεύει, τα τρεχαντήρια είναι πολλά, άλλο το σφουγγαράδικο, άλλο το τρατάδικο, άλλο το διχτυάρικο και τόσα άλλα, στο κάθε ένα υπάρχει μια διάταξη ναυπηγική, επαγγελματική. Δεν γράφω, δεν σχεδιάζω κι ό,τι μου βγει!

Ξεκινάμε με την πιο ουσιαστική ερώτηση:

- γιατί ποιο λόγο θέλεις το καΐκι;

δεν είναι μονάχα να το σχεδιάσεις, να το φτιάξεις, είναι να το ταξιδέψεις.

Δεν μπορώ να κάμω ένα τρεχαντήρι για σφουγγάρια δίχως να λάβω υπόψιν μου τον δύτη, πάνω στο καΐκι θα είναι ο κολαουζιέρης και ο τρεχαντηνιέρης, μα το σκάφος αυτό πρέπει να κυνηγά τον σφουγγαρά, να στρίβει εύκολα, για αυτό έχει μισή καρίνα φάρδος, έχει άλλο βάθος, άλλη μάσκα κι άλλη πρύμνη, για να δουλεύει, να συνεργάζεται με τον δύτη που είναι κάτω!

Το ψαράδικο είναι διαφορετικό, έχει κάτω δίχτυα, πρέπει η μάσκα του να μην είναι πολύ μεγάλη για να μην θαλασσώνει και να τραβά τα δίχτυα χαμηλά, ενώ η πεζότρατα πάει στη στεριά, πρέπει να μπορεί να βγει στον άμμο, έχουμε και τον παραγαδιάρη, αλλά και τον γυμνό δύτη, εκείνον που δουλεύει με τη σκανταλόπετρα, αυτή είναι η γυαλάδικη βάρκα, που μπροστά είναι στενή, για να βάζεις και να βλέπεις με το γυαλί μέσα στη θάλασσα και πίσω την κάνουμε φαρδιά, γιατί εκεί είναι η αποθήκη με τα εργαλεία. Τα συνδυάζουμε τα σχέδια, έχουμε το μονόχναρο, ο πελάτης όταν παραγγέλνει σε εμάς ένα καΐκι δεν βλέπει τίποτα, ενώ ο ναυπηγός θα δείξει το σκάφος."

Άραγε να έχουν ψυχή τα καΐκια; για τον μαστρομιχάλη Χατζηνικολάου δεν γίνεται να μην είναι ζωντανά!

«Αφού κάνω το σχέδιο, το χνάρι, το σκάρωμα, το φούρνωμα, αρχίζει σιγά-σιγά να ζωντανεύει και εγώ ερωτεύομαι όλο και περισσότερο ακόμη μια γέννηση.

Αυτά τα ξύλα τα πασπατεύω, τα δουλεύω και τότε ξεκινά να φαίνεται ένα σκάφος, έχει ζωή, έχει ψυχή και όταν τελειώσει, όταν μου το παίρνουν και φεύγει από κοντά μου εγώ είμαι μια βδομάδα άρρωστος. Έρχεσαι εσύ, ο πλοιοκτήτης και μου το παίρνεις, νιώθω σα να λαβώθηκα. Είναι σαν να παντρεύω το κοριτσάκι μου, και μου το παίρνει μακριά ένας μαντράχαλος! Όμως όταν αυτό το κοριτσάκι είναι στη θάλασσα μιλάει, του λες πάρε με εδώ, πάρε με εκεί κορούλα μου κι εκείνη κάνει ό,τι της πεις, αλλά πρέπει να έχεις το νου σου, να την οδηγήσεις σωστά, με σύνεση και μέτρο. Εγώ λοιπόν νιώθω υπεύθυνος για τις ζωές των ανθρώπων που μπαίνουν και ταξιδεύουν με τις κατασκευές μου.»

Open Image Modal

Το μεγάλο σχέδιο του μαστρομιχάλη

Ονειροπόλος, ένας θαλασσόλυκος δεμένος με τις κατασκευές του, σήμερα παρά τα 91 χρόνια του δεν το βάζει κάτω, διεκδικεί, απαιτεί και δίνει μια μεγάλη, μια απίστευτη συμβουλή:

«Να μιλάτε, να κάνετε λόγο τις επιθυμίες σας και να παλεύετε για τη ζωή σας, τίποτε δεν χαρίζεται, θέλει αγώνα, για να γίνει έστω και ένα μικρό βήμα μπροστά!»

Είκοσι χρόνια παλεύει ένα όνειρο, μια ιδέα που θα μεταφέρει στον χρόνο την τέχνη του και τα αποτελέσματα της. Αγωνίζεται για να αφήσει στις επόμενες γενιές μια τεράστια προίκα, ένα καρνάγιο μουσείο!

Ήδη από τον Δήμο Ρόδου το εργαστήριο του χαρακτηρίστηκε μουσειακός χώρος και έχουν πραγματοποιηθεί οι σχετικές μελέτες, ενώ ο μαστρομιχάλης έχει προτείνει να κατασκευάσει με τα χέρια του 12 χειροποίητα ξύλινα σκάφη. Πέραμα, Τρεχαντήρι, Μπρατσέρα, Αχταρμάς, Γυαλάδικη βάρκα, Ανεμότρατα, Πεζότρατα, Παραγαδιάρικο, Διχτιάρικο, Βαρκαλάς κ.α

Πρόκειται για σκάφη σε μέγεθος από δυο μέτρα το βαρκάκι και θα φτάνουν μέχρι τα εφτά μέτρα το μεγαλύτερο καΐκι.

Επαναλαμβάνει με πάθος, μα και αγωνία το όνειρο του:

«Το συζητάμε, μα δεν είναι μονάχα ο μαραγκός, ακολουθεί ο μπογιατζής, ο πανάς, ο τορναδόρος, ο σιδεράς. Εγώ προσφέρω τα εργαλεία, βάζω τη γνώση και τη ζωή μου, περιμένω τους σημερινούς ανθρώπους να καταλάβουν ότι δεν υπάρχει και πολύς χρόνος!

Είμαι μεγάλος πια, όσο περνούν οι μήνες το πράγμα όλο και ξεκουρδίζεται, χρειάζομαι 3 χρόνια για να φτιάξω τα 12 καΐκια, μα το λέω, το φωνάζω εδώ και 20 χρόνια!»