Εισαγωγή και βιογραφικό πλαίσιο
Ο Βίκτωρ Δούσμανης καταγόταν από παλαιά ιστορική και αριστοκρατική οικογένεια της Κέρκυρας και υπήρξε κορυφαία στρατιωτική προσωπικότητα των αντιβενιζελικών με πρωταγωνιστικό ρόλο κατά τον Εθνικό Διχασμό. Μεταξύ άλλων, διετέλεσε διευθυντής του Γραφείου Επιχειρήσεων στο Γενικό Στρατηγείο κατά τη διάρκεια του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου, ενώ στον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο αντικατέστησε τον υποστράτηγο Δαγκλή, αναλαμβάνοντας τη θέση του αρχηγού του Επιτελείου του Γενικού Στρατηγείου. Ως επικεφαλής της επιτελικής υπηρεσίας του στρατού και στενός στρατιωτικός σύμβουλος του Κωνσταντίνου υποστήριξε κατά την περίοδο 1914–1916 την πολιτική της ένοπλης ουδετερότητας, έχοντας πρωταγωνιστικό ρόλο στα δραματικά γεγονότα της περιόδου.
Μετά την επικράτηση του Βενιζέλου και την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο το 1917, θεωρήθηκε συνυπεύθυνος για την πολιτική και στρατιωτική διαχείριση της εισόδου των γερμανοβουλγαρικών δυνάμεων στην Ανατολική Μακεδονία, από την υπόθεση του Ρούπελ έως την κατάρρευση της ελληνικής στρατιωτικής παρουσίας στην περιοχή. Συνεπακόλουθα, εξορίστηκε στο Αιάκειο της Κορσικής, ενώ το 1919 παραπέμφθηκε σε δίκη στην Αθήνα όπου καταδικάστηκε σε ισόβια. Απελευθερώθηκε μετά την εκλογική επικράτηση των αντιβενιζελικών στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 και επανήλθε στο στράτευμα, αναλαμβάνοντας επικεφαλής του ανασυσταθέντος Γενικού Επιτελείου τον Απρίλιο του 1921, χωρίς όμως να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στον σχεδιασμό των στρατιωτικών επιχειρήσεων Ιουνίου–Αυγούστου 1921.
Ο Βίκτωρ Δούσμανης ως ιστοριοδίφης, συγγραφέας και μελετητής
Το συνολικό και πολυσχιδές συγγραφικό έργο του Βίκτωρος Δούσμανη παραμένει σχετικά άγνωστο, παρότι τα έργα του για τη Μικρασιατική Εκστρατεία και τους Βαλκανικούς Πολέμους χρησιμοποιούνται συχνά ως ιστορικές πηγές. O Δούσμανης ήταν κάτοχος ευρείας εγκυκλοπαιδικής μόρφωσης, είχε γνώσεις σε πολλά γνωστικά πεδία και ενδιαφέροντα, ενώ από τα απομνημονεύματά του τεκμαίρεται ότι γνώριζε επαρκώς τέσσερις ξένες γλώσσες (Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ιταλικά) αλλά και Λατινικά. Ήταν μανιώδης αναγνώστης κατά τον ελεύθερο χρόνο του, φιλίστωρ και βαθύς γνώστης της αρχαίας αλλά και της βυζαντινής ελληνικής ιστορίας, ενώ ενημερωνόταν και για τη διεθνή βιβλιογραφία για τα ζητήματα που τον ενδιέφεραν. Στις αποσκευές του, οπουδήποτε ταξίδευε, υπήρχαν εκατοντάδες βιβλία και μελέτες, ενώ κατά την εξορία του στην Κορσική ήταν συνεχώς απομονωμένος από τους υπόλοιπους εξόριστους, αφιερώνοντας σχεδόν το σύνολο του χρόνου του στη μελέτη και τη συγγραφή.
