ΤΟ BLOG
27/06/2015 07:59 EEST | Updated 27/06/2016 08:12 EEST

Ο φαύλος κύκλος

Από την πρώτη στιγμή η τρόϊκα, ή, οι «θεσμοί», συμπεριφέρθηκαν σαν «Πόντιοι Πιλάτοι», αφήνοντας τις κρίσιμες επιλογές στους εγχώριους πολιτικούς, οι οποίοι αντέδρασαν με τον μόνο τρόπο που μπορούσαν: αυξάνοντας συνεχώς, και σε πείσμα των κοινωνικών αποτελεσμάτων, τους φόρους. Και προστατεύοντας, σε όλη την περίοδο της κρίσης τους εντολοδόχους τους. Ήταν οι φίλοι μας αθώοι;

JOEL SAGET via Getty Images

Η χώρα βρίσκεται, για μία ακόμη φορά, στην ανάγκη να υπογράψει μία συμφωνία με τους εταίρους της που θα της επιτρέψει να αντιμετωπίσει τις χρηματοδοτικές της ανάγκες.

Τις προηγούμενες συμφωνίες τις είπαμε «μνημόνια». Για την παρούσα θα βρούμε μία άλλη λέξη, αλλά η ουσία είναι η ίδια. Η χώρα δεν έχει την δυνατότητα να σταθεί μόνη της στον κόσμο, αφού έχει αγνοήσει συστηματικά, επί δεκαετίες, να αναπτύξει τις δικές της, εγχώριες, δυνάμεις.

Το βασικό πρόβλημα της ελληνικής στρέβλωσης είναι το μεγάλο, ασύμβατο με τις δυνατότητες της οικονομίας, πελατειακά διαρθρωμένο, αναποτελεσματικό κράτος. Ένα κράτος όμηρος οργανωμένων προνομιούχων ομάδων και συμφερόντων. Ένα πρόβλημα που συμπλέκεται με μία άλλη επιλογή, αποδεκτή από το σύνολο του πολιτικού συστήματος, εκείνην της ασύμμετρης κατανομής των σπάνιων πόρων της κοινωνίας μας υπέρ των μη παραγωγικών ηλικιών, μία παραβίαση της αλληλεγγύης των γενεών. Με θύματα τους νέους της χώρας, που γίνονται όλο και πιο σπάνιοι.

Η χώρα κατέχει το παγκόσμιο ρεκόρ ποσοστού συντάξεων στο ΑΕΠ: 16%, όταν ο μέσος όρος των ανεπτυγμένων χωρών του ΟΟΣΑ είναι 10% (για να μην μιλήσουμε για τις αναπτυσσόμενες χώρες, όπου το ποσοστό είναι πολύ μικρό, έως ανύπαρκτο).

Το πολιτικό μας σύστημα στάθηκε ανίσχυρο να συζητήσει για τα προβλήματα και τις παθογένειες της χώρας, πολύ δε περισσότερο να υλοποιήσει μεταρρυθμίσεις, ακόμα και αυτές που του επιβλήθηκαν υπό πίεση, από τα μνημόνια. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλές από τις (αποκαλούμενες «σκληρές») απαιτήσεις των εταίρων μας στην υπό διαπραγμάτευση νέα συμφωνία είναι η υλοποίηση νόμων που έχουν ήδη ψηφιστεί. Αλλά που παραμένουν κενό γράμμα. Ο λόγος είναι κυρίως η πελατειακή διάρθρωση του πολιτικού μας συστήματος και οι αντιστάσεις των προνομιούχων ομάδων που εκφράζονται μέσα από αυτό.

Η πελατειακή λογική δεν είναι κάτι που επιβάλλεται «από τα πάνω», είναι μία παλαιά, ίσως αρχαία, κοινωνική συμπεριφορά, που διαπνέει όλη την κοινωνική οργάνωση του έθνους μας, ακόμα και πριν γίνει «κράτος». Δεν είναι εύκολο να αντιστραφεί με έναν «ευγενή βολονταρισμό», όπως θα θέλαμε να πιστεύουμε ότι είναι εύκολο.

Σαν καταλύτης εξελίξεων στην κοινωνική δομή και συμπεριφορά έχουν παρουσιαστεί, κατά καιρούς στην ελληνική ιστορία, αλλά και πρόσφατα, με την κρίση, οι «ξένοι». Ωστόσο η εμπειρία των μνημονίων, αλλά και οι διαφαινόμενες προτάσεις της νέας συμφωνίας, δείχνουν ότι και αυτοί είναι φορείς νοοτροπιών και ιδεοληψιών, πιθανόν και συμφερόντων, που εντείνουν τα προβλήματα, τα οποία υποτίθεται η καλή τους διάθεση βοήθειας και ευρωπαϊκής αλληλεγγύης θέλει να θεραπεύσει.

