Ως επιχειρηματική οντότητα ορίζεται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο είτε ένωση προσώπων και επιχείρηση ή οργανισμός κερδοσκοπικού (ή μη) χαρακτήρα, υπαγόμενη στον ιδιωτικό/δημόσιο τομέα και περιλαμβάνουσα όλες τις εταιρικές κατηγορίες [αστικές και εμπορικές (προσωπικές-ομόρρρυθμες/ετερόρυθμες, μικτές-εταιρείες περιορισμένης ευθύνης-ΕΠΕ/μονοπρόσωπες ΕΠΕ και κεφαλαιουχικές-ανώνυμες)]. Μία μορφή επιχειρηματικής οντότητας συνιστούν και οι μονάδες υγείας (νοσοκομεία, κλινικές, κέντρα υγείας), οι οποίες, δια της εφαρμογής των οικονομικών αρχών (διαχείριση πόρων, μελέτη κόστους, διερεύνηση αποδοτικότητας), επιδιώκουν την ικανοποίηση των υγειονομικών αναγκών των ασθενών και την παράλληλη εύτακτη ανταπόκριση της υγειονομικής μονάδας στις υποχρεώσεις της (μακροπρόθεσμες, βραχυπρόθεσμες, τραπεζικές, υποχρεώσεις σε προμηθευτές-διάφορους πιστωτές, πληρωτέα γραμμάτια, υποχρεώσεις προς ασφαλιστικούς οργανισμούς, υποχρεώσεις από φόρους και τέλη), με συνεκδοχική προάσπιση της οικονομικής βιωσιμότητάς της.
Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στον θεσμό της λογιστικής τυποποίησης και του λογιστικού σχεδιασμού στις δημόσιες υγειονομικές μονάδες της ημεδαπής (ΠΔ 146/03), με αποτέλεσμα τον εκσυγχρονισμό της οικονομικής διαχείρισής τους, τη διασφάλιση αυξημένης διαφάνειας, την παρακολούθηση και περιστολή του κόστους παραγωγής υπηρεσιών υγείας (κατανάλωση φαρμάκων-ιατροτεχνολογικού υγειονομικού υλικού ανά ασθενή και είδος πάθησης, εργαστηριακά κόστη, ημέρες νοσηλείας, επιβάρυνση ασφαλιστικών φορέων) και συνεπακόλουθα την αναβάθμιση των παρεχομένων υγειονομικών υπηρεσιών.
Η ολοκληρωμένη εικόνα μιας υγειονομικής μονάδας, αποτυπούμενη στον προσδιορισμό της οικονομικής θέσης της (δυνατότητα ανταπόκρισης στις υποχρεώσεις της και εκμετάλλευσης ευκαιριών) και της αποδοτικότητάς της, απαιτεί επισταμένη ανάλυση πληροφοριών που περιλαμβάνονται στους καταρτιζόμενους απολογισμούς καθώς και σε επιπρόσθετα εξωλογιστικά στοιχεία. Η πλέον σημαίνουσα πηγή πληροφοριών προς εκτίμηση της οικονομικής δραστηριότητας (επίδοσης) μιας μονάδας υγείας είναι οι βασικές λογιστικές καταστάσεις, ο ισολογισμός και η κατάσταση αποτελεσμάτων χρήσης (ΚΑΧ).
