Η πρόσφατη ανάρτηση του Αμερικανού Προέδρου ως Χριστός στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπως και οι δηλώσεις του σε βάρος του Ποντίφικα, δεν αποτελούν μια συνηθισμένη ανταλλαγή αιχμών. Ούτε για μια διαφωνία σε επίπεδο θέσεων ή ιδεολογίας. Ο τρόπος με τον οποίο διατυπώθηκαν ξεπέρασε τα όρια της πολιτικής κριτικής και άγγιξε την προσωπική απαξίωση και το θρησκευτικό συναίσθημα . Έτσι, επανέρχεται στο προσκήνιο ένα παλιό αλλά διαρκώς επίκαιρο ερώτημα. Μέχρι πού μπορεί να φτάσει ο δημόσιος λόγος πριν χάσει το ήθος και την αξιοπρέπειά του;
Το φαινόμενο δεν είναι μεμονωμένο. Αντίθετα, εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση που διαπερνά τη διεθνή πολιτική σκηνή. Τη μετατροπή της επιχειρηματολογίας σε επίδειξη ισχύος. Όταν, δηλαδή, η διαφωνία δεν εκφράζεται με τεκμήρια αλλά με ειρωνεία. Όταν ο αντίπαλος δεν αντιμετωπίζεται ως συνομιλητής αλλά ως στόχος, τότε η πολιτική παύει να υπηρετεί τον διάλογο και γίνεται εργαλείο εντυπώσεων.
Στον πυρήνα αυτής της μετατόπισης βρίσκεται ένα γνώριμο, αλλά διαχρονικά επικίνδυνο χαρακτηριστικό. Η αλαζονεία της εξουσίας. Η πεποίθηση ότι η θέση που κατέχει κανείς του επιτρέπει να κινείται χωρίς όρια, να μιλά χωρίς αυτοσυγκράτηση, να αποδίδει στον εαυτό του ρόλο τελικού κριτή. Πρόκειται για μια λεπτή αλλά καθοριστική αλλοίωση. Η ευθύνη μετατρέπεται σε προνόμιο. Η σύγκρουση με ένα θρησκευτικό πρόσωπο, όσο σημαντικό κι αν είναι, δεν είναι από μόνη της προβληματική. Σε μια ανοιχτή κοινωνία, η κριτική είναι αναφαίρετο δικαίωμα. Το κρίσιμο ερώτημα είναι ο τρόπος. Όταν ο λόγος χάνει τη νηφαλιότητά του και διολισθαίνει στην υποτίμηση, τότε δεν πλήττεται μόνο το πρόσωπο που στοχοποιείται, αλλά και το επίπεδο της δημόσιας συζήτησης συνολικά.
Η Ορθόδοξη παράδοση, χωρίς να εμπλέκεται σε πολιτικές αντιπαραθέσεις, θέτει ένα σταθερό κριτήριο για την άσκηση ηγεσίας. Η εξουσία δεν νοείται ως επιβολή, αλλά ως διακονία. Δεν είναι μέσο κυριαρχίας, αλλά ευθύνη απέναντι στους άλλους. Ο ηγέτης δεν ξεχωρίζει επειδή υψώνεται πάνω από τους πολλούς, αλλά επειδή μπορεί να σταθεί δίπλα τους χωρίς να αποκόπτεται από την πραγματικότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, η έννοια του «μέτρου» αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Το μέτρο δεν είναι περιορισμός της ελευθερίας, αλλά προϋπόθεση ωριμότητας. Η απουσία του οδηγεί στην ύβρη. Όχι μόνο με τη θρησκευτική έννοια, αλλά ως γενικευμένη υπέρβαση ορίων. Όταν κάποιος θεωρεί ότι δεν υπόκειται σε κανόνες ευπρέπειας, ότι μπορεί να προσβάλλει χωρίς κόστος, τότε η φθορά έχει ήδη ξεκινήσει.
Η εμπειρία δείχνει ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν προκύπτουν από βεβαιότητα, αλλά από ανασφάλεια. Πίσω από την επιθετική ρητορική συχνά κρύβεται ο φόβος της αμφισβήτησης, η αγωνία διατήρησης της επιρροής, η ανάγκη να επιβεβαιωθεί η ισχύς. Ο θόρυβος λειτουργεί ως κάλυψη. Όμως η ιστορία έχει δείξει ότι η ισχύς χωρίς αυτογνωσία δεν εδραιώνεται αλλά απομονώνεται. Τίθεται επίσης ένα ευρύτερο ερώτημα. Ποια είναι τα όρια της πολιτικής κριτικής όταν αφορά το θρησκευτικό πεδίο; Δεν πρόκειται για ζήτημα «υπεράσπισης» του Θεού ή των θεσμών. Εκείνο που διακυβεύεται είναι η δυνατότητα συνύπαρξης διαφορετικών κόσμων – του πολιτικού και του πνευματικού – χωρίς να καταρρέει ο μεταξύ τους σεβασμός. Όταν αυτός ο σεβασμός υποχωρεί, η κοινωνία γίνεται πιο εύθραυστη.
Σε μια εποχή έντονων αντιθέσεων, όπου οι λέξεις ταξιδεύουν πιο γρήγορα από τη σκέψη, η ποιότητα του δημόσιου λόγου αποτελεί κρίσιμο δείκτη δημοκρατικής ωριμότητας. Δεν αρκεί να υπάρχει ελευθερία έκφρασης. Απαιτείται και η ευθύνη της χρήσης της. Διαφορετικά, η ελευθερία μετατρέπεται σε εργαλείο διάβρωσης. Ο πραγματικός ηγέτης δεν είναι εκείνος που επιδιώκει να εντυπωσιάσει, αλλά εκείνος που είναι ικανός. Δεν χρειάζεται να υψώσει τον τόνο για να ακουστεί. Δεν καταφεύγει σε προσωπικές αιχμές για να κερδίσει έδαφος. Αντίθετα, επενδύει στη σαφήνεια, στη σοβαρότητα και στη συνέπεια.
Τελικά, η δοκιμασία της ηγεσίας δεν βρίσκεται στη δύναμη που διαθέτει, αλλά στον τρόπο που την ασκεί. Στην ικανότητά της να παραμένει εντός ορίων, ακόμη και όταν θα μπορούσε να τα υπερβεί. Σε έναν κόσμο που συχνά ταυτίζει τη δυναμική παρουσία με την επιθετικότητα, η αυτοσυγκράτηση μοιάζει αδυναμία. Στην πραγματικότητα, είναι ένδειξη εσωτερικής ισορροπίας. Και ίσως αυτό να είναι το πιο επίκαιρο μάθημα. Ότι το μέτρο δεν περιορίζει την εξουσία. Τη νοηματοδοτεί. Και ότι χωρίς αυτό, ακόμη και η πιο ισχυρή φωνή κινδυνεύει να χάσει το κύρος της.