Τα «Στρατιωτικά»
Ήδη το 1883, ως λοχίας στη Σχολή Ευελπίδων μετέφρασε από τα Ιταλικά το εγχειρίδιο του Ιταλού στρατιώτη ώστε αυτό να χρησιμεύσει ως οδηγός και για τον Έλληνα στρατιώτη (Το βιβλιάριον του Ιταλού στρατιώτου (Μεταφρασθέν εκ του ιταλικού κατά διαταγήν του διοικητού του Σχολείου), Βίκτωρος Δούσμανη … Πειραιεύς 1883). Στη συνέχεια, συνέγραψε πολλά στρατιωτικά εγχειρίδια που χρησιμοποιήθηκαν ευρέως στον ελληνικό στρατό μέχρι το 1915, όπως τα «Εκπαίδευσις Στρατού εν εκστρατεία», «Γεωδαισία», «Εγχειρίδιον κανονισμού εκστρατείας και εσωτερικής υπηρεσίας προς χρήσιν του στρατιώτου», «Συμπλήρωμα κανονισμού εκστρατείας», αλλά και δεκάδες άρθρα με στρατιωτικό και ιστορικό περιεχόμενο.
Το 1889 ίδρυσε τον Στρατιωτικό Κόσμο, ένα από τα πρώτα ιδιωτικά επαγγελματικά στρατιωτικά περιοδικά που απευθύνονταν συστηματικά στο σώμα των αξιωματικών και πραγματεύονταν ζητήματα οργάνωσης, εκπαίδευσης και στρατιωτικής επιστήμης. Το περιοδικό εκδόθηκε επί μια διετία με ύλη, μεγάλο μέρος της οποίας συνέγραφε ο ίδιος ο Δούσμανης και σταμάτησε την κυκλοφορία του λόγω έλλειψης χρημάτων. Επίσης, συμμετείχε σε άλλα εκδοτικά εγχειρήματα του στρατού, όπως στη «Στρατιωτική Βιβλιοθήκη», αριθμημένη σειρά στρατιωτικών μονογραφιών και εκπαιδευτικών έργων, στην οποία δημοσιεύθηκαν πρωτότυπες και μεταφρασμένες στρατιωτικές μελέτες.
Τα «Θεσσαλικά»
Ο Δούσμανης είχε βρεθεί για υπηρεσιακούς λόγους στη Θεσσαλία το 1896, υπηρετώντας σε τεχνική θέση του Μηχανικού και στο περιθώριο των καθηκόντων του ασχολήθηκε με τη στρατιωτική ιστορία της ευρύτερης περιοχής από την αρχαιότητα έως την εποχή του. Καρπός των ενδιαφερόντων αυτών υπήρξε μια μονογραφία για τη στρατιωτική γεωγραφία της Θεσσαλίας, η οποία δημοσιεύθηκε αρχικά στα Θεσσαλικά Χρονικά και κυκλοφόρησε σε αυτοτελές ανάτυπο το 1936 (Βίκτωρ Δούσμανης, Στρατιωτική γεωγραφία της Θεσσαλίας, ανάτυπο από τα Θεσσαλικά Χρονικά, τόμ. Δ΄–Ε΄, Αθήνα 1936).
Μετά τον ατυχή πόλεμο του 1897, όταν και ανέλαβε την οχύρωση της μεθορίου με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο Δούσμανης συνέχισε τις σχετικές έρευνες, τις οποίες εξέδωσε πολύ αργότερα σε δύο βιβλία, το 1925 και το 1926. Στον πρώτο τόμο αναφέρεται στην αρχαία, τη ρωμαϊκή και τη βυζαντινή περίοδο της Θεσσαλίας, ενώ επικεντρώνεται στη στρατιωτική και πολιτική ιστορία της περιοχής, χωρίς αναφορές στον πολιτισμό και τους ανθρώπους της. Στον δεύτερο τόμο ο Δούσμανης αναφέρεται κυρίως στον πόλεμο του 1897 που ήταν πρόσφατος την εποχή της συγγραφής και αποτελούσε πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης (Βίκτωρ Δούσμανης, Ιστορία της Θεσσαλίας από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς, βιβλ. Α΄, Αθήναι 1925· βιβλ. Β΄, Ο εν Θεσσαλία Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897, Αθήναι 1926).