Ο πρώτος υποδηλώνει την οικονομική κατάσταση συγκεκριμένης χρονικής στιγμής με αποτύπωση των μέσων δράσης, ήτοι το ενεργητικό διακρινόμενο σε πάγιο [εδαφικές εκτάσεις, κτίρια, μηχανήματα, μεταφορικά μέσα, έπιπλα και ασώματες ακινητοποιήσεις (ήτοι άϋλα πάγια στοιχεία που συνιστούν περιουσιακά στοιχεία δίχως φυσική μορφή αλλά με οικονομική αξία, αποτιμώμενα χρηματικά και που χρησιμοποιούνται παραγωγικά για χρονικό διάστημα άνω του έτους, όπως διπλώματα ευρεσιτεχνίας, λογότυποι, σήματα, πελατεία, φήμη, υπεραξία, καλή οργάνωση)] και κυκλοφορούν (αποθέματα, απαιτήσεις, χρεόγραφα, διαθέσιμα) σε συνδυασμό με τις πηγές χρηματοδότησης (παθητικό). Η ΚΑΧ αντανακλά το οικονομικό αποτέλεσμα της υγειονομικής μονάδας σε μία λογιστική χρήση (βαθμός και τρόπος μεταβολής της καθαρής θέσης), όπου παρουσιάζονται τα περιουσιακά στοιχεία της μονάδας, οι πηγές προέλευσης των κεφαλαίων της και τα απορρέοντα (από τη δραστηριότητά της) οικονομικά αποτελέσματα.
Τα οργανικά έσοδα συνιστούν κάθε αύξηση της καθαρής θέσης, ήτοι ίδια κεφάλαια, διακρινόμενα στο μετοχικό κεφάλαιο (καταβλημένο, οφειλόμενο, αποσβεσμένο) και στο αποθεματικό (τακτικό, υπέρ το άρτιο, αποθεματικό από αναπροσαρμογή της εύλογης αξίας ενός παγίου) από παροχή υπηρεσιών, πώληση εμπορευμάτων, πιστωτικούς τόκους (δεδουλευμένοι τόκοι εισπρακτέων γραμματίων) και τα οργανικά έξοδα αφορούν σε μείωση της καθαρής θέσης από αμοιβές-έξοδα προσωπικού και τρίτων, τόκους-συναφή έξοδα, ενοίκια, παροχές τρίτων (φόροι-τέλη), κόστος πωληθέντων, αποσβέσεις και χρησιμοποιηθέντα αποθέματα κατά τη διάρκεια χρήσης.
Η διαφορά εσόδων-εξόδων ορίζεται ως αποτέλεσμα (κερδοφόρο/ζημιογόνο) της εκμετάλλευσης των περιουσιακών στοιχείων της υγειονομικής μονάδας και με προσθήκη των ανόργανων και έκτακτων κερδών (από εκποίηση ακινήτων/μεταφορικών μέσων/εξοπλισμού, ποινικές ρήτρες, επιχορηγήσεις) και αφαίρεση ανόργανων και έκτακτων ζημιών (από ποινικές ρήτρες, φορολογικά πρόστιμα, εκποίηση ακινήτων/ μέσων/εξοπλισμού, καταστροφή εμπορευμάτων) προκύπτει το αποτέλεσμα χρήσης για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.
Ξεχωριστή σημασία αποδίδεται στην έννοια των απαιτήσεων από αμφοτεροβαρείς συμβάσεις (νομικός τύπος συμφωνίας που δημιουργεί δικαιώματα και υποχρεώσεις και για τις δύο υπογράφουσες πλευρές, πχ. πώληση, όπου ο πωλητής υποχρεούται στην παράδοση συγκεκριμένου προϊόντος και ο αγοραστής στην καταβολή του σχετικού τιμήματος), της εμπράγματης ασφάλειας [δικαίωμα εξασφαλίζον την ικανοποίηση μιας απαίτησης (π.χ. δανείου) μέσω δέσμευσης (υποθήκη/ενέχυρο) περιουσιακού στοιχείου (κινητού/ακινήτου) του οφειλέτη, παρέχοντας τη δυνατότητα στον δανειστή να προβεί σε εκποίησή του, λαμβάνοντας την απαίτησή του εάν ο οφειλέτης αθετήσει την υποχρέωσή του], των δεδουλευμένων εσόδων (πραγματοποιηθέντα, ανεξαρτήτως της είσπραξής τους, όπως τόκοι προθεσμιακών καταθέσεων) και εξόδων (που έχουν καταναλωθεί, ανεξαρτήτως εάν έχουν πληρωθεί, όπως λογαριασμοί ηλεκτροδότησης) καθώς και των μη δεδουλευμένων (όσα δεν έχουν παραχθεί κατά την ημερομηνία σύνταξης των λογιστικών καταστάσεων).
