Υπάρχουν ορισμένες πράξεις για τις οποίες όλοι συμφωνούμε ότι είναι σημαντικές, αλλά συχνά τις αφήνουμε για «κάποια άλλη στιγμή». Η εθελοντική αιμοδοσία είναι ίσως ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα. Γνωρίζουμε ότι σώζει ζωές, αναγνωρίζουμε την αξία της, επικροτούμε όσους συμμετέχουν – και παρ’ όλα αυτά, πολλοί από εμάς διστάζουμε να κάνουμε το επόμενο, απλό βήμα: να καθίσουμε για λίγα λεπτά στην καρέκλα του αιμοδότη.
Πρόσφατα είχα την ευκαιρία να συμμετάσχω σε μια οργανωμένη εθελοντική αιμοδοσία. Και αν υπάρχει κάτι που θα ήθελα να πω σε κάποιον που δεν το έχει καταφέρει ακόμα, είναι ότι η διαδικασία είναι πολύ ευκολότερη απ’ όσο ίσως φαντάζεται.
Ένας σύντομος έλεγχος, λίγα λεπτά για την αιμοληψία και λίγη ξεκούραση αμέσως μετά. Δεν χρειάζεται να ανατρέψει κανείς το πρόγραμμά του ούτε να αφιερώσει μια ολόκληρη ημέρα. Χρειάζεται κυρίως να πάρει την απόφαση.
Και αυτή η απόφαση έχει αξία δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με τον χρόνο που απαιτεί.
Γιατί το αίμα δεν παράγεται σε κάποιο εργαστήριο. Δεν υπάρχει μηχανή που μπορεί να το κατασκευάσει ώστε να καλύψει μια αιφνίδια ανάγκη. Όταν ένας άνθρωπος χρειάζεται μετάγγιση, το αίμα που θα λάβει έχει προηγουμένως προσφερθεί από έναν άλλον άνθρωπο.
Πίσω από κάθε μονάδα αίματος βρίσκεται επομένως ένας αιμοδότης. Και στην άλλη άκρη βρίσκεται ένας ασθενής.
Μπορεί να είναι κάποιος που υποβάλλεται σε μια σοβαρή χειρουργική επέμβαση. Ένας πολυτραυματίας. Ένας ογκολογικός ασθενής. Ένα παιδί ή ένας ενήλικος με μεσογειακή αναιμία που χρειάζεται μεταγγίσεις σε τακτική βάση.
Οι ανάγκες αυτές δεν είναι ούτε περιστασιακές ούτε θεωρητικές. Είναι καθημερινές.
Το αποδεικνύει, ίσως με τον πιο εμφατικό τρόπο, ένα στοιχείο που δεν είναι ευρέως γνωστό. Παρά τις εκατοντάδες χιλιάδες μονάδες αίματος που συλλέγονται κάθε χρόνο στην Ελλάδα, η χώρα εξακολουθεί να χρειάζεται αίμα από το εξωτερικό. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Εθνικού Κέντρου Αιμοδοσίας, μόνο το 2023 η Ελλάδα παρέλαβε 20.000 μονάδες αίματος από τον Ελβετικό Ερυθρό Σταυρό, οι οποίες προορίζονταν για ασθενείς με μεσογειακή αναιμία και άλλες αιμοσφαιρινοπάθειες.
Το ΕΚΕΑ έχει μάλιστα επισημάνει ότι η χώρα αναγκάζεται να καταφεύγει σε αυτή την εισαγωγή επειδή δεν έχει ακόμη εμπεδωθεί σε επαρκή βαθμό η κουλτούρα του σταθερού, συστηματικού αιμοδότη.
Αρκεί ίσως αυτό για να καταλάβουμε ότι η έλλειψη αίματος δεν είναι ένα πρόβλημα κάποιων άλλων.
Είναι δικό μας ζήτημα.