Αρκετά ενδιαφέρουσα είναι η μονογραφία του Δούσμανη για τον προσδιορισμό της ακριβούς θέσης της μάχης των Φαρσάλων μεταξύ Πομπήιου και Ιούλιου Καίσαρα το 48 π.Χ., η οποία δημοσιεύτηκε το 1900. Σε αυτή, ο Δούσμανης προσφέρει παρατηρήσεις για την ευρύτερη περιοχή των Φαρσάλων ως πιθανού πεδίου μάχης, τις οποίες διασταυρώνει με τις σχετικές πληροφορίες που παρείχαν οι Ρωμαίοι ιστορικοί (Αππιανός, Δίων Κάσσιος), ο ίδιος ο Καίσαρας αλλά και μεταγενέστεροι ιστορικοί. Μέσα από ένα συγκροτημένο σκεπτικό που στοιχειοθετεί με πλήθος ιστοριοδιφικών στοιχείων, ο Δούσμανης καταλήγει ότι η μάχη δόθηκε κοντά στο χωριό Παλαιόκαστρο Καρδίτσας, ζήτημα πάντως που παραμένει διαφιλονικούμενο μέχρι τις μέρες μας (Βίκτωρ Δούσμανης, Παρατηρήσεις επί του προσδιορισμού του πεδίου μάχης μεταξύ Πομπηίου και Καίσαρος εν Θεσσαλία, Αθήνα 1900).
Τα «Απολογητικά»
- «Ατυχής» πόλεμος 1897.
Μετά τη στρατιωτική συντριβή στον ατυχή πόλεμο του 1897, ο Κωνσταντίνος ανέθεσε στον Δούσμανη τη σύνταξη μιας έκθεσης, ώστε να πληροφορηθεί η κοινή γνώμη τα αίτια της ήττας. Ο Δούσμανης συνεργάστηκε με πολλούς αξιωματικούς (μεταξύ αυτών και με τον Μεταξά) ζητώντας και συγκεντρώνοντας τα απαραίτητα στοιχεία για την πορεία των επιχειρήσεων. Ακολούθως συνδύασε τα στοιχεία αυτά και συνέταξε μια συστηματική απολογία του Διαδόχου, με σαφή πρόθεση να τον αθωώσει και να τον δικαιώσει στα μάτια της κοινής γνώμης. Πρόκειται για κείμενο στο οποίο ως συγγραφέας εμφανίστηκε ο Διάδοχος Κωνσταντίνος, αλλά ο ουσιαστικός του συντάκτης ήταν ο Δούσμανης με τη βοήθεια άλλων αξιωματικών.
Η έκθεση αυτή, συντεταγμένη σε ξηρό στρατιωτικό ύφος, παρουσιάστηκε από τον Τύπο της εποχής σε περίληψη, ενώ τυπώθηκε από το υπουργείο Στρατιωτικών σε 8.000 αντίτυπα και διανεμήθηκε χωρίς αντίτιμο σε στρατιωτικούς και αξιωματούχους του κράτους. Η έκθεση προκάλεσε εντύπωση στην κοινή γνώμη και απέκτησε μεγάλη προπαγανδιστική αξία, καθώς απέδωσε τεκμηριωμένα τη στρατιωτική ήττα του 1897 στο απαράσκευο του ελληνικού στρατού (Υπουργείο Στρατιωτικών, Έκθεσις της Α.Β.Υ. του Διαδόχου επί των πεπραγμένων του στρατού της Θεσσαλίας κατά την εκστρατείαν του 1897, Εθνικό Τυπογραφείο, Αθήνα 1898).
- Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος.
Στο χρονικό του για τον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο, ο Δούσμανης παρουσίασε ως δική του κρίσιμη επιτελική επιλογή την απόφαση να μην αναμένει αμυντικά τις κινήσεις του θεωρητικά ισχυρότερου βουλγαρικού στρατού, αλλά να εξαπολύσει επίθεση στην περιοχή Κιλκίς–Λαχανά, επιδιώκοντας παράλληλα τη σύνδεση του ελληνικού μετώπου με το σερβικό. Οι δύο αυτές μάχες, οι πλέον πολύνεκρες του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου για τον ελληνικό στρατό, με περισσότερους από 8.800 νεκρούς και τραυματίες, έγειραν την πλάστιγγα του πολέμου προς την ελληνική πλευρά. Εκ των υστέρων ασκήθηκε κριτική στον Κωνσταντίνο και στο Γενικό Επιτελείο, κυρίως από τον Θεόδωρο Πάγκαλο, ότι στα σχέδιά τους δεν συμπεριέλαβαν κυκλωτικούς ελιγμούς αλλά διέτασσαν συνεχώς πολύνεκρες κατά μέτωπο επιθέσεις.
