Η πανδημική παθογένεια της ενήλικης ανθρωπότητας λόγω της στέρησης παιδικού ενθουσιασμού.
Open Image Modal
Catherine Delahaye via Getty Images

Τα παιδιά είναι φυσικά ταλέντα και πρωταθλητές της ελεύθερης ανάπτυξης χωρίς μεθόδους και συγγράμματα. Τα βγάζουν πέρα χωρίς προκαταλήψεις, χωρίς περιοριστικές πεποιθήσεις, χωρίς εμπάθειες. Γι αυτό μπορούν να γίνουν τα πάντα. Ο κόσμος για ένα παιδί είναι μια τεράστια απορία που ξεκινάει με το σώμα του. Του αρέσει να ανακαλύπτει. Ερευνώντας το περιβάλλον με όλες του τις αισθήσεις θέλει να το προσαρτήσει στον κόσμο του κάνοντάς το προέκταση του εαυτού του και της επικράτειάς του. Την ”επιστήμη” του αυτή εμείς την λέμε παιχνίδι. Η χαρά του πειραματισμού είναι η κινητήριος δύναμη για την αξιοποίηση του χρόνου του. Ένα παιδί δεν κάνει οικονομία σε πόρους για να κατακτήσει ‘νέα εδάφη’, νέα πεδία.

Κανένα παιδί δεν προσπαθεί να διατηρήσει μια σταθερή εικόνα για τον κόσμο πριν μετά από κάθε επιστημονική έρευνα. Ο κόσμος του είναι εύπλαστος, ευρύχωρος και ανανεώνεται συνεχώς. Είναι η μαγική περίοδος. Είναι χαρακτηριστικό πως κάθε παιδί ιδιαίτερα σε μικρές ηλικίες μεταμορφώνεται μέρα με τη μέρα ανάλογα με τα ερεθίσματα που δέχεται κατά τον πειραματισμό του με το περιβάλλον – πράγμα που διαπιστώνουμε αργότερα μόνο στις ειδικές δυνάμεις, στον έρωτα, στην εντατική, σε απομόνωση ή στον πόλεμο. Το κύριο ερέθισμα επιβράβευσής του είναι το μέγεθος του κόσμου που καταλαμβάνει ο χώρος που κινείται. Η χαρά των παιδιών γύρω μας που μαθαίνουν γίνεται πηγή ενέργειας και για μας. Χαιρόμαστε όταν τα παιδιά μας χαίρονται και γελάνε, είμαστε περήφανοι όταν ορμάνε στον κόσμο σκορπώντας χαμόγελα. Ακούν, βλέπουν, πιάνουν και γεύονται τα αντικείμενα του κόσμου με τον οποίο έρχονται σε επαφή.

Open Image Modal
d3sign via Getty Images
.

Κάθε γονιός έχει παρατηρήσει το παιδί του να γυρίζει μπρούμυτα, να ανασηκώνεται, να οξύνει τις αισθήσεις του, να μπουσουλάει, να πετά αντικείμενα και τελικά να σηκώνεται και να περπατά για να αποκτήσει αυτό που θέλει. Είναι ένα κοσμογονικό γεγονός να βλέπεις το παιδί σου να μεγαλώνει. Δυναμώνοντας και ελέγχοντας το φυσικό τους σώμα, μιμούμενοι τους ”Τιτάνες” γονείς τους, που μπαινοβγαίνουν στο μικρό τους σύμπαν, ανταποκρίνονται στο μυστήριο της προσωπικής τους θεογενεσίας με άκρατη περιέργεια, απεριόριστο ενδιαφέρον και άφοβη χαρά για τον κόσμο που βιάζονται να κληρονομήσουν. Η ορμή των παιδιών για να μεγαλώσουν εκδηλώνεται και σαν περιέργεια κι ενδιαφέρον για τον κόσμο, σαν χαρά να τον χαρτογραφήσουν με τις αισθήσεις τους και να τον ”διαπλεύσουν” με το σώμα τους. Η ενέργεια που διοχετεύουν σε αυτή τη διαδικασία είναι απεριόριστη.

