Πολύς λόγος γίνεται σχετικά με την ασκηθείσα –κατά τα λεγόμενα με περίσσια αυτοπεποίθηση– ελληνική εξωτερική πολιτική έναντι της Τουρκίας. Υπό αυτό το πραγματολογικό ή μη στοιχείο προκύπτουν εύλογοι προβληματισμοί για μία σειρά ζητημάτων που εκφεύγουν πλέον από το αμιγές ελληνο-τουρκικό πλαίσιο. Μετά λοιπόν τον Ιούλιο του 2023 επανεκκίνησε ο ελληνο-τουρκικός διάλογος με διακηρυγμένο στόχο την εμπέδωση και τη συνεχή ανατροφοδότηση του καλού κλίματος μεταξύ των δύο χωρών. Η Διακήρυξη των Αθηνών, η οποία υπεγράφη την 7η Δεκεμβρίου του 2023 εστιάζει στον Πολιτικό Διάλογο (θέματα αμοιβαίου συμφέροντος και διερευνητικές/διαβουλευτικές συνομιλίες) στη Θετική Ατζέντα (Κοινό Σχέδιο Δράσης, περιλαμβάνει μέτρα κοινού ενδιαφέροντος στους τομείς της επιχειρηματικότητας-οικονομίας, τουρισμού, μεταφορών, ενέργειας κτλ) και στα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (αφορούν το στρατιωτικό τομέα με σκοπό την εξάλειψη αδικαιολόγητων πηγών έντασης).
Η λογική της συγκεκριμένης στρατηγικής έγκειται στο γεγονός ότι συνδυαστικά αυτές οι τρεις συνιστώσες του επανακάμψαντος ελληνο-τουρκικού διαλόγου θα άμβλυναν τις εκ διαμέτρου αντίθετες θεάσεις των δύο κρατών για μια σειρά ζητημάτων που αφορούν το Αιγαίο, τη Θράκη και την Ανατολική Μεσόγειο· το Κυπριακό έχει ήδη αποσυνδεθεί από τις διμερείς σχέσεις. Φευ, ως σήμερα η «αρνητική» ατζέντα παραμένει ακλόνητη. Στο μεσοδιάστημα, πέραν του γνωστού επιμυθίου περί της ανάγκης ύπαρξης ανοικτών διαύλων μεταξύ των δύο κρατών ώστε να δημιουργήσουν–πώς και πότε ακριβώς εξακολουθούν να εμπίπτουν στη σφαίρα του απροσδιόριστου– οι κατάλληλες συνθήκες για να ξεπεραστεί(ούν) το(α) διμερές(ή) ζήτημα(τα), προστέθηκε και το ρητόρευμα περί της απαρασάλευτης αυτοπεποίθησης, βάσει της οποίας η ελληνική πλευρά διεξάγει συνομιλίες με την Τουρκία.
Προφανώς η αυτοπεποίθηση συνιστά εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση είτε συνδιαλέγεσαι σε προσωπικό επίπεδο, πολλώ δε μάλλον όταν εκπροσωπείς τη χώρα σου. Επομένως η διαρκής υπόμνησή της ως βασική συνιστώσα της διαπραγματευτικής πρακτικής από τον Έλληνα πρωθυπουργό και τους αρμοδίους κυβερνητικούς παράγοντες είναι μάλλον περιττή. Βεβαίως αυτοπεποίθηση χρειάζεται, όχι μόνο όταν αποφασίσεις να συναντήσεις κάποιον για να συνομιλήσεις/διαπραγματευτείς/συνδιαλλαγείς, αλλά κι όταν αποφασίσεις να διακόψεις την (προ)διαπραγματευτική διαδικασία, προπάντων όταν αυτός εξακολουθεί να αμφισβητεί την κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας σου.
Στα δυόμιση έτη που έχουν παρέλθη από την επανέναρξη του ελληνοτουρκικού διαλόγου ουδέν νεότερο και ευμενέστερο έχει ανακύψει για την ελληνική πλευρά, όσον αφορά τα ζητήματα που η Τουρκία θέτει και η Ελλάδα τα θεωρεί μη διαπραγματεύσιμα.
