Η Ευρώπη βρίσκεται σήμερα σε ένα μεταβατικό στάδιο που δεν μπορεί πλέον να αγνοήσει. Το διεθνές σύστημα ισχύος αλλάζει όχι σταδιακά, αλλά δομικά. Η μεταψυχροπολεμική εποχή, η οποία χαρακτηρίστηκε από ένα σχεδόν μονοπολικό μοντέλο με τις Ηνωμένες Πολιτείες στο κέντρο, φθίνει. Όχι κατ’ ανάγκη επειδή οι ΗΠΑ καταρρέουν ως δύναμη, αλλά επειδή ο κόσμος δεν μπορεί πλέον να οργανωθεί γύρω από έναν και μόνο πόλο με σταθερούς κανόνες και προβλέψιμη συμπεριφορά.
Στους κινδύνους της νέας αυτής πραγματικότητας δεν συγκαταλέγεται μόνο η μετάβαση σε έναν πολυπολικό κόσμο, αλλά και η αυξανόμενη αστάθεια που προκύπτει όταν η ίδια η ηγεμονική δύναμη λειτουργεί με όρους απροβλεψιμότητας. Η εμπειρία πολιτικών επιλογών που αμφισβητούν διεθνείς κανόνες, αγνοούν θεσμικά αντίβαρα ή κινούνται στα όρια της θεσμικής νομιμότητας αναδεικνύει ένα κρίσιμο πρόβλημα: ότι η προσπάθεια διατήρησης του status quo μέσω μονομερών και πρωτοφανών αποφάσεων μπορεί να αποσταθεροποιήσει το σύστημα περισσότερο από την ίδια την απώλεια της ηγεμονίας.
Παράλληλα, αυταρχικές δυνάμεις όπως η Ρωσία και η Κίνα επιχειρούν να αμφισβητήσουν τη δυτική κυριαρχία, όχι μόνο στρατιωτικά ή οικονομικά, αλλά και πολιτισμικά. Ωστόσο, παρά την ισχύ που μπορούν να προβάλλουν, δυσκολεύονται να προσφέρουν ένα καθολικά ελκυστικό πρότυπο οργάνωσης κοινωνιών. Η περιορισμένη προστασία των ατομικών ελευθεριών, τα ανθρώπινα δικαιώματα υπό όρους και η θεσμική αυθαιρεσία συνιστούν δομικά εμπόδια για οποιαδήποτε αξιακή ηγεμονία σε παγκόσμιο επίπεδο.
Σε αυτό το περιβάλλον, η Ευρώπη καλείται να αποφασίσει αν θα παραμείνει ένας οικονομικός γίγαντας με πολιτικά πήλινα πόδια ή αν θα εξελιχθεί σε έναν αυτόνομο γεωπολιτικό πόλο. Η σημερινή αρχιτεκτονική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βασισμένη κυρίως στη διακυβερνητική συναίνεση και στις εθνικές ισορροπίες, αποδεικνύεται ανεπαρκής μπροστά στις προκλήσεις της εποχής. Η έλλειψη κοινής εξωτερικής πολιτικής, ενιαίας άμυνας και θεσμικής ταχύτητας υπονομεύει τη δυνατότητα της Ευρώπης να προστατεύσει τις αξίες και τα συμφέροντά της.
Η περαιτέρω ευρωπαϊκή ενοποίηση δεν αποτελεί ιδεολογική εμμονή, αλλά στρατηγική αναγκαιότητα. Μια πραγματική ομοσπονδιακή προοπτική, με κοινή διοίκηση σε κρίσιμους τομείς και σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων, θα μπορούσε να προσφέρει σταθερότητα, προβλεψιμότητα και δημοκρατική νομιμοποίηση. Όπως συμβαίνει σε άλλες ομοσπονδιακές δομές, οι τοπικές ιδιαιτερότητες και οι εθνικές ταυτότητες δεν θα εξαφανιστούν, αλλά θα ενταχθούν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο συλλογικής ασφάλειας και ευημερίας.
Η συζήτηση αυτή δεν μπορεί να αγνοεί τις κοινωνικές αντιδράσεις. Η άνοδος του συντηρητισμού και της εθνικής περιχαράκωσης σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες δεν είναι τυχαία. Αντανακλά τον φόβο απέναντι στην ταχύτητα των αλλαγών, την ανασφάλεια που προκαλεί η παγκοσμιοποίηση και την αίσθηση απώλειας ελέγχου. Ωστόσο, η απάντηση σε αυτούς τους φόβους δεν μπορεί να είναι η επιστροφή σε ένα παρελθόν που δεν υπάρχει πλέον, αλλά η οικοδόμηση θεσμών που προσφέρουν προστασία, συμμετοχή και διαφάνεια.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα έχει ρόλο να διαδραματίσει. Όχι ως παθητικός αποδέκτης αποφάσεων, αλλά ως ενεργό μέλος ενός ευρωπαϊκού πυρήνα. Αυτό προϋποθέτει μια σοβαρή, ευρωκεντρική πολιτική στρατηγική, με έμφαση στον θεσμικό εκσυγχρονισμό, την ψηφιοποίηση του κράτους και την άμεση αντιμετώπιση των χρόνιων παθογενειών της μεταπολίτευσης. Η αξιοποίηση της τεχνολογίας για τη διαφάνεια, την αξιοκρατία και τον περιορισμό του πελατειακού κράτους δεν είναι απλώς ζήτημα εσωτερικής μεταρρύθμισης, αλλά προϋπόθεση για να ανέβει η χώρα κλίμακα στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα.
Η Ευρώπη βρίσκεται, τελικά, μπροστά σε μια επιλογή ωριμότητας. Μπορεί να παραμείνει εγκλωβισμένη σε έναν κόσμο που αλλάζει χωρίς αυτήν ή να αναλάβει την ευθύνη που της αναλογεί. Η εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης δεν εγγυάται την απουσία κρίσεων. Μπορεί όμως να διασφαλίσει ότι αυτές οι κρίσεις θα αντιμετωπίζονται συλλογικά, θεσμικά και με σεβασμό στις αξίες που, παρά τις αδυναμίες τους, παραμένουν το ισχυρότερο συγκριτικό πλεονέκτημα της Ευρώπης.