Κατά καιρούς η κυβέρνηση εκδήλωνε τη πρόθεσή της να αρχίσει η διαδικασία της αναθεώρησης του Συντάγματος από τη παρούσα Βουλή, είχε προσδιορίσει τους πυλώνες της αναθεώρησης και τα προς αναθεώρηση άρθρα του Συντάγματος, χωρίς όμως να δώσει λεπτομέρειες (Ρακιντζής – 03-02-2026 – Η αναθεώρηση του Συντάγματος ante portas και 04-07-2024 – Ας μιλήσουμε για την αναθεώρηση του Συντάγματος).
Ο κ. Πρωθυπουργός, μιλώντας στη Βουλή, τοποθέτησε την έναρξη της διαδικασίας αναθεώρησης του Συντάγματος για τις 15 Μαΐου. Αναφέρθηκε γενικά στην αναθεώρηση των άρθρων 86 «περί ευθύνης υπουργών», 90 «για την επιλογή της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων», με τη σημείωση ότι θα γίνει χωρίς κυβερνητική παρέμβαση, 103 «για τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων σε συνδυασμό με την επίτευξη στόχων και αποτελεσματικότητα», 101 «για τις ανεξάρτητες αρχές», χωρίς όμως περαιτέρω λεπτομέρειες.
Επίσης, σύμφωνα με παλιότερες δηλώσεις, στα προς αναθεώρηση άρθρα θα περιλαμβάνονται: το άρθρο 16 για την ιδιωτική «ανώτατη εκπαίδευση», για τη θητεία του ΠτΔ και να μη συζητούνται προϋπολογισμοί που εκτρέπουν τα δημόσια οικονομικά.
Εξάλλου, ο κ. Πρωθυπουργός μίλησε για τη περίπτωση της συνταγματικής κατοχύρωσης θεμάτων που μπορούν να ρυθμιστούν με απλό νόμο, όπως της τεχνικής νοημοσύνης ως στοιχείο της προσωπικότητας (αρθ. 5 Συντάγματος), της μέριμνας για τη προσιτή στέγη, για τη λειτουργία των κομμάτων, στη μείωση του αριθμού των βουλευτών σε συνδυασμό με μονοεδρικές και πολυεδρικές εκλογικές περιφέρειες, τον εκλογικό νόμο (αρθ. 51 και 54 Συντάγματος) και τη καθιέρωση ασυμβιβάστου της θέσεως υπουργού και βουλευτή, με αναφορά ότι θα αναθεωρηθούν συνολικά 25 άρθρα χωρίς περαιτέρω λεπτομέρειες.
Δεν νομίζω όμως ότι είναι συμβατή με το άρθρο 60 Συντάγματος η πρόταση: όταν βουλευτής που χάνει τη βουλευτική έδρα γιατί έγινε υπουργός, την οποία καταλαμβάνει ο επιλαχών βουλευτής, να την καταλαμβάνει ξανά όταν λήξει η θητεία του ως υπουργού και ο ρεπαντζής βουλευτής να ξαναγυρίζει στο πάγκο των αναπληρωματικών.
Η αναθεώρηση του Συντάγματος διενεργείται σε δύο φάσεις, πρώτα από τη παρούσα Βουλή, που αποφασίζει την αναθεώρηση και τα άρθρα που θα αναθεωρηθούν, και σε δεύτερη φάση από την επόμενη Βουλή, που καλείται αναθεωρητική.
Για την αναθεώρηση κάθε άρθρου διεξάγονται χωριστές ψηφοφορίες και απαιτούνται αυξημένες πλειοψηφίες είτε κατά τη πρώτη φάση από τη παρούσα Βουλή είτε κατά την επόμενη φάση της διαδικασίας αναθεώρησης από την αναθεωρητική Βουλή (αρθ. 110 Συντάγματος).
Η κυβέρνηση, εκτός από μιας γενικής αναφοράς για ποια άρθρα προτείνονται προς αναθεώρηση και της ανάθεσης για τη ΝΔ ως εισηγητή στην ενώπιον της Βουλής διαδικασία της αναθεώρησης του βουλευτή Ευρ. Στυλιανίδη, δεν έχει ακόμα διευκρινίσει το ακριβές περιεχόμενο κατά άρθρο της αναθεώρησης, που θα αποτελέσει αντικείμενο επεξεργασίας στις κοινοβουλευτικές επιτροπές και στις συζητήσεις στην Ολομέλεια της Βουλής.
Φυσικά, η επιτυχία μιας συνταγματικής αναθεώρησης εξαρτάται από πολιτικές συγκυρίες και συναινέσεις, με δεδομένο ότι το προσεχές πολιτικό τοπίο είναι προς το παρόν θολό και τα λοιπά πολιτικά κόμματα δεν έχουν ακόμα τοποθετηθεί για τη συνταγματική αναθεώρηση.
Φαίνεται ότι κατά τη παρούσα πρώτη φάση της αναθεώρησης τα προτεινόμενα από ΝΔ προς αναθεώρηση άρθρα μπορεί να συγκεντρώσουν, λόγω κομματικής πειθαρχίας, 150 ψήφους, ενδεχομένως και κάποια τους 180 ψήφους, όπως το άρθρο 16 για την ιδιωτική ανώτατη εκπαίδευση, το άρθρο 86 για την ευθύνη υπουργών, 90 για την επιλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων, 101 για τις ανεξάρτητες αρχές και 30 για τη θητεία του ΠτΔ, για τα οποία μπορεί να συμπίπτουν απόψεις κάποιων πολιτικών δυνάμεων.
Είναι όμως πρόωρη η πρόβλεψη για την αναθεώρηση άλλων άρθρων, γιατί εξαρτάται από το αποτέλεσμα των προσεχών εκλογών και, με δεδομένο ότι με τη μείωση του αριθμού των βουλευτών σε 200 ή 250, τουλάχιστον οι μισοί από τους υπάρχοντες βουλευτές δεν θα επανεκλεγούν, δηλαδή τους ζητούν να κάνουν χαρακίρι αν ψηφίσουν το νέο εκλογικό νόμο.
Κατά πληροφορίες, ως προς το άρθρο 86 για την ευθύνη υπουργών προβλέπεται η δημιουργία φίλτρου για τη παραπομπή από ένα μικτό όργανο με τη συμμετοχή πολιτικών και δικαστών, ώστε η παραπομπή να μη γίνεται από κοινοβουλευτικούς σχηματισμούς κατά τη διαδικασία των προανακριτικών επιτροπών, που καταργούνται.
Κατά τη προσωπική μου άποψη και για τη ταυτότητα της ρυθμίσεως πρέπει να αναθεωρηθούν ριζικά τα άρθρα 61, 62 Συντάγματος, που προβλέπουν τη βουλευτική ασυλία, που στη πράξη καλύπτουν όλες τις μη νόμιμες δραστηριότητες των βουλευτών και τους θέτουν στο απυρόβλητο.
Για το άρθρο 90 η κυβέρνηση δεν έχει διατυπώσει συγκεκριμένες προτάσεις, παρά μόνο ότι δεν θα υπάρχει κυβερνητική παρέμβαση στο τρόπο επιλογής της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων.
Φαίνεται από κυβερνητικές διαρροές ότι η επιλογή θα γίνεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας από κατάλογο ανώτατων δικαστών, που θα καταρτίζεται κατόπιν αξιολόγησής τους, ώστε να προωθούνται σε θέσεις ηγεσίας οι άριστοι.
Πιστεύω ότι θα ήταν λάθος να εκλέγεται η ηγεσία των δικαστηρίων μόνο από τους ίδιους τους δικαστές, γιατί ενδεχομένως θα υπάρξει συναλλαγή και δημιουργία φατριών, ακόμα και με πολιτικό πρόσημο, και ότι, παρά τα προβλήματά του, το υπάρχον σύστημα είναι ίσως το καλύτερο, γνώμη που συμμερίζεται, σύμφωνα με δηλώσεις της, και η Πρόεδρος ΑΠ.
Φαίνεται ότι τα ως κατωτέρω κρίσιμα για τη δικαιοσύνη θέματα δεν είναι στην agenda των πολιτικών κομμάτων για τη προσεχή συνταγματική αναθεώρηση, γιατί δεν προσφέρονται για πολιτική εκμετάλλευση.
Ελπίζω όμως, παρά τις συνδικαλιστικές αντιδράσεις, να μελετηθούν και να εισαχθούν αρμοδίως στην αναθεωρητική διαδικασία, ακόμα και με πρόταση μη κυβερνητικών βουλευτών.
Με το Σύνταγμα του 1975 ορίστηκε ότι οι ανώτατοι δικαστικοί λειτουργοί αποχωρούν με τη συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας τους, οι υπόλοιποι του 65ου έτους. Έκτοτε οι βιολογικές συνθήκες έχουν βελτιωθεί και έχουν ανέλθει τα όρια συνταξιοδότησης για όλους τους δημοσίους υπαλλήλους και, ως εκ τούτου, πρέπει να οριστούν νέα όρια αποχωρήσεως, για μεν τους ανώτατους το 70ό έτος, όπως ήταν πριν το Σύνταγμα του 1975, για δε τους λοιπούς το 67ο έτος της ηλικίας τους.
Με το άρθρο 87 παρ. 3 Συντάγματος ορίζεται ότι οι δικαστές επιθεωρούνται από δικαστές ανωτέρου βαθμού. Όμως ο τρόπος αυτός επιθεώρησης των δικαστών, παρά τη βελτίωση με το ν. 4938/2022 και κωδ. ν. 5266/2025, δεν απέδωσε ικανοποιητικά αποτελέσματα.
Εάν όμως προστεθεί στη παραπάνω παράγραφο ότι οι δικαστές επιθεωρούνται και από δικαστικούς σχηματισμούς, όπως ο νόμος ορίζει, τότε θα δοθεί η δυνατότητα στα ανώτατα δικαστήρια, ιδίως ΑΠ και ΣΤΕ, που κατόπιν ενδίκου μέσου δικάζουν αποφάσεις κατωτέρων δικαστηρίων, να μπορούν μαζί με την εξέταση της υπόθεσης να βαθμολογούν, με βάση αντικειμενικά στοιχεία, τους δικαστές που εξέδωσαν την απόφαση για τη νομική τους κατάρτιση και την ικανότητα εκτίμησης των αποδείξεων.
Ο προληπτικός έλεγχος των δημόσιων δαπανών είναι η διαδικασία εξέτασης της νομιμότητας και κανονικότητας των δαπανών από το Ελεγκτικό Συνέδριο πριν από τη πληρωμή τους, με σκοπό τη προστασία του δημόσιου χρήματος.
Ο προληπτικός έλεγχος καταργήθηκε τελείως αδόκιμα με το άρθρο 10 ν. 4337/2015 και, με δεδομένο ότι ο κατασταλτικός έλεγχος δεν παρέχει επαρκή προστασία στο δημόσιο χρήμα, γιατί, εκτός του ότι καθυστερεί, είναι αναδρομικός και στοχεύει στο καταλογισμό στους υπεύθυνους των μη νομίμων πληρωμών, ανεπαρκές μέτρο για την ανάκτηση του δαπανηθέντος χρήματος.
Συνεπώς, πρέπει να θεσπιστεί εκ νέου ο προληπτικός έλεγχος των δημοσίων δαπανών με συνταγματική κατοχύρωση.
*
Λέανδρος Τ. Ρακιντζής
Αρεοπαγίτης ε.τ.