Είμαι ένας άνθρωπος ονειροπαρμένος, ένας μεσήλικας μαγκούφης ποιητής που η μόνη του χαρά είναι να πηγαίνει μερικές φορές σε νηπιαγωγεία και να ζητά από τα παιδιά να φτιάξουν παραμύθια. Οι συζητήσεις των ενηλίκων με κουράζουν γιατί οι ενήλικες είναι πολύ προβλέψιμοι. Τα παιδιά αντίθετα μπορούν οποιαδήποτε στιγμή να σε στείλουν σε κάποια μαγική γωνιά, που δεν έχει ποτέ κανένας ως τότε επισκεφθεί.
Έτσι λοιπόν μια Δευτέρα βρέθηκα σε ένα νηπιαγωγείο κι ένας χαριτωμένος μικρός ξεκίνησε μια ιστορία για έναν πλανήτη, που ήταν φτιαγμένος από τυρί. Θεώρησα εξαιρετική την ιδέα, πέρασα όμορφα εκείνο το πρωινό κι ύστερα γύρισα στο σπίτι. Έκανα το λάθος να ανοίξω την τηλεόραση και πέρασα όλη την υπόλοιπη μέρα ακούγοντας για την εμπλοκή γνωστών πολιτικών σε κάποιο σκάνδαλο. Επειδή ζω μόνος, μερικές φορές αφήνω ανοιχτή την τηλεόραση για να μου κάνει παρέα.
Το βράδυ με πονούσε πολύ η πλάτη μου. Είναι ένας πόνος που έχω παρατηρήσει ότι με πιάνει κάθε φορά που νιώθω πως όλα είναι μάταια. Ξάπλωσα μα δυσκολευόμουν να κοιμηθώ. Σκεφτόμουν μία την επίσκεψη στο νηπιαγωγείο και μία το σκάνδαλο, μέχρι που με πήρε ο ύπνος και οι σκέψεις αυτές ενοποιήθηκαν μέσα σε ένα πολύ παράξενο όνειρο.
Βρισκόμουν σε έναν μικρό πλανήτη από τυρί, αλλά σχεδόν όλα πάνω του ήταν μισοφαγωμένα. Μισά κτήρια, μισά σιντριβάνια, μισά πάρκα και μαγαζιά, όλα κίτρινα και ροκανισμένα από κάποια κοφτερά δόντια. Περπατούσα απορημένος κοιτάζοντας γύρω μέχρι που ένας άνθρωπος με τράβηξε από το χέρι.
«Έλα, θα μιλήσει ο Βασιλιάς Ποντικός στην πλατεία. Έλα να είμαστε πολλοί!»
«Ποιος είναι ο Βασιλιάς Ποντικός;», ρώτησα.
«Ο βασιλιάς μας. Κυβερνά τον πλανήτη μας μαζί με το Συμβούλιο των Ποντικών εδώ και δεκάδες χρόνια, όσο ζούμε και θυμόμαστε τον εαυτό μας. Μα όλα αυτά τα χρόνια λίγο-λίγο αυτά τα πονηρά ποντίκια τρώνε τον πλανήτη μας. Βλέπεις πως σε λίγο δεν θα μείνει τίποτα. Κάποιοι έβαλαν κάμερες και οι κάμερες κατέγραψαν τρία μέλη του Συμβουλίου να τρώνε το μεγάλο κιόσκι στην πλατεία χθες. Ο κόσμος έχει ξεσηκωθεί και σήμερα ο βασιλιάς θα απολογηθεί για πρώτη φορά ενώπιον όλων μας.»
Ακολούθησα τον άγνωστο, χωρίς να έχω καταλάβει αν ήταν ενθουσιασμένος ή οργισμένος. Στην πλατεία είχαν συγκεντρωθεί πολλοί άνθρωποι. Άλλοι έβριζαν, άλλοι κοιμούνταν κι άλλοι χειροκροτούσαν τον Βασιλιά Ποντικό που έβγαινε χαμογελώντας.
«Αγαπημένε λαέ», είπε και τα δόντια του ήταν αστραφτερά σαν διαμάντια. «Γνωρίζω καλά ότι ο πλανήτης μας κινδυνεύει. Έχουν φαγωθεί πολλά. Μα μην ανησυχείτε, θα τα φτιάξουμε όλα ξανά με φρέσκο τυρί. Την πλατεία, τα σπίτια σας και τις παιδικές χαρές, τα σχολεία, τα σούπερ μάρκετ και τα σιντριβάνια.»
«Τρεις ποντικοί του Συμβουλίου έφαγαν το κιόσκι στην πλατεία! Το κατέγραψαν οι κάμερες!», φώναξε ο άντρας που με είχε πάει εκεί.
«Μην ανησυχείτε για αυτό, θα τους αντικαταστήσω με άλλους ποντικούς», είπε ο Βασιλιάς και παρουσίασε τα νέα μέλη του Συμβουλίου.
«Να τιμωρηθούν οι ένοχοι!», φώναξαν κάποιοι, ενώ ταυτόχρονα ήταν αρκετοί όσοι φώναζαν ότι κανείς δεν πρέπει να τα βάζει με τον σπουδαίο βασιλιά και τους ποντικούς του. Απόρησα πώς τόσοι άλλοι κοιμούνταν όρθιοι με τέτοια φασαρία.
Άρχισα να νιώθω δυσάρεστα και ήθελα να φύγω γιατί θυμήθηκα ότι είχα ένα ραντεβού, αλλά δεν ήξερα πώς στο διάολο βρέθηκα σε αυτόν τον πλανήτη από τυρί και πώς θα μπορούσα να δραπετεύσω χωρίς διαστημόπλοιο.
«Τα αντιμετωπίζουμε όλα», είπε ο Βασιλιάς Ποντικός και πάτησε δυνατά κάτω το σκήπτρο του.
«Πώς;», φώναξαν κάποιοι.
«Καταπολεμούμε το πρόβλημα καταπολεμώντας το. Μη φοβάστε! Ο Πλανήτης από Τυρί δεν θα χαθεί!»
Κάποιοι φώναξαν «ζήτω». Εγώ ένιωθα ότι θα λιποθυμούσα από την πολυκοσμία.
«Καταλαβαίνεις τι έχει συμβεί;», με ρώτησε έξαλλος ο άνθρωπος που με είχε πάει σε αυτήν την πλατεία.
«Είναι φρικτό», είπα. «Μα να ρωτήσω κάτι; Δεν είναι γνωστό τοις πάσι εδώ και αιώνες ότι τα ποντίκια τρώνε το τυρί;»
Και λες και με είχε ακούσει ο Βασιλιάς, κοπάνησε ξανά το σκήπτρο του.
«Το πρόβλημα, βαθύ και διαχρονικό», είπε με βροντερή φωνή, «είναι ότι το τυρί είναι φαγώσιμο. Μα θα το καταπολεμήσουμε το τυρί, που έχει αυτή τη δόλια φύση! Ήδη έχουμε αρχίσει να το καταπολεμούμε, δείτε γύρω σας!»
Κοίταξα γύρω μου και είδα ακόμη μια φορά τον ετοιμόρροπο κίτρινο μικρό πλανήτη. Άρχισα να ζαλίζομαι και βάλθηκα να σπρώχνω όποιον ήταν μπροστά μου για να φύγω. Κάποιοι τότε πιάστηκαν στα χέρια. Ένιωσα μια γροθιά να με χτυπά δυνατά στην πλάτη και η πλάτη μου πονούσε…Η πλάτη μου πονούσε πολύ…
Πετάχτηκα πάνω, ξύπνησα ιδρωμένος. Η πλάτη μου πονούσε πολύ στ’ αλήθεια όπως κάθε φορά που νιώθω ότι όλα είναι μάταια. Πήγα στην κουζίνα, πήρα ένα παυσίπονο κι ύστερα κάθισα στον υπολογιστή μου για να γράψω αυτό το κείμενο.
Κι εσείς τώρα που το διαβάσατε, όσοι είστε πολύ συνετοί και σοβαροί και προπάντων ενεργείτε πάντα με τη λογική σας και είστε περήφανοι για αυτό, θα έχετε μετανιώσει που αφιερώσατε αυτά τα λεπτά για να διαβάσετε για το περίεργο βράδυ ενός ονειροπαρμένου. Θα μπορούσατε ίσως να έχετε κάνει κάτι πολύ πιο χρήσιμο αυτά τα λεπτά, να διαβάσετε, για παράδειγμα, για την πορεία του Χρηματιστηρίου την τρέχουσα περίοδο ή να ετοιμάσετε ένα ωραίο, ζεστό τσάι.
Λυπάμαι, ειλικρινά, για τον χαμένο σας χρόνο, αλλά δεν πρόκειται να ζητήσω συγγνώμη, αν και συνηθίζω να απολογούμαι πολλές φορές χωρίς να χρειάζεται. Κι αυτό γιατί εξ αρχής σας ξεκαθάρισα το ποιόν μου, είναι θέμα αρχής να δηλώνω πάντα τι άνθρωπος είμαι.