Με βαθιά θλίψη παρακολουθούμε το περιστατικό με τις δύο 17χρονες στην Ηλιούπολη.
Σε τέτοιες στιγμές, χρειάζεται όλοι, Μέσα Ενημέρωσης, πολίτες και χρήστες των social media, να σταθούμε με προσοχή, ευθύνη και σεβασμό.
Η αναπαραγωγή αποσπασμάτων, προσωπικών σημειωμάτων ή λεπτομερειών γύρω από το περιστατικό δεν είναι απλή ενημέρωση. Αγγίζει την ιδιωτικότητα των παιδιών, επιβαρύνει τις οικογένειές και τους φίλους τους και μπορεί να επηρεάσει αρνητικά άλλα παιδιά και εφήβους που βρίσκονται σε ψυχική δυσκολία.
Ανακοίνωση από «Το Χαμόγελο του Παιδιού»
*
Νομίζετε πως μας κάνετε καλό, μα μας κάνετε κακό.
«Έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε», Λουίτζι Πιραντέλλο
Το 1917 παίχτηκε για πρώτη φορά το έργο του Λουίτζι Πιραντέλλο, «Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε». Διαδραματίζεται σε μια κλειστοφοβική πόλη, όπου μια παράξενη οικογένεια, που έρχεται να ζήσει ξαφνικά εκεί, γίνεται ο στόχος του «ενδιαφέροντος» των αστών. Ο καθένας έχει μια άποψη για το τι συμβαίνει στην οικογένεια αυτή, συχνά διαφωνούν, διερωτώνται για ώρες, προσπαθούν ακόμη και να παγιδεύσουν τους παράξενους αφιχθέντες για να μάθουν την «αλήθεια». Πολλές φορές δηλώνουν ότι τους συμπονούν και ότι θέλουν να τους βοηθήσουν. Στην πραγματικότητα, είναι απλώς βαρετοί και γελοίοι άνθρωποι, που δεν κατανοούν καλά-καλά ούτε τον ίδιο τους τον εαυτό.
Το έργο είναι σατυρικό, ευφυές και σε σημεία κωμικό. Πίσω από το παράλογο που παρουσιάζει κρύβει ίσως τον πόνο του ανθρώπου που γίνεται στόχος της κοινωνικής αδιακρισίας, αφού και ο ίδιος ο Πιραντέλλο βίωνε ένα μεγάλο οικογενειακό δράμα.
Ο τίτλος καθορίζει όλη τη φιλοσοφία του έργου. Ο καθένας νομίζει κάτι και με την προσωπική του σκέψη ντύνει την πραγματικότητα. Υπερασπίζεται μάλιστα την άποψή του με τη βεβαιότητα, που έχουμε όλοι όταν είμαστε τόσο ανόητοι που νομίζουμε ότι μπορούμε να καταλάβουμε εις βάθος έναν άλλο άνθρωπο ή μια οικογένεια, βασιζόμενοι σε δυο, τρία περιστασιακά στοιχεία.
Η πραγματικότητα τελικά στο έργο καταλήγει να μην είναι ξεκάθαρη, αφού όλοι νομίζουν και όλοι συμπεραίνουν και δεν συμφωνούν ποτέ σε μία εκδοχή. Η εξουθενωμένη παράξενη οικογένεια στο τέλος ικετεύει τους αστούς να μην ενδιαφέρονται για εκείνους και αποχωρεί δυστυχής. Είμαι για τον καθένα ό,τι νομίζει, λέει η σύζυγος.
Ο Πιραντέλλο στο σήμερα, πάνω από έναν αιώνα μετά, είναι ανατριχιαστικά επίκαιρος. Το σαλόνι, όμως, που μας παρουσιάζει εκείνος είναι πλέον ένα ολόκληρο σύστημα, εκείνο του διαδικτύου και των ΜΜΕ. Αυτό το σύστημα με έναν μανδύα ενδιαφέροντος και κοινωνικής αγωνίας ξεψαχνίζει τον ψυχικό πόνο πολλών ανθρώπων, πολλές φορές παιδιών. Καταλήγει σε συμπεράσματα που εκθέτει ως αλήθειες στηριζόμενο σε δυο, τρεις πληροφορίες που ξεπήδησαν χωρίς καμία χρήση δημοσιογραφικής δεοντολογίας, σωστής έρευνας και χωρίς κανέναν σεβασμό στο ανθρώπινο δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής.
Όσοι αγαπάμε και σεβόμαστε την επιστήμη της Ψυχολογίας, με τον κόπο και με τον πόνο, που γεννά η αυτογνωσία, έχουμε καταλάβει ότι ο κάθε άνθρωπος αναζητά την αλήθεια του όσο ζει. Η αλήθεια του καθένα μας είναι αποτέλεσμα αμέτρητων παραγόντων, χτίζεται διαρκώς και δεν χωράει σε τίτλους ή σε σχόλια ή στο μυαλό του κάθε περαστικού.
Αυτό το σύστημα που περιγράψαμε εκθέτει ανεπανόρθωτα ανθρώπους, που συχνά είναι ευάλωτοι δυσχεραίνοντας την ήδη δύσκολη θέση τους και ταυτόχρονα εκτίθεται το ίδιο ως μη αξιόπιστο, ενοχλητικό και φρικτά τοξικό. Αυτοϋπονομεύεται και απωθεί έναν πολύ μεγάλο αριθμό ανθρώπων, που επειδή δεν μιλούν και δεν σχολιάζουν δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν.
Ο Πιραντέλλο μέσα από το έργο του νομίζω πως ήθελε να πει πως οι πονεμένοι άνθρωποι έχουν δικαίωμα να πονούν στην ησυχία τους, χωρίς την περιέργειά ή τα συμπεράσματά των άλλων. Ήθελε να δείξει την τρομερή υποκρισία του «ενδιαφέροντος», που δεν είναι παρά μια φευγαλέα έξαψη που νιώθει κανείς, όταν κοιτάζει από την κλειδαρότρυπα.
Θαύμασα το έργο αυτού του Πιραντέλλο όσο λίγα, γιατί ξεσκεπάζει με πανέξυπνο τρόπο την ανθρώπινη φύση. Ο καθένας μας μπορεί να νομίζει ότι ενδιαφέρεται για τους άλλους ή ακόμη και ότι μπορεί να βοηθά αναζητώντας την αλήθεια. Το ότι το νομίζουμε, όμως, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι συμβαίνει στ’ αλήθεια.