* Βαγγέλης Βιτζηλαίος, συντονιστής Κύκλου Διεθνών & Ευρωπαϊκών Αναλύσεων ΕΝΑ, υποψήφιος διδάκτωρ Πανεπιστημίου Πειραιώς – Η ανάλυση περιλαμβάνεται στο νέο Δελτίο Διεθνών & Ευρωπαϊκών Εξελίξεων του Ινστιτούτου ΕΝΑ
Μπορεί η απρόβλεπτη και επιθετική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ στο πλαίσιο του δόγματος Πρώτα η Αμερική να σημάνει το τέλος των Ηνωμένων Πολιτειών ως ασφαλούς επενδυτικού προορισμού και του δολαρίου ως πυλώνα αμερικανικής κυριαρχίας στην παγκόσμια οικονομία;
Η πρόσφατη προτροπή της Κίνας για περιορισμό των αγορών αμερικανικών κρατικών ομολόγων Τreasuries) από τις τράπεζές της επανέφερε τη συζήτηση που διεξάγεται εδώ και μήνες -από τον Απρίλιο του 2025 και την «Ημέρα Απελευθέρωσης» που σηματοδότησε η επιβολή δασμών σε δεκάδες χώρες από τον Λευκό Οίκο- για την τάση «Sell America» (Πουλήστε Αμερική), η οποία αναφέρεται στην πρόθεση περιορισμού της κτήσης αμερικανικών περιουσιακών στοιχείων από ξένους επενδυτές εξαιτίας της ριψοκίνδυνης για την αμερικανική οικονομία πολιτικής του Αμερικανού προέδρου.
Η κινεζική «δήλωση» και ο πιθανός μοχλός πίεσης της Ευρώπης
Η Κίνα, η οποία συνεχίζει να μειώνει την έκθεσή της στα αμερικανικά ομόλογα, σε μία ευθεία δήλωση απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες, ως προϊόν γεωπολιτικών και γεωοικονομικών συσχετισμών στο πλαίσιο του ανταγωνισμού των δύο πλευρών, αποτελεί τον τρίτο μεγαλύτερο αγοραστή των περιουσιακών αυτών στοιχείων, τα οποία διαμορφώθηκαν στα 683,5 δισ. δολάρια στα τέλη του Δεκεμβρίου 2025, πολύ πιο χαμηλά από τα 759 δισ. έναν χρόνο νωρίτερα, σύμφωνα με ομοσπονδιακά στοιχεία. Στον περιορισμό ακολούθησαν Βραζιλία, Ινδία και Μεξικό. Σημειώνεται ότι η Ιαπωνία είναι ο μεγαλύτερος αγοραστής με σχεδόν 1,2 τρισ. δολάρια και το Ηνωμένο Βασίλειο δεύτερο με 866 δισ. αμερικανικών ομολόγων, χώρες οι οποίες αύξησαν τις σχετικές αγορές σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2025, ωστόσο οι κινήσεις της Κίνας δεν αποκλείεται να ωθήσουν και άλλες χώρες -και μάλιστα παραδοσιακές συμμάχους της Ουάσιγκτον- να προχωρήσουν σε παρόμοιες κινήσεις.
H Eυρώπη διαθέτει αθροιστικά πολύ μεγαλύτερο όγκο αμερικανικών κρατικών ομολόγων σε σχέση με την Κίνα. Στην πρώτη εικοσάδα χωρών-κατόχων αμερικανικού χρέους (σύμφωνα πάντα με τα στοιχεία του Δεκεμβρίου 2025), πέρα από το δεύτερο κατά σειρά Ηνωμένο Βασίλειο, το Βέλγιο είναι τέταρτο (477,3 δισ.), το Λουξεμβούργο έβδομο (435,1 δισ.), η Γαλλία όγδοη (368,9 δισ.), η Ιρλανδία ένατη (340,7 δισ.), με Νορβηγία (208,1 δισ.) και Γερμανία (103,1 δισ.) να ακολουθούν πιο χαμηλά. Το συνολικό ποσό ανέρχεται περίπου στα 2,8 τρισ., πάνω από το 30% της κατοχής αμερικανικών ομολόγων από άλλες χώρες.
Συνεπώς η Ευρώπη, σε μία συγκυρία κρίσης -όπως στην περίπτωση της Γροιλανδίας για παράδειγμα- έχει τη δυνατότητα να πιέσει τον Ντόναλντ Τραμπ υπό την απειλή περιορισμού αγοράς των ομολόγων των ΗΠΑ με ό,τι αυτό συνεπάγεται για εκροές κεφαλαίων και για την «αξιοπιστία» της αμερικανικής οικονομίας.
Ωστόσο το συγκεκριμένο σενάριο αντιμετωπίζει δύο πολύ μεγάλες δυσκολίες: Αφενός την προϋπόθεση ύπαρξης μιας ενιαίας ευρωπαϊκής στάσης αφετέρου την ανάληψη του ρίσκου για επιπτώσεις στις ευρωπαϊκές οικονομίες, όπως για παράδειγμα σε ευρωπαϊκά ασφαλιστικά ταμεία, συν το γεγονός των πρακτικών τεχνικών δυσκολιών εφαρμογής μιας τέτοιας απόφασης.
