Γράφει ο Γιώργος Ψύλλιας
Η εικόνα της λειψυδρίας στην Ελλάδα εμφανίζει σημάδια βελτίωσης, καθώς οι βροχοπτώσεις του φθινοπώρου δημιουργούν συγκρατημένη αισιοδοξία για την πορεία της νέας υδρολογικής χρονιάς. Ωστόσο, η πρόσκαιρη βελτίωση των καιρικών συνθηκών δεν αρκεί για να αντιμετωπιστούν οι χρόνιες αδυναμίες στη διαχείριση των υδατικών πόρων, με τις πιέσεις να παραμένουν έντονες σε περιοχές όπου η ζήτηση αυξάνεται σημαντικά, ιδιαίτερα κατά τη θερινή περίοδο.
Όπως επισημαίνει η επίκουρη καθηγήτρια Υδρολογίας της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής, Ελισάβετ Φελώνη, σε συνέντευξή της στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, τα μέχρι στιγμής δεδομένα για τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο του 2026 δείχνουν συνθήκες υγρότερες από τις συνήθεις σε εθνικό επίπεδο. Η εξέλιξη αυτή περιορίζει την εικόνα ενός γενικευμένου κινδύνου λειψυδρίας, χωρίς ωστόσο να σημαίνει ότι το πρόβλημα έχει εξαλειφθεί.
Τοπικές ανισορροπίες και ανάγκη για σχεδιασμό
Σύμφωνα με την κ. Φελώνη, το βασικό ζήτημα δεν είναι η μόνιμη ξηρασία σε ολόκληρη τη χώρα, αλλά οι έντονες τοπικές και εποχικές ανισορροπίες. Σε συγκεκριμένες περιοχές, η απότομη αύξηση της κατανάλωσης νερού τους καλοκαιρινούς μήνες δεν συνοδεύεται από επαρκείς και σύγχρονες υποδομές, με αποτέλεσμα να εντείνονται οι πιέσεις στα διαθέσιμα αποθέματα.
Παράλληλα, η κλιματική μεταβλητότητα εξακολουθεί να δημιουργεί αβεβαιότητα. Οι εποχικές εκτιμήσεις που επικαλείται η καθηγήτρια προμηνύουν ξηρότερες από τις συνήθεις συνθήκες για τον Δεκέμβριο του 2026, με αρνητικές αποκλίσεις στις βροχοπτώσεις να αναμένονται, μεταξύ άλλων, στην Πελοπόννησο, στην Αττική και στα νησιά του Ιονίου.
Για τον λόγο αυτό, η αντιμετώπιση της λειψυδρίας απαιτεί μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, επενδύσεις σε ανθεκτικές υποδομές και επιστημονικά τεκμηριωμένη διαχείριση της ζήτησης, αντί για αποσπασματικές παρεμβάσεις που ενεργοποιούνται μόνο όταν εμφανίζεται οξύ πρόβλημα.
Στο επίκεντρο τα νησιά και η τουριστική πίεση
Ιδιαίτερα ευάλωτα παραμένουν τα ελληνικά νησιά, τα οποία διαθέτουν περιορισμένους επιφανειακούς και υπόγειους υδατικούς πόρους, ενώ κατά τη διάρκεια της τουριστικής περιόδου καλούνται να καλύψουν πολλαπλάσιες ανάγκες.
Η αφαλάτωση αποτελεί μία από τις διαθέσιμες λύσεις, αλλά, όπως τονίζει η κ. Φελώνη, δεν μπορεί να αποτελεί τη μοναδική απάντηση. Αντίθετα, απαιτείται ένα ολοκληρωμένο μοντέλο υδατικής ασφάλειας, με αναβάθμιση των δικτύων ύδρευσης για τον περιορισμό των διαρροών, δημιουργία μικρών φραγμάτων και λιμνοδεξαμενών, επαναχρησιμοποίηση επεξεργασμένων λυμάτων για άρδευση και εγκατάσταση έξυπνων συστημάτων μέτρησης.
Παράλληλα, επαναφέρει το ζήτημα της φέρουσας ικανότητας των νησιών και της τουριστικής ανάπτυξης. Οι μεγάλες τουριστικές μονάδες με υψηλές απαιτήσεις σε νερό εντείνουν την πίεση στα τοπικά αποθέματα, επηρεάζοντας τόσο τις τοπικές κοινωνίες όσο και τις μικρότερες επιχειρήσεις.
Στο πλαίσιο αυτό, προτείνεται αυστηρότερος έλεγχος του υδατικού αποτυπώματος των υδροβόρων επενδύσεων και εφαρμογή κλιμακωτής τιμολόγησης, ώστε να περιορίζεται η σπατάλη και να προστατεύονται οι τοπικές επιχειρήσεις και οι κάτοικοι από τις συνέπειες της υπερκατανάλωσης.