Ο Δούσμανης στο χρονικό του για τον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο υποστήριξε ότι αυτή ήταν η ενδεδειγμένη στρατηγική και, κυρίως, ότι ήταν η τακτική που μπορούσε να υλοποιήσει με επιτυχία ο ελληνικός στρατός και οι Έλληνες αξιωματικοί επί του πεδίου. Επίσης επέρριψε βαριές ευθύνες στους Σέρβους για την αδράνεια που επέδειξαν, καθώς σε αντίθετη περίπτωση η Βουλγαρία θα γνώριζε την οριστική συντριβή της και έτσι θα ρυθμιζόταν οριστικά το εδαφικό καθεστώς των Βαλκανίων (Βίκτωρ Δούσμανης, Ο συμμαχικός πόλεμος κατά των Βουλγάρων: ιστορούμενος επί τη βάσει των ανακοινωθέντων των δύο συμμαχικών γενικών στρατηγείων, των διαταγών του αρχιστράτηγου και των ημερησίων αναφορών των μεραρχών, Μακρής, Αθήνα 1928).
- Απολογία στη Δίκη του Επιτελείου
Στις 24 Οκτωβρίου 1919 ξεκίνησε η πολύκροτη δίκη του Γενικού Επιτελείου με κατηγορούμενους τους Δούσμανη και Μεταξά (ερήμην) ως βασικούς αυτουργούς και τους Ξενοφώντα Στρατηγό και Αθανάσιο Εξαδάκτυλο ως συνεργούς. Οι Δούσμανης και Μεταξάς κατηγορούνταν για εσχάτη προδοσία λόγω της παράδοσης του οχυρού Ρούπελ, για συνεννόηση με Βούλγαρους και Γερμανούς αξιωματικούς με σκοπό την παράδοση εδαφών της ελληνικής επικράτειας στην Ανατολική Μακεδονία, για παράδοση στρατιωτικών σχεδίων, όπλων και πολεμοφοδίων στον εχθρό, καθώς και για επιδίωξη κατάλυσης του συνταγματικού πολιτεύματος και εγκαθίδρυσης καθεστώτος βασιλικής απολυταρχίας.
Ο Δούσμανης σε όλο το διάστημα της ακροαματικής διαδικασίας προετοίμασε πολύ προσεκτικά την απολογία του, η οποία απαντούσε στο κατηγορητήριο σημείο προς σημείο. Η απολογία του ξεκίνησε στις 14 Ιανουαρίου 1920 και επεκτάθηκε σε πέντε συνεδριάσεις, και ο βασικός ισχυρισμός της ήταν ότι το Επιτελείο δεν χάρασσε πολιτική, αλλά εφάρμοζε την πολιτική της κυβέρνησης. Υπό αυτή τη λογική ο Δούσμανης υποστήριξε ότι η απόφαση παράδοσης του Ρούπελ ανήκε στην κυβέρνηση και το Γενικό Επιτελείο απλώς την υλοποίησε ως εκτελεστικό όργανό της. (Βίκτωρ Δούσμανης, Απολογία κατά την δίκη του Γενικού Επιτελείου (Οκτώβριος 1919–Φεβρουάριος 1920), Αθήνα 1920).