Από την πρώτη στιγμή ήταν φανερό ότι οποιαδήποτε αντιμετώπιση της ελληνικής κρίσης έπρεπε να έχει στόχο την κινητοποίηση δυνάμεων για μία μεσοπρόθεσμη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Ανάπτυξη που, όλοι συμφωνούσαν, δεν μπορεί να έχει όχημα παρά την ιδιωτική οικονομία. Ανάπτυξη στηριγμένη σε ένα άλλο παραγωγικό μοντέλο, που δεν θα μπορούσε να υλοποιηθεί παρά μόνο αν η Ελλάδα μπορούσε να προσελκύσει νέες επενδύσεις που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας, αλλά και θα μπορούσαν να δημιουργήσουν κοινωνικό πλούτο ώστε να εξυπηρετηθεί, βιώσιμα, το τεράστιο χρέος που επισωρεύσαμε, άφρονες, τα προηγούμενα χρόνια.

Η μόνη συνταγή θα ήταν ένα πρόγραμμα που θα κρατούσε τους φόρους σε ένα επίπεδο επαρκές ώστε να μην αντιστρατεύεται αυτούς τους στόχους, θα μείωνε δραστικά τις κρατικές δαπάνες, θα άφηνε κατά το δυνατόν αλώβητες τις εγχώριες παραγωγικές δυνάμεις. Η μείωση των κρατικών δαπανών έχει νόημα μόνο αν χρησιμοποιηθεί σαν εργαλείο για να μειωθούν οι φόροι και να δοθεί μία μεσοπρόθεσμη προοπτική ανάπτυξης της ιδιωτικής οικονομίας που θα ισοφαρίσει, μετά από μία σύντομη περίοδο, την ύφεση που θα προκαλούσαν οι περικοπές δαπανών.

Μείωση δαπανών και αύξηση φόρων, όπως είναι το μίγμα της υπό διαπραγμάτευση συμφωνίας, δεν πρόκειται να δουλέψει ποτέ αναπτυξιακά, στον αιώνα τον άπαντα.

Αφού δεν περιμέναμε από το πολιτικό μας σύστημα να σκεφθεί με τον τρόπο αυτόν, θα μπορούσαμε να περιμένουμε από τους φίλους και εταίρους μας να σκεφθούν έτσι.

Φευ.

Από την πρώτη στιγμή η τρόϊκα, ή, οι «θεσμοί», συμπεριφέρθηκαν σαν «Πόντιοι Πιλάτοι», αφήνοντας τις κρίσιμες επιλογές στους εγχώριους πολιτικούς, οι οποίοι αντέδρασαν με τον μόνο τρόπο που μπορούσαν: αυξάνοντας συνεχώς, και σε πείσμα των κοινωνικών αποτελεσμάτων, τους φόρους. Και προστατεύοντας, σε όλη την περίοδο της κρίσης τους εντολοδόχους τους. Ήταν οι φίλοι μας αθώοι; Ήθελαν απλά να αποποιηθούν την πολιτική ευθύνη, οχυρωμένοι πίσω από το επιχείρημα ότι σε δημοκρατικές κοινωνίες είναι σημαντικό να αφήνουμε τις κρίσιμες αποφάσεις στους εκλεγμένους εκπροσώπους της κοινής γνώμης;

Ή, μήπως, τους βόλευε μια χαρά η διαρκής φοροεπιδρομή; Καθώς έχουν τόσες φορές εκφραστεί, δημόσια, αρκετοί από αυτούς, με πάθος, για τους «Έλληνες που δεν πληρώνουν τους φόρους τους», για τους «πλούσιους που πρέπει να πληρώσουν», όμηροι ενός μύθου της «ισχυρής, πλούσιας, φοροδιαφεύγουσας Ελλάδας». Μήπως συμμετείχαν με χαρά στην καταιγίδα των φόρων για να υπηρετήσουν τις ιδεοληψίες τους;

Πως μπορούμε άραγε να δικαιολογήσουμε την νέα «φαεινή» ιδέα να φορολογηθεί ο τουρισμός, αυξάνοντας το ΦΠΑ από το 6,5% στο 13%, η ακόμα και στο 23% κατά τις αρχικές προτάσεις τους; Είναι και αυτό καθαρά ελληνική ιδέα; Για όσους γνωρίζουν την δομή της τουριστικής αγοράς, την ανταγωνιστική μας θέση, τις προοπτικές, αλλά και την επιτυχία των τουριστικών μας επιχειρήσεων μέσα στην κρίση της υπόλοιπης οικονομίας μας, η αύξηση αυτή της φορολογίας ισοδυναμεί με πυροβολισμό στα πόδια της χώρας, την στιγμή που υποτίθεται την καλούμε να τρέξει.

Δεν υιοθετώ τις θεωρίες συνομωσίας. Αλλά αυτό δεν είναι η βοήθεια που η χώρα περιμένει από τους φίλους της.

Έχουμε χάσει, εδώ και καιρό, την εμπιστοσύνη στις δικές μας πολιτικές δυνάμεις να συζητήσουν και να υιοθετήσουν τις αλλαγές που χρειαζόμαστε για να σηκώσουμε τους εαυτούς μας πάλι στα πόδια μας. Είμαστε στην πορεία να χάσουμε και την εμπιστοσύνη ότι και οι φίλοι και εταίροι μας θέλουν το καλό μας.

Αλίμονο, δεν θα μας σώσουν οι ξένοι.

Επιστρέφουμε στο βασικό ζητούμενο: Να δημιουργήσουμε δικές μας δυνάμεις. Δικές μας, νέες, παραγωγικές δυνάμεις, Δικές μας, νέες, πολιτικές δυνάμεις.