Ειδικότερα, η χρηματοοικονομική ανάλυση στοχεύει στον προσδιορισμό των ισχυρών και τρωτών σημείων της μονάδας υγείας καθώς και του βαθμού κερδοφορίας και της χρηματοοικονομικής ισχύος της, με ανάλυση λογιστικών καταστάσεων χρηματοοικονομικής πληροφόρησης (αποτέλεσμα της λογιστικής διαδικασίας) και αξιολόγηση αποτελεσμάτων, διαφοροποιούμενη σε εσωτερική και εξωτερική, βάσει επιλεχθέντων προς επεξεργασία στοιχείων και κατηγοριοποίησης αναλυτών και σε τυπική και ουσιαστική (με αριθμοδείκτες), βάσει σταδίων διενέργειας ανάλυσης (έλεγχος εξωτερικής διάρθρωσης ισολογισμού-λογαριασμού αποτελεσμάτων χρήσης).
Σχετικά με την πρώτη μορφή ανάλυσης, επιμερισμένα, η διοίκηση της υγειονομικής μονάδας επικεντρώνεται στη σύνθεση και διάρθρωση των κεφαλαίων της για τον προσδιορισμό της οικονομικής κατάστασής της, τη δυναμική κερδοφορίας και την επιχειρηματική προοπτική, οι μέτοχοι-επενδυτές εστιάζουν στην απόδοση των επενδεδυμένων κεφαλαίων (λήψη μερίσματος, πιθανή άντληση δικαιωμάτων από διανομή των αποθεματικών της μονάδας υγείας, προσδοκώμενη αυξημένη τιμή μετοχής για εξασφάλιση κεφαλαιακής κερδοφορίας) με εξέταση της οικονομικής κατάστασης και οικονομικής θέσης της υγειονομικής μονάδας εντός του συναφούς κλάδου, της διάρθρωση των κεφαλαίων της και της δυναμικής της, οι εργαζόμενοι ενδιαφέρονται για τη μακροχρόνια σταθερότητα και προοπτική της μονάδας υγείας (προς διασφάλιση της εργασιακής απασχόλησης και των μισθολογικών απολαβών), οι συνδικαλιστικές οργανώσεις, μέσω αξιοποίησης των οικονομικών αποτελεσμάτων, μεριμνούν για την επίτευξη βέλτιστων όρων εργασίας-αμοιβών προ της υπογραφής συλλογικών εργασιακών συμβάσεων) και τα μέλη ελεγκτικών κλιμακίων (εσωτερικών-εξωτερικών) απασχολούνται με την ανίχνευση δυνητικών λογιστικών σφαλμάτων (εσκεμμένων για προσπορισμό παράνομου κέρδους είτε εκ παραδρομής), με διερεύνηση του συνόλου των οικονομικών στοιχείων.
Επιπλέον, οι δανειστές χρηματικών κεφαλαίων στη μονάδα υγείας και οι πιστωτές της (προμηθευτές πρώτων υλών, εμπορευμάτων, υπηρεσιών) απαρτίζουν μια πρόσθετη κατηγορία ενδιαφερομένων, οι οποίοι διακρίνονται στους βραχυχρόνιους, οι οποίοι, εν πρώτοις, επιδιώκοντας την καταβολή τόκων και επιστροφή του δανειακού κεφαλαίου, ενδιαφέρονται για την πιστοληπτική ικανότητα της υγειονομικής μονάδας και την ανταπόκρισή της στις τρέχουσες υποχρεώσεις της, την πραγματική αξία των περιουσιακών στοιχείων της και τη δυνατότητα και το βαθμό ρευστοποίησής τους (επίπεδο ρευστότητας της μονάδας) καθώς και της ταχύτητας κυκλοφορίας τους και στους μακροχρόνιους που εστιάζουν στους μακροχρόνιους οικονομικές δείκτες, ήτοι διάρθρωση κεφαλαίων (σχέση ιδίων προς δανειακά – αλλότρια – κεφάλαια προς ανίχνευση του βαθμού επιχειρηματικής ασφάλειας και πρόβλεψης επιχειρηματικών επιλογών για δανεισμό/προσφυγή στην κεφαλαιαγορά προς άντληση κεφαλαίων με έκδοση νέων μετοχών), μελλοντικές εισροές κεφαλαίων, τρέχοντα και μελλοντικά κέρδη, δυναμική κερδών, οικονομική ισχύ της μονάδας και δυνατότητα ανταπόκρισής της σε δυνητικά μεταβαλλόμενες καταστάσεις.