Τα «Μικρασιατικά»
Πολύ σημαντικό ιστορικό τεκμήριο είναι η μονογραφία του Δούσμανη για τη Μικρασιατική Εκστρατεία, καθώς σε αυτή περιγράφει λεπτομερώς τις εσωτερικές έριδες στο αντιβενιζελικό στρατόπεδο, την εμπλοκή του Βασιλιά στην κορύφωση της εκστρατείας στις επιχειρήσεις του Ιουνίου–Αυγούστου 1921, καθώς και τα σχέδια που υπέβαλε για μια εναλλακτική προσέγγιση της εκστρατείας, τόσο πριν από τον Σαγγάριο όσο και λίγο πριν από την πτώση του μετώπου και τη Μικρασιατική Καταστροφή. Το βιβλίο είναι συνεκτικά γραμμένο, αρκετά αξιόπιστο, τεκμηριωμένο με επίσημα έγγραφα όσον αφορά τις απόψεις και την πολιτεία του Δούσμανη. Η αφήγηση διανθίζεται με πλήθος σημαντικών πληροφοριών εκ των έσω, αλλά κυρίως με όλο το παρασκήνιο για την τελική κυβερνητική επιλογή του Χατζανέστη στην αρχιστρατηγία αντί του Δούσμανη, μια μοιραία επιλογή που εν πολλοίς αποδίδεται στον Νικόλαο Στράτο και στον Ξενοφώντα Στρατηγό.
Είναι σαφής η αποστροφή του Δούσμανη για τον Παπούλα, τον Πάλη και τον Σαρηγιάννη, οι οποίοι είχαν τη γενική διεύθυνση και τους οποίους θεωρούσε σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνους για τον κακό σχεδιασμό και την τελική αποτυχία των θερινών επιχειρήσεων του 1921. Το χρονικό του Δούσμανη τονίζει ότι με αναλυτικά υπομνήματά του είχε εκφράσει τις επιφυλάξεις του για τον σχεδιασμό, προτείνοντας τροποποιήσεις και μια διαφορετική προσέγγιση, που όμως δεν ελήφθησαν υπόψη στις τελικές αποφάσεις. Επίσης, διατυπώνει πολλές κατηγορίες για την ανεπαρκή κυβερνητική πολιτική στο Μικρασιατικό, αλλά και για την κυβερνητική απόφαση να περιορίσει το παλαιό Γενικό Επιτελείο του Βασιλιά Κωνσταντίνου σε διακοσμητικό ρόλο. (Βίκτωρ Δούσμανης, Η εσωτερική όψις της Μικρασιατικής εμπλοκής, Αθήνα 1928).
Τα «Εγκυκλοπαιδικά»
Ο Δούσμανης είχε φήμη για τη μεγάλη του εγκυκλοπαιδική μόρφωση σε πολλά επιστημονικά πεδία. Τον Ιούλιο του 1926 ο Δούσμανης ανέλαβε ως διευθυντής συντάξεως της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας του Παύλου Δρανδάκη. Η Εγκυκλοπαίδεια είχε ως πρότυπο τη φημισμένη αγγλική εγκυκλοπαίδεια Μπριτάνικα και θεωρείται η κορυφαία που εκδόθηκε την εποχή του Μεσοπολέμου.
Ο πρώτος τόμος της Εγκυκλοπαίδειας κυκλοφόρησε το 1926, αλλά πολύ σύντομα υπήρξε στενότητα στους διαθέσιμους οικονομικούς πόρους και ο Δρανδάκης επεδίωξε να βρει χρηματοδότη διατηρώντας μέρος των πνευματικών δικαιωμάτων του έργου. Έτσι, τον Μάρτιο του 1928 ο Δούσμανης συμμετείχε στην ίδρυση της εκδοτικής εταιρείας Πυρσός υπό τον επιχειρηματία Παυσανία Μακρή με το αξίωμα του αντιπροέδρου, η οποία ανέλαβε να συνεχίσει και να ολοκληρώσει το εκδοτικό εγχείρημα μιας νέας μεγάλης εγκυκλοπαίδειας (Καθημερινή, 27.3.1928).
Στο εγκυκλοπαιδικό πλαίσιο, ο Δούσμανης συνέγραψε και αυτοτελείς μελέτες γενικότερου ενδιαφέροντος, όπως ένα σύντομο χρονικό της Ένωσης της Επτανήσου στην Ελλάδα που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νέα Εποχή σε τρεις συνέχειες (Βίκτωρ Δούσμανης, Συμβολή εις την Ιστορίαν της Ενώσεως της Επτανήσου, Αθήνα 1924).