Τι συμβαίνει με το δολάριο;
Την ίδια ώρα, πολύ λόγος γίνεται για την πτωτική πορεία του δολαρίου και για το εάν όντως βιώνουμε το τέλος της κυριαρχίας του από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και τη Διάσκεψη του Μπρέτον Γουντς μέχρι και σήμερα. Το 2025 καταγράφηκε μία σημαντική υποτίμηση του αμερικανικού νομίσματος κυρίως έναντι του ευρώ (κατά 10% περίπου και κατά 12% από την έναρξη της δεύτερης προεδρικής θητείας Τραμπ). Αιτίες για την βουτιά του δολαρίου είναι, μεταξύ άλλων, η απρόβλεπτη εξωτερική πολιτική του Αμερικανού προέδρου, όπως η επιθετικότητα στις περιπτώσεις της Γροιλανδίας και της Βενεζουέλας, η επιβολή δασμών, η άνοδος του δημόσιου χρέους της χώρας (στα 38 τρισ. δολάρια με πάνω από 100% ποσοστό του σε σχέση με το ΑΕΠ) οι διαρκείς επιθέσεις του Λευκού Οίκου στην ηγεσία της Fed για τη μη μείωση των επιτοκίων της καθώς και θεσμικά ζητήματα όπως τα εμπόδια που υψώνει η αμερικανική κυβέρνηση στη δημοκρατία, στο κράτος δικαίου και στο σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στην ελευθερία του τύπου στη χώρα.
Ο Ντόναλντ Τραμπ το τελευταίο διάστημα σχεδόν… επικροτεί την πτώση του αμερικανικού νομίσματος, εκτιμώντας ότι θα συμβάλει στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της αμερικανικής οικονομίας, μέσω φθηνότερων εξαγωγών. Πρόσφατα, ο υπουργός Εμπορίου των Ηνωμένων Πολιτειών Χάουαρντ Λούτνικ δήλωσε ότι η τρέχουσα αξία του δολαρίου είναι κοντά στο επίπεδο στο οποίο θα έπρεπε να βρίσκεται φυσιολογικά, αν και υπάρχουν αντιφάσεις από την αμερικανική κυβέρνηση, με τον υπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ να κάνει λόγο, λίγο νωρίτερα, περί πολιτικής «ισχυρού δολαρίου». Ασφαλώς, η άλλη πλευρά ενός αδύναμου δολαρίου είναι πολύ πιθανό να οδηγήσει σε άνοδο του πληθωρισμού στις ΗΠΑ και σε μείωση της καταναλωτικής δαπάνης. Το τελευταίο ενδεχόμενο θα ήταν καταστροφικό για τον Τραμπ λίγους μήνες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
Η κυριαρχία του δολαρίου παραμένει ισχυρή στα αποθέματα, το εμπόριο και τις συναλλαγές. Παραμένει το κυρίαρχο αποθεματικό νόμισμα κατά 56%, ενώ το ευρώ ακολουθεί σε μεγάλη απόσταση κατά 21%, με το κινεζικό γουάν (ρεμινμπί) να αντιστοιχεί σε μόλις 2%. Η προοπτική, οι ανταγωνιστές του αμερικανικού νομίσματος να αμφισβητήσουν την κυριαρχία του βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα δεν συγκεντρώνει και πολλές πιθανότητες. Η πτώση του δολαρίου θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ουσιαστικά ελεγχόμενη από την Ουάσιγκτον.
Όλα τα παραπάνω αποτυπώνουν και μία πραγματικότητα σε μία περίοδο έντονης ρευστότητας στην παγκόσμια οικονομική διακυβέρνηση και τις διεθνείς οικονομικές σχέσεις: Την ισχυρή διασύνδεση των οικονομιών του πλανήτη, ως αποτέλεσμα της υπερπαγκοσμιοποίησης των προηγούμενων δεκαετιών, που παρέχει, ουσιαστικά, ισχυρές δικλείδες ασφαλείας απέναντι σε τάσεις και φαινόμενα κατακερματισμού. Αυτό καταγράφεται και στο πεδίο του εμπορίου, το οποίο παρά την κλιμάκωση της επιβολής δασμών τα τελευταία χρόνια, εμφανίζει μία ισχυρή ανθεκτικότητα με εμφανή προσαρμοστικότητα και αναζήτηση εναλλακτικών όπως νέες εμπορικές συμφωνίες (βλ. ΕΕ – Ινδία για παράδειγμα) και αύξηση μέτρων για διευκόλυνση του εμπορίου.
Συνεπώς, τουλάχιστον προς το παρόν, παρά τις σημαντικές αλλαγές που έχει φέρει στην παγκόσμια οικονομία η δεύτερη θητεία Τραμπ, δομικές αλλαγές σε σχέση με τη θέση των Ηνωμένων Πολιτειών και την κυριαρχία του δολαρίου δεν αποτελούν το πιθανότερο ενδεχόμενο.