Φαίνεται λοιπόν ότι ο ελληνο-τουρκικός διάλογος όπως αυτός λαμβάνει χώρα έχει αποσυνδεθεί από τον τουρκικό αναθεωρητισμό, στο βαθμό που η Τουρκία συνεχίζει να θέτει τις ηγεμονικές της αξιώσεις έναντι της Ελλάδας δίχως να επηρεάζονται οι διμερείς σχέσεις. Συναφώς, η Τουρκία προσεγγίζει τη συγκαιρινή αναβάθμιση της Ελλάδας στο περιφερειακό επίπεδο (βλ. κάθετος διάδρομος, διευρυμένη στρατιωτική παρουσία των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ελλάδα, εμβάθυνση διμερών σχέσεων της Ελλάδας με χώρες της περιοχής), η οποία προέκυψε κι από εξωγενείς παράγοντες (Πόλεμος στη Γάζα, Πόλεμος στην Ουκρανία και αμερικανική πολιτική για ενεργειακή απεξάρτηση της Ευρώπης από τη Ρωσία) ως αρνητική για την ίδια εξέλιξη.
Επομένως, το αφήγημα ότι η επένδυση στη θετική ατζέντα θα αναδιαμορφώσει το πλαίσιο και την προοπτική των ελληνο-τουρκικών σχέσεων, από παίγνιο μηδενικού σε παίγνιο θετικού αθροίσματος, έως σήμερα δεν επιβεβαιώνεται. Η Τουρκία προσεγγίζει την όποια γεωπολιτική και/ή γεωοικονομική αναβάθμιση της Ελλάδας ως κατάσταση που επηρεάζει δυσμενώς τις στοχεύσεις της να καταστεί κυρίαρχη περιφερειακή δύναμη.
Οι χαμηλές προσδοκίες από το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας στην Άγκυρα για τις οποίες και τώρα μας προδιαθέτουν, άλλοτε χρησιμοποιούνται ως επιχειρήματα για να καταλαγιάσουν τις εύλογες ανησυχίες της ελληνικής κοινωνίας–σχετικά με το περιεχόμενο των διμερών συναντήσεων– και άλλοτε ως ρεαλιστική εκτίμηση του εν λόγω εγχειρήματος. Βέβαια δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι προσδοκίες δεν έχουμε μόνο εμείς έναντι της Τουρκίας, στο πλαίσιο του διμερούς διαλόγου, αλλά και τρίτα κράτη προς την Ελλάδα όσον αφορά τη στάση της έναντι της Τουρκίας.
Κοντολογίς, η διαιώνιση μίας αλυσιτελούς (προ)διαπραγματευτικής διαδικασίας κινδυνεύει να καταστεί εξόχως επιζήμια εφ’ όσον τρίτα κράτη διαβλέψουν πως η ελληνική στάση έναντι του τουρκικού αναθεωρητισμού ενέχει στοιχεία μίας υπολανθάνουσας κατευναστικής διάθεσης. Σ’ αυτή την περίπτωση είναι ορατό το ενδεχόμενο η Ελλάδα να χαρακτηριστεί, από κράτη που η ίδια τα προσδιορίζει ως συμμαχικά, «στρατηγικός τζαμπατζής» και κράτος από το όποιο έχουν χαμηλές προσδοκίες για τον έλεγχο του τουρκικού αναθεωρητισμού.
Όντως χρειάζεται αυτοπεποίθηση για να επανεκκινήσεις το διάλογο με κράτος που θεωρεί ότι οι διμερείς σχέσεις οφείλουν να ευθυγραμμίζονται με τους δείκτες της ισχύος –και κυρίως με την αποφασιστικότητα έκαστου να τους χρησιμοποιήσει. Όμως χρειάζεται να επιστρατεύσεις περίσσια αυτοπεποίθηση όταν είναι αναγκαίο να επανακαθορίσεις το περιεχόμενο και κυρίως να διακόψεις μία διαδικασία που δεν ωφελεί ή βλάπτει τη χώρα σου. Σε διαφορετική περίπτωση η «αυτοπεποίθηση» συνιστά εσωτερίκευση του στρατηγικού καταναγκασμού που σου ασκεί το άλλο μέρος. Έως πρότινος η Ελλάδα έχει να διαχειριστεί την απειλή του τουρκικού αναθεωρητισμού καθ’ εαυτή, πλέον ο τρόπος αντιμετώπισής του συνιστά και κριτήριο συμμαχικής αξιοπιστίας προς τρίτα κράτη. Κάποια εξ αυτών (βλ. Ισραήλ και Γαλλία) έχουν αρκετά διαφορετική οπτική στο τι συνίσταται η αυτοπεποίθηση.