Γιατί η Ευρώπη βρέθηκε αντιμέτωπη με ακραία ξηρασία
Οι υδρολογικές προκλήσεις δεν περιορίζονται στην Ελλάδα. Η Ευρώπη βρέθηκε αντιμέτωπη με συνθήκες έντονης ξηρασίας, οι οποίες, σύμφωνα με την καθηγήτρια, συνδέονται σε σημαντικό βαθμό με τις περιορισμένες χιονοπτώσεις του προηγούμενου χειμώνα, τις υψηλές θερμοκρασίες και την επιμονή αντικυκλωνικών συστημάτων.
Η άνοδος της θερμοκρασίας μεταβάλλει τη μορφή των χειμερινών κατακρημνίσεων, με βροχοπτώσεις να αντικαθιστούν τις χιονοπτώσεις σε αρκετές ορεινές περιοχές. Έτσι, μειώνεται η ποσότητα του νερού που αποθηκεύεται φυσικά στο χιόνι και απελευθερώνεται σταδιακά την άνοιξη και το καλοκαίρι, τροφοδοτώντας ποτάμια και υδροφόρα συστήματα.
Όταν η περιορισμένη αυτή φυσική αποθήκευση συνδυάζεται με παρατεταμένες περιόδους υψηλών θερμοκρασιών και αυξημένης εξάτμισης, οι υδατικοί πόροι δέχονται ακόμη μεγαλύτερη πίεση.
Επιπτώσεις στην οικονομία και την καθημερινότητα
Η ξηρασία επηρεάζει πλέον όχι μόνο τον ευρωπαϊκό Νότο, αλλά και περιοχές της Κεντρικής Ευρώπης, με συνέπειες στις μεταφορές, στην ενέργεια και στην οικονομική δραστηριότητα.
Η χαμηλή στάθμη μεγάλων ποταμών, όπως ο Ρήνος, ο Δούναβης, ο Πάδος και ο Λίγηρας, δυσχεραίνει τις ποτάμιες μεταφορές και περιορίζει τη δυνατότητα μεταφοράς εμπορευμάτων. Οι περιορισμοί στη φόρτωση των πλοίων αυξάνουν το κόστος μεταφοράς πρώτων υλών και ασκούν πιέσεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες.
Αντίστοιχα, η μείωση της στάθμης και η αύξηση της θερμοκρασίας του νερού δημιουργούν προβλήματα στην ψύξη των πυρηνικών σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, οδηγώντας σε περιορισμούς λειτουργίας όπου δεν μπορούν να διασφαλιστούν οι απαιτούμενες περιβαλλοντικές συνθήκες.
Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει την ανάγκη για συντονισμένες ευρωπαϊκές πολιτικές, με έμφαση στον εκσυγχρονισμό των δικτύων, στην εξοικονόμηση νερού και στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας των υποδομών.
Γεωπληροφορική και αποκεντρωμένη διαχείριση
Για την ενίσχυση της υδατικής ασφάλειας, η κ. Φελώνη υπογραμμίζει την ανάγκη αλλαγών στον τρόπο λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης. Η διαχείριση των υδατικών πόρων, με τις σημαντικές διαφορές που παρουσιάζει από περιοχή σε περιοχή, δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά σε κεντρικές αποφάσεις.
Αντίθετα, απαιτείται ενίσχυση των περιφερειακών υπηρεσιών με εξειδικευμένο προσωπικό, επαρκείς πόρους και πρόσβαση σε αξιόπιστα δεδομένα. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την προσπάθεια μπορεί να διαδραματίσει η Γεωπληροφορική, μέσω ψηφιακών εργαλείων που αποτυπώνουν την κατάσταση των υδροληψιών και επιτρέπουν την παρακολούθηση των διαθέσιμων πόρων.
Ως παράδειγμα καινοτόμου πρακτικής αναφέρεται η Γεωπύλη της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Κρήτης, η οποία αναδεικνύει τις δυνατότητες αξιοποίησης γεωχωρικών δεδομένων για την υποστήριξη της διαχείρισης του νερού.
Το ζητούμενο, σύμφωνα με την καθηγήτρια, είναι η μετάβαση σε ένα σύστημα διαχείρισης που θα βασίζεται σε μετρήσιμα στοιχεία, διαφάνεια και τεκμηριωμένες αποφάσεις, με ουσιαστική συμμετοχή των τοπικών φορέων.
Το συμπέρασμα είναι ότι οι φετινές βροχοπτώσεις προσφέρουν μια ευνοϊκή συγκυρία, όχι όμως οριστική λύση στο πρόβλημα της λειψυδρίας. Η μακροπρόθεσμη υδατική ασφάλεια της χώρας θα εξαρτηθεί από την ανθεκτικότητα των υποδομών, τον περιορισμό των απωλειών, τον έλεγχο της υπερκατανάλωσης και τη διαμόρφωση ενός σταθερού, διαφανούς πλαισίου διαχείρισης του νερού ως δημόσιου αγαθού.