Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υιοθέτησε σήμερα νέα μέτρα για τη στήριξη των αγροτών που βρίσκονται αντιμέτωποι με την απότομη αύξηση του κόστους των λιπασμάτων, καθώς και για την ενίσχυση της επισιτιστικής ασφάλειας της Ευρώπης.
Όπως αναφέρει η Κομισιόν, τους τελευταίους μήνες οι γεωπολιτικές εντάσεις και οι διαταραχές στον εφοδιασμό έχουν οδηγήσει σε αύξηση των τιμών των λιπασμάτων σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Οι στοχευμένες προσαρμογές στην Κοινή Αγροτική Πολιτική θα επιτρέψουν στα κράτη-μέλη να παρέχουν στους αγρότες ταχύτερη και πιο ευέλικτη στήριξη για την πρόσβασή τους σε λιπάσματα, αναφέρει η Ειπιτροπή.
Τα τρία βασικά μέτρα
Το πρώτο μέτρο αφορά τη δημιουργία ενός νέου μηχανισμού ρευστότητας στο πλαίσιο της αγροτικής ανάπτυξης για τη στήριξη σε περιόδους κρίσης. Ο μηχανισμός θα μπορεί να συγχρηματοδοτείται σε ποσοστό έως 65% από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης.
Σε αυτόν θα μπορούν να περιλαμβάνονται αδιάθετα κονδύλια τα οποία διαφορετικά ενδέχεται να χαθούν, ενώ τα κράτη-μέλη θα μπορούν να προσθέτουν εθνική χρηματοδότηση έως και 200%.
Προκειμένου να εξασφαλιστεί η ταχεία καταβολή της στήριξης και να περιοριστεί ο διοικητικός φόρτος, η ενίσχυση θα μπορεί να καταβάλλεται ως σταθερό ποσό ανά εκτάριο και να εφαρμόζεται μέσω των Στρατηγικών Σχεδίων της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής.
Το δεύτερο μέτρο προβλέπει ότι τα κράτη-μέλη θα έχουν τη δυνατότητα να καταβάλλουν προκαταβολές άμεσων ενισχύσεων στους αγρότες πριν από τις 16 Οκτωβρίου, με αυξημένο ποσοστό προκαταβολής, ώστε να ενισχυθεί η ρευστότητά τους.
Το τρίτο μέτρο παρέχει στα κράτη-μέλη μεγαλύτερη ευελιξία για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων από τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων, μέσω της προσαρμογής των κονδυλίων τους για τις άμεσες ενισχύσεις του ημερολογιακού έτους 2027.
Τα μέτρα συμπληρώνουν το έκτακτο πακέτο χρηματοδοτικής στήριξης ύψους 540 εκατ. ευρώ, το οποίο ανακοινώθηκε στο πλαίσιο του Σχεδίου Δράσης για τα Λιπάσματα και υιοθετήθηκε στις 27 Ιουλίου.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σημειώνει ότι θα συνεχίσει την εφαρμογή του Σχεδίου Δράσης, με στόχο να περιορίσει την έκθεση των αγροτών σε μελλοντικές κρίσεις και, μέσω των συγκεκριμένων παρεμβάσεων, να ενισχύσει την επισιτιστική ασφάλεια, τη στρατηγική αυτονομία και την ανταγωνιστικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.