Τέλος, η μελέτη των ανωτέρω, διενεργούμενη και για λογαριασμό ετέρων ενδιαφερομένων (εφοριακοί ελεγκτές πχ. για καταβολή φόρων και εξόφληση φορολογικών υποχρεώσεων από άντληση εσόδων) καθώς και χρηματιστηριακών αναλυτών και εξειδικευμένων σε θέματα εξαγορών-συγχωνεύσεων οικονομικών ερευνητών, συμπληρωματικά με τις ανωτέρω πληροφορίες, συνεκτιμά και τα άϋλα περιουσιακά στοιχεία (φήμη, πελατεία), εξόφληση ληξιπρόθεσμων τόκων-λοιπών υποχρεώσεων και αδιάλειπτη καταβολή μερισμάτων.
Αναφορικά με την τυπική και ουσιαστική χρηματοοικονομική ανάλυση, τα εν χρήσει εργαλεία ανάλυσης λογιστικών καταστάσεων διακρίνονται στις στατιστικές εκτιμήσεις μεταβλητών, στον υπολογισμό αριθμοδεικτών (ratio analysis), μαθηματική σχέση δύο λογιστικών μεγεθών της οικονομικής οντότητας που συνδέονται αιτιολογικά μεταξύ τους, στη συγκριτική/διαχρονική μέθοδο ανάλυσης (time series analysis of financial ratios) και καταστάσεις τάσης με αριθμοδείκτες τάσεως (trend percentages), χρησιμοποιούμενες όταν οι συγκρίσεις σχετίζονται με μεγέθη μακράς χρονικής περιόδου, σε εξειδικευμένες μεθόδους [ανάλυση μεταβολών οικονομικής θέσης επιχείρησης και νεκρού σημείου (break-even point) δηλαδή το ύψος πωλήσεων στο οποίο η υγειονομική μονάδα καλύπτει τα σταθερά και μεταβλητά έξοδά της, δίχως παραγωγή κέρδους/ζημίας με τις μεθόδους μικτού περιθωρίου (contribution margin method), μαθηματικής ισότητας (equation method) και γραφικής παράστασης (graph method)] και στη μέθοδο ανάλυσης χρονολογικών σειρών λογιστικών καταστάσεων μέσω καταστάσεων κοινών μεγεθών (time series analysis of common size statements), ως τμήμα της διαστρωματικής/κάθετης ανάλυσης (vertical analysis).
Με την τελευταία, συγκρίνονται τα κοινά μεγέθη μιας μονάδας υγείας σε διαχρονική βάση, ενώ η αξιοποίηση της μεθόδου συγκριτικών χρηματοοικονομικών καταστάσεων (comperative statements) υποδηλώνει ότι η αξιοπιστία των εξαγομένων πορισμάτων αυξάνεται αναλογικά με τον αριθμό των ετών για τα οποία παρέχονται πληροφορίες.