Μέχρι που εμφανίζεται κάτι που από οικογένεια σε οικογένεια διαφέρει, από τόπο σε τόπο, από λαό σε λαό, από καιρό σε καιρό και με τις συγκυρίες διαφέρει. Κάτι που κάνει τα παιδιά κάποια στιγμή να κάμπτουν την περιέργεια για τον κόσμο, την σπονδυλική τους στήλη και την ανάπτυξη του IQ τους. Όταν διδάσκονται να διακρίνονται για την περιγραφή του κόσμου και όχι για την χαρτογράφηση.

Όταν περιορίζονται στα δεδομένα του “τόπου τους”, στις ρουτίνες μιας εργασιακής εβδομάδας, ανά μήνα, ει δυνατόν μέχρι την σύνταξη. Αυτό συμβαίνει όταν οι επαναλήψεις παύουν να έχουν σαν αποτέλεσμα την αναβάθμιση και την διεύρυνση του κόσμου, όταν αποθαρρύνεται η απορία.

Όταν τιμωρείται το θάρρος κι η χαρά της υπέρβασης των γνώριμων ορίων, παύει η ανάπτυξη των ικανοτήτων και της προσωπικότητας του ανθρώπου, υπό την επίδραση της βαρύτητας των περιορισμών. Σταδιακά αναλαμβάνει ο ένας να περιορίζει τον άλλο κι εγκαθίσταται συλλογικά η απειλή του ευρύτερου κόσμου. Ο φόβος για κάθε ζώνη πέρα από κάποια γνωστά και άνωθεν δεδομένα όρια εγκαθιδρύει τον κατακερματισμένο κόσμο των συμμαχιών και των συρράξεων. Αναστέλλεται η θεογενεσία του ανθρώπου. Ο θεάνθρωπος είναι αιχμάλωτος.

Τα παιδιά όμως παντού, σε όποιο μέρος του κόσμου, σε όποια κατάσταση κι αν γεννηθούν, ξεκινούν με την ίδια αλάνθαστη ”εργοστασιακή” νοοτροπία μάθησης. Ψηλαφίζουν τον κόσμο μέσα στον οποίο κινούνται, επιδιώκουν να αγγίζουν και να ξεπερνούν τα όριά τους. Αγκαλιάζουν με ενθουσιασμό και διευρύνουν συνεχώς τον κόσμο τους. Ο εαυτός τους ταυτίζεται με τον κόσμο τους.

Τι συμπέρασμα να βγάλουμε αντιπαραθέτοντας αυτήν την καταφατική παιδική νοοτροπία περιέργειας κι ενδιαφέροντος που δραστηριοποιείται και αναπτύσσεται αβίαστα αγκαλιάζοντας μ’ ενθουσιασμό έναν αχαρτογράφητο αλλά θαυμάσιο κόσμο με την ενήλικη αρνητική νοοτροπία της ισχυρογνωμοσύνης που συγκρίνει, ζηλεύει, συγκρούεται και απορρίπτει ασυζητητί; Που δίνει έμφαση σε δόγματα, όρια, οχυρώνεται στο γνωστό και οικείο, διότι φοβάται το άγνωστο. Που εφηύρε το κατεστημένο και το καψόνι, για να αυτοπεριορίζεται στο παλιό και να κατακερματίζεται στο διαφορετικό. Που εξαντλείται και πεθαίνει για να διατηρεί ή να παραβαίνει σύνορα. Λόγω της απευαισθητοποίησης του ενιαίου και της έκλειψης του πηγαίου αναπτύχθηκαν μανίες και ψυχαναγκασμοί, που προδιαθέτουν στους φανατισμούς και στις αιματηρές συγκρούσεις που παρατηρούμε και καταγράφονται ανέκαθεν.

Το ψέμα και οι ανήθικες, οι σκοτεινές ρυθμίσεις ανάμεσα σε άπειρες χωριστικές ζώνες αποκλειστικού συμφέροντος δεν είναι απλά μια επιπόλαιη ή πρόσκαιρη επιλογή αλλά η αναγκαία συνθήκη της διατήρησης ενός συστημικού λάθους, ο ιός στο μεδούλι της νοοτροπίας των ενηλίκων. Κι η πανδημική παθογένεια της ενήλικης ανθρωπότητας λόγω της στέρησης παιδικού ενθουσιασμού.