Τα Απομνημονεύματα
Τα απομνημονεύματα του Δούσμανη είναι περιορισμένης χρησιμότητας ως ενιαία ιστορική αφήγηση, παραμένουν όμως πολύτιμα ως εσωτερική μαρτυρία για τον αντιβενιζελικό κόσμο. Ο Δούσμανης φαίνεται ότι υπαγόρευσε αρχικά τις αναμνήσεις του σε διαφορετικές χρονικές περιόδους και τις επεξεργάστηκε κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Το αποτέλεσμα, που εκδόθηκε το 1946, δεν αποτελεί μια ενιαία και επαρκώς τεκμηριωμένη ιστορική αφήγηση, αλλά ένα συχνά ασύνδετο σύνολο προσωπικών αναμνήσεων με σαφή απολογητικό προσανατολισμό.
Κεντρικός σκοπός του ήταν η δικαίωση τόσο της προσωπικής του διαδρομής όσο και της πολιτείας του Κωνσταντίνου στους Βαλκανικούς Πολέμους, στον Εθνικό Διχασμό και στη Μικρασιατική Εκστρατεία. Ο ίδιος θεωρούσε ότι η Παλινόρθωση του 1935 και η υποστήριξη του ίδιου του Βενιζέλου στον Θρόνο λίγο πριν από τον θάνατό του, είχαν δικαιώσει οριστικά τον Κωνσταντίνο στη διαμάχη του Εθνικού Διχασμού. Στην κατακλείδα των απομνημονευμάτων του, που εκδόθηκαν το 1946, ο Δούσμανης παρουσίαζε το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος του ίδιου έτους ως οριστική δικαίωση και κατίσχυση της Βασιλείας στην Ελλάδα. (Βίκτωρ Δούσμανης, Απομνημονεύματα – Ιστορικαί σελίδες τας οποίας έζησα, Δημητράκος, Αθήνα 1946).
Συμπεράσματα
Η συγγραφική διαδρομή του Δούσμανη δεν εξελίχθηκε μονοσήμαντα από τα στρατιωτικά εγχειρίδια προς τα απομνημονεύματα. Ακολούθησε τη μετάβαση του ίδιου από τον ρόλο του τεχνικού οργανωτή του στρατού στον ρόλο του κατηγορούμενου πρωταγωνιστή του Εθνικού Διχασμού, ο οποίος επιχείρησε μέσω της ιστορικής γραφής να ανακτήσει τον έλεγχο της προσωπικής και παραταξιακής του υστεροφημίας.
Το έργο του Δούσμανη συνολικά (εκτός των απομνημονευμάτων) χαρακτηρίζεται από ορθολογισμό, καθαρή δομή και αναλυτική σκέψη. Οι μελέτες του καλύπτουν ένα ασυνήθιστα ευρύ φάσμα ενδιαφερόντων και συνδυάζουν συχνά την επιτόπια παρατήρηση με τη χρήση ιστορικών και στρατιωτικών πηγών και τη συστηματική ανάπτυξη μιας στέρεας και εύστοχης επιχειρηματολογίας.
Στα έργα που αφορούν γεγονότα στα οποία συμμετείχε ο ίδιος προσωπικά, η ιστορική αφήγηση του Δούσμανη υποτάσσεται αρκετά συχνά στην υπεράσπιση τόσο του Κωνσταντίνου όσο και της δικής του πολιτείας. Για τον λόγο αυτό είναι εμφανές ότι σε πολλά σημεία το κείμενό του στερείται ειλικρινούς διάθεσης, αλλά και μιας απαραίτητης αυτοκριτικής. Η απολογητική διάσταση του έργου του Δούσμανη δεν περιορίστηκε στην υπεράσπισή του απέναντι σε κατηγορίες για στρατιωτικές αποτυχίες ή εθνικές υποχωρήσεις. Εκδηλώθηκε και ως διεκδίκηση της προσωπικής του συμβολής στις νίκες των Βαλκανικών Πολέμων και ως απάντηση στην κριτική που ασκήθηκε μεταγενέστερα στις επιτελικές επιλογές του. Ακριβώς αυτή η συνύπαρξη επιστημονικής φιλοδοξίας και απολογητικής πρόθεσης καθιστά το συγγραφικό του έργο σημαντική πηγή για τη μελέτη του ελληνικού στρατού, του αντιβενιζελικού κόσμου, αλλά και της περιόδου του Εθνικού Διχασμού.