Ως ιδιαίτερης χρησιμότητας εργαλείο, η κατάσταση κοινών μεγεθών (επί τοις εκατό αποτύπωση ισολογισμών και ΚΑΧ, δηλαδή του συνόλου ενεργητικού και παθητικού είτε καθαρών πωλήσεων χρήσης) ενδείκνυται για ταχύτερο και ακριβέστερο προσδιορισμό της σπουδαιότητας κάθε στοιχείου, σύγκριση λογιστικών στοιχείων μιας υγειονομικής μονάδας και μεταξύ αυτής και ανταγωνιστικών (ομοειδών και αντιπροσωπευτικών), με έμφαση στις πηγές προέλευσης κεφαλαίων, τις βραχυπρόθεσμες-μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις και στον τρόπο κατανομής κεφαλαίων εντός των επιμέρους περιουσιακών στοιχείων (κυκλοφορούν ενεργητικό, πάγιο, διαθέσιμο).
Περαιτέρω, παρέχει αξιόπιστη ενημέρωση για την ορθότητα και τον βαθμό κατανομής επενδύσεων σε αποθέματα είτε απαιτήσεις, την κατανομή (ή μη) υψηλού ποσοστού κεφαλαίων σε αποθέματα/απαιτήσεις, την επάρκεια (ή μη) κυκλοφοριακών στοιχείων και τη διερεύνηση εάν τα πάγια της μονάδας υγείας υπερβαίνουν τον μέσο όρο του κλάδου στον οποίο υπάγεται και τέλος αποτυπώνει τη διαρθρωτική ανάλυση των στοιχείων των λογιστικών καταστάσεων και εξακριβώνει το ποσοστό των απορροφουμένων (από κάθε είδος εξόδου) πωλήσεων και του παραμένοντος ως κέρδους.
Συμπληρωματικά, η ουσιαστική χρηματοοικονομική ανάλυση και ερμηνεία των οικονομικών στοιχείων μιας υγειονομικής μονάδας επιτυγχάνεται μέσω χρήσης αριθμοδεικτών (μαθηματικές μορφές συσχέτισης ενός κονδυλίου ισολογισμού/ΚΑΧ ως προς ένα άλλο), ενώ για την ολοκληρωμένη αποτύπωση της οικονομικής κατάστασής της (πλεονεκτήματα/πιθανή οικονομική υστέρηση), προϋπόθεση είναι η σύγκριση και ο συνδυασμός αριθμοδεικτών με αντιπροσωπευτικούς του κλάδου στον οποίο υπάγεται η μονάδα υγείας ή πρότυπους (παλαιότερων οικονομικών στοιχείων λογιστικών καταστάσεων της υγειονομικής μονάδας υγείας, από κατάλληλα επιλεχθείσες ανταγωνίστριες μονάδες, έτερους, αναφερόμενους σε οικονομικά στοιχεία του κλάδου και λογικά πρότυπα – βάσει προσωπικής πείρας – του εκάστοτε αναλυτή).
Αναλυτικά, καταγράφονται οι αριθμοδείκτες δραστηριότητας (activity ratios), με τους οποίους υπολογίζεται η ταχύτητα βραχυπροθέσμων υποχρεώσεων (trade creditors to purchases ratio), κυκλοφορίας αποθεμάτων (inventories turnover ratio), εισπράξεως απαιτήσεων (receivables turnover ratio), κυκλοφορίας καθαρού κεφαλαίου κίνησης (net working capital turnover ratio), κυκλοφορίας ενεργητικού (asset turnover ratio), κυκλοφορίας ιδίων κεφαλαίων (owner’s equity turnover ratio), κυκλοφορίας παγίων (fixed asset turnover ratio), ρευστότητας (liquidity ratios), όπως γενικής ρευστότητας/κεφαλαίου κίνησης (current ratio), ειδικής ρευστότητας (acid-test ratio), αμυντικού χρονικού διαστήματος (defensive interval ratio), ταμειακής ρευστότητας (cash ratio) και αποδοτικότητας (profitability ratios), ήτοι καθαρού περιθωρίου/καθαρού κέρδους (net profit margin), μικτού περιθωρίου/μικτού κέρδους (gross profit margin), αποδοτικότητας ιδίων κεφαλαίων (return on net worth), αποδοτικότητας απασχολουμένων κεφαλαίων (return to total capital employed), αποδοτικότητας ενεργητικού (return on total assets), οικονομικής μόχλευσης-επίδρασης ξένων, δανειακών κεφαλαίων στα κέρδη της οικονομικής μονάδας (financial leverage ratio), δαπανών συντήρησης και επισκευών προς πάγια (ratio of maintenance and repairs to fixed assets), δαπανών συντήρησης και επισκευών προς πωλήσεις (ratio of maintenance and repairs to net sales), απόσβεσης παγίων (ratio of depreciation of fixed assets), αποσβέσεων προς πωλήσεις (ratio of depreciation to net sales).
Οι ανωτέρω αριθμοδείκτες συμπληρώνονται με εκείνους της διάρθρωσης κεφαλαίων και βιωσιμότητας (financial structure and viability ratios) που περιλαμβάνουν αριθμοδείκτες ιδίων κεφαλαίων προς πάγια (ratio of owner’s to fixed assets), ιδίων κεφαλαίων προς συνολικά κεφάλαια (ratio owner’s equity to total assets), ιδίων κεφαλαίων προς δανειακά κεφάλαια (ratio owner’s equity to total liabilities), παγίων προς μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις (ratio of fixed assets to long term liabilities), κυκλοφορούντος ενεργητικού προς συνολικές υποχρεώσεις (ratio of current assets total liabilities), κάλυψης τόκων (number of times interest earned), επενδύσεων (investment ratios), επιμερισμένοι σε μέρισμα ανά μετοχή (dividends per share), κέρδη ανά μετοχή (earnings per share), μερισματική απόδοση ιδίων κεφαλαίων (dividend yield on equity capital), εσωτερική αξία μετοχής (book value per share), ποσοστό διανεμομένων κερδών (percentage of distributed profits), ταμειακή ροή ανά μετοχή (cash flow per share), σχέση τιμής προς κέρδη ανά μετοχή (price earnings ratio), ποσοστό αυτοχρηματοδότησης (percentage of self-financing ratio), απόσβεση ανά μετοχή (depreciation per share), διάρκεια εξόφλησης επενδύσεων (ratio of investment payback period) απόδοση μετοχής σε ταμειακή ροή (cash flow) και δαπανών λειτουργίας (operating expense ratios) που απαρτίζονται από αριθμοδείκτες καθαρών κερδών προς αμοιβές απασχολουμένων (trading profit to wages), λειτουργικών εξόδων προς πωλήσεις (operating expenses to net sales ratio), λειτουργικών εξόδων (operating ratio), κάλυψης επενδύσεων (ratio of accumulated depreciation to new investments) και παγίων προς μέσο αριθμό απασχολουμένων (ratio fixed assets to average number of employees).
Συνεπώς, με την αρωγή της χρηματοοικονομικής αξιολόγησης, ως πολύτιμο εργαλείο λήψης οικονομικών αποφάσεων και χάραξης υγειονομικής πολιτικής προς επιλογή της ταυτότητας και του κόστους των παρεχομένων υγειονομικών υπηρεσιών, επιτυγχάνεται το βέλτιστο σημείο ισορροπίας της ορθολογικής διαχείρισης και αποδοτικότητας των διαθεσίμων πόρων (κατανομή προσωπικού, εξοπλισμού και υλικών), ώστε να μεγιστοποιείται η ποιότητα των προσφερομένων υπηρεσιών υγείας, συνδυάζοντας την τελεσφόρο ιατροφαρμακευτική περίθαλψη με την εύρυθμη διοικητική λειτουργία των μονάδων υγείας και τη διασφάλιση της βιωσιμότητάς τους.
Ισίδωρος Μέντης, Φαρμακοποιός (ΕΚΠΑ), Κάτοχος Μεταπτυχιακού Τίτλου Σπουδών στη Διοίκηση Οικονομικών Μονάδων με εξειδίκευση στα Οικονομικά της Υγείας (ΕΚΠΑ), Υποψήφιος Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής Αθηνών και στέλεχος Διεύθυνσης Φαρμάκου Κεντρικής Υπηρεσίας ΕΟΠΥΥ (isidorosm@gmail.com)