Του Γιώργου Σταμάτη, Βουλευτή Επικρατείας της ΝΔ.
Φέτος συμπληρώνονται 20 χρόνια από την υιοθέτηση της Σύμβασης των ΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία, με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ στις 13 Δεκεμβρίου του 2006. Πρόκειται για μια θεματική διεθνή σύμβαση ιστορικής σημασίας για τα ανθρώπινα δικαιώματα, διότι ήρθε να αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την αναπηρία στο πεδίο των δημόσιων πολιτικών. Η σημαντικότερη τομή της σύμβασης έγκειται στη μετατόπιση από το παλαιό, συντηρητικό, ιατρικό μοντέλο για την αναπηρία, στη σύγχρονη δικαιωματική προσέγγιση. Το δικαιωματικό μοντέλο εδράζεται στη φιλοσοφία, ότι η αναπηρία αποτελεί τμήμα της ανθρώπινης ποικιλομορφίας και είναι κατεξοχήν ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Σύμβαση αποτυπώνει κανόνες που σηματοδοτούν τη μετάβαση από κοινωνίες οργανωμένες με βάση τις ανάγκες συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων σε κοινωνίες αμοιβαίας αποδοχής, όπου όλοι οι πολίτες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις και δεν υπάρχουν περιορισμοί και εμπόδια. Χαρακτηριστική είναι η φράση του Bengt Lindqvist, πρώτου ειδικού εισηγητή για την αναπηρία στον ΟΗΕ, «είμαστε άνθρωποι με ίση αξία, διεκδικώντας ίσα δικαιώματα».
Βασικός στόχος της σύμβασης είναι η προαγωγή, προστασία και πλήρης διασφάλιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών για όλα τα άτομα με αναπηρία σε ίση βάση με το γενικό πληθυσμό. Οι αρχές της εγγενούς αξιοπρέπειας, της ατομικής αυτονομίας, της καθολικής προσβασιμότητας, της ισότητας ενώπιον του νόμου, της απαγόρευσης των διακρίσεων, της ισότητας των φύλων, του σεβασμού των εξελισσόμενων ικανοτήτων των παιδιών, και της κοινωνικής συμπερίληψης διατρέχουν οριζόντια το σύνολο της Σύμβασης. Συνεπώς, η υλοποίηση των δεσμεύσεων που απορρέουν από τη σύμβαση από τα συμβαλλόμενα κράτη, αντικατοπτρίζει την ποιότητα της δημοκρατίας μας, την ωριμότητα του κοινωνικού κράτους και την ικανότητα μιας κοινωνίας να αναγνωρίζει την ποικιλομορφία ως κοινό θεμέλιο προόδου και κοινωνικής ευημερίας.
Η κυβέρνηση της ΝΔ έχει αποδείξει στην πράξη ότι έχει θέσει ως ύψιστη πολιτική προτεραιότητα την πλήρη και αποτελεσματική συμμετοχή των ατόμων στην κοινωνική ζωή. Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα έχει κάνει σημαντικότατα βήματα προόδου με στόχο την πλήρη εναρμόνιση μας με τις επιταγές της σύμβασης. Για πρώτη φορά η χώρα μας απέκτησε το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία, που στη συνέχεια μετεξελίχθηκε στην Εθνική Στρατηγική για την Αναπηρία, με στόχο την ενίσχυση της ορατότητας και της κοινωνικής τους συμπερίληψης.
Κομβικό ρόλο για την ανεξάρτητη διαβίωση των συμπολιτών μας με αναπηρία, κατέχει η εμβληματική μεταρρύθμιση του προγράμματος του προσωπικού βοηθού, εκπληρώνοντας τη δέσμευση του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη προς το αναπηρικό κίνημα. Έτσι υλοποιείται στην πράξη το δικαίωμα του ατόμου με αναπηρία για αυτονομία και αυτοδιάθεση. Με την υποστήριξη του προσωπικού βοηθού το άτομο με αναπηρία έχει τον έλεγχο των αποφάσεων για τη ζωή του σε ίση βάση με τους υπόλοιπους πολίτες, επιλέγει πώς και με ποιόν θα ζήσει, μπορεί να εργαστεί και να μετέχει ισότιμα σε όλες της πτυχές της κοινωνικής και πολιτικής ζωής.
Επιπλέον, η επιχορήγηση παρεμβάσεων προσβασιμότητας σε κατοικίες και επαγγελματικούς χώρους ατόμων με αναπηρία έχει μεγιστοποιήσει την αυτονομία τους και την ποιότητα ζωής τους.
Παράλληλα, ο κομβικός στόχος της σύμβασης για αποϊδρυματοποίηση προχωράει μέσω μεταρρυθμιστικών πρωτοβουλιών, όπως ο υπερδιπλασιασμός των στεγών υποστηριζόμενης διαβίωσης, η θέσπιση για πρώτη φορά προγράμματος πρώιμης παρέμβασης και του θεσμού της επαγγελματικής αναδοχής για παιδιά με αναπηρία.
Άλλες ενεργητικές πολιτικές προς την κατεύθυνση της κοινωνικής συμπερίληψης είναι η ενίσχυση της ειδικής αγωγής και της παράλληλης στήριξης με προσλήψεις μόνιμων εκπαιδευτικών, η προώθηση της απασχόλησης των ατόμων με αναπηρία μέσω προκήρυξης θέσεων για το δημόσιο τομέα αλλά και προγραμμάτων της ΔΥΠΑ σε Δήμους και Περιφέρειες, η κάρτα αναπηρίας που διασφαλίζει την προστασία της ιδιωτικότητας και της αξιοπρέπειας των ατόμων.
Σε όλη αυτή την πορεία, κομβική είναι η συμβολή των αναπηρικών οργανώσεων, όπως άλλωστε ορίζεται και στη σύμβαση, ώστε οι θεσμικές πρωτοβουλίες να ανταποκρίνονται στο μέγιστο βαθμό στις πραγματικές ανάγκες των ατόμων με αναπηρία.
Βασικές προκλήσεις για την επόμενη ημέρα είναι η περαιτέρω ενίσχυση του δικαιώματος στην ανεξάρτητη διαβίωση, με τη θέσπιση εθνικής στρατηγικής για τη διαβίωση των ατόμων με αναπηρία στην κοινότητα και την κοινωνική τους συμπερίληψη, καθώς και με την ίδρυση και λειτουργία και στη χώρα μας Κέντρων Ανεξάρτητης Διαβίωσης.
Περαιτέρω, εξίσου σημαντική είναι και η υλοποίηση του άρθρου 12 της σύμβασης τόσο σε εμάς όσο και σε πολλές ακόμη χώρες της Ευρώπης. Σε αυτό το πλαίσιο, χρειάζεται να γίνει αναμόρφωση του θεσμού της δικαστικής συμπαράστασης και να μεταβούμε σε ένα σύστημα υποστηριζόμενης λήψης αποφάσεων. Τα άτομα με νοητική αναπηρία που τελούν σε στερητική δικαστική συμπαράσταση πρέπει να έχουν την ευκαιρία να εκφράσουν τη γνώμη τους και να κάνουν επιλογές για τη ζωή τους.
Είκοσι χρόνια μετά την υιοθέτηση της σύμβασης, οι κοινωνίες έχουν ήδη αρχίσει να αλλάζουν τις στάσεις και τις αντιλήψεις για την αναπηρία και είναι χρέος όλων μας να συμβάλλουμε στη διαμόρφωση όρων και συνθηκών ισότητας και συμπερίληψης.