Και δεν εμφανίζεται μόνο όταν συμβαίνει ένα μεγάλο δυστύχημα ή μια φυσική καταστροφή και βλέπουμε έκτακτες εκκλήσεις για αίμα στα μέσα ενημέρωσης και στα κοινωνικά δίκτυα. Οι ανάγκες υπάρχουν κάθε ημέρα του χρόνου. Υπάρχουν το καλοκαίρι, όταν παραδοσιακά η προσέλευση των αιμοδοτών μειώνεται. Υπάρχουν στις γιορτές. Υπάρχουν μια απολύτως συνηθισμένη Τρίτη, όταν τίποτε δραματικό δεν βρίσκεται στην επικαιρότητα.
Γι’ αυτό και ίσως πρέπει να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε την αιμοδοσία.
Να πάψει να είναι μια πράξη στην οποία καταφεύγουμε μόνο όταν ένας συγγενής, ένας φίλος ή ένας γνωστός μας χρειαστεί αίμα. Να γίνει μια σταθερή πράξη κοινωνικής ευθύνης.
Άλλωστε υπάρχει κάτι σχεδόν μοναδικό στην εθελοντική αιμοδοσία: τις περισσότερες φορές δεν θα γνωρίσουμε ποτέ εκείνον που βοηθήσαμε.
Δεν θα ακούσουμε το «ευχαριστώ» του.
Δεν θα ξέρουμε το όνομά του.
Μπορεί να μην πληροφορηθούμε ποτέ σε ποιον μεταγγίστηκε το αίμα που προσφέραμε.
Κι όμως, κάπου, κάποια στιγμή, η απόφαση που πήραμε μέσα σε μια συνηθισμένη ημέρα μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική για έναν άλλον άνθρωπο.
Αυτή είναι ίσως η ουσία της εθελοντικής αιμοδοσίας: μια πράξη αλληλεγγύης χωρίς αντάλλαγμα και χωρίς αποδέκτη που έχουμε επιλέξει εκ των προτέρων.
Σημαντικό ρόλο στη δημιουργία αυτής της κουλτούρας έχουν πρωτοβουλίες όπως η Bloode (https://bloode.org/ ), η οποία διοργάνωσε και την αιμοδοσία στην οποία συμμετείχα.
Η Bloode ξεκίνησε το 2014 με έναν πολύ συγκεκριμένο στόχο: μια Ελλάδα στην οποία κανείς δεν θα κινδυνεύει επειδή δεν υπάρχει διαθέσιμο αίμα. Σήμερα δραστηριοποιείται στην ενημέρωση του κοινού, στη διοργάνωση αιμοδοσιών, στην κάλυψη έκτακτων αναγκών και ιδιαίτερα στην ενεργοποίηση νέων ανθρώπων. Μέχρι το τέλος του 2024 είχε πραγματοποιήσει περισσότερες από 300 αιμοδοσίες, είχε αναπτύξει δράσεις σε περισσότερες από 20 πόλεις και συνεργαζόταν ενεργά με 33 νοσοκομεία.
Η πραγματική συνεισφορά τέτοιων πρωτοβουλιών, όμως, δεν μετριέται μόνο σε αριθμούς και μονάδες αίματος.
Μετριέται και στο πόσοι άνθρωποι ξεπερνούν για πρώτη φορά τον δισταγμό τους.
Στο πόσοι αντιλαμβάνονται ότι η αιμοδοσία δεν είναι μια περίπλοκη ιατρική διαδικασία αλλά μια απλή πράξη που μπορεί να ενταχθεί φυσιολογικά στη ζωή μας.
Και, κυρίως, στο πόσοι από εκείνους που θα δώσουν αίμα μία φορά θα αποφασίσουν να το ξανακάνουν.
Γιατί εκεί βρίσκεται ίσως και η απάντηση στο πρόβλημα.
Δεν χρειάζονται λίγοι «ήρωες» που θα εμφανίζονται όταν υπάρχει έκτακτη ανάγκη.
Χρειάζονται περισσότεροι άνθρωποι που θα θεωρούν απολύτως φυσιολογικό, μερικές φορές τον χρόνο, να διαθέτουν λίγο από τον χρόνο τους για έναν άγνωστο συνάνθρωπό τους.
Και ίσως την επόμενη φορά που θα εμφανιστεί μπροστά μας μια πρόσκληση για αιμοδοσία, αντί να σκεφτούμε «κάποια στιγμή πρέπει να πάω», να κάνουμε κάτι πολύ απλούστερο.